Εκδόσεις «Αποστολική Διακονία»

Εγκώμιον εις την πάνσεπτον Κοίμηση της Θεομήτορος, Α΄ (Άγιος Ιωάννης Δαμασκηνός)

1. «Μ’ εγκώμια μνημονεύουμε τους δίκαιους», λέγει ο σοφώτατος Σολομώντας. «Ο θάνατος των αγίων Του είναι αξετίμητος για το Θεό», προείπε ο θεοπάτορας Δαβίδ. Αν λοιπόν όλους τους δίκαιους τους μνημονεύουμε εγκωμιαστικά, ποιος δε θα προσφέρη τον έπαινό του στη βρυσομάννα της δικαιοσύνης και της οσιότητας το θησαυρό, όχι για να δοξάση, μα για να δοξαστή ο ίδιος με δόξα αιώνια; Δεν έχει ανάγκη από τη δική μας δόξα η σκηνή της δόξας του Θεού, η πόλη του Θεού, μια και γι’ Αυτήν ειπώθηκαν λόγια δοξασμένα, καθώς της λέγει ο εξαίσιος Δαβίδ: «Δεδοξασμένα ἐλαλήθη περὶ σοῦ, ἡ πόλις τοῦ Θεοῦ». Αλήθεια, ποια τάχα μπορούμε να νομίσουμε για πόλη του αόρατου και άπειρου Θεού, που όλα τα χωράει στην παλάμη Του, παρά μόνο Εκείνη, που με αληθινά υπερφυσικό και υπερούσιο τρόπο εχώρεσε απερίγραπτα τον υπερούσιο Λόγο του Θεού και Θεό; Γι’ Αυτήν ο ίδιος ο Κύριος με τα χείλη του προφήτη έχει λαλήσει λόγια όλο δόξα, γιατί τί ενδοξότερο υπάρχει από την αποδοχή της αρχαίας αληθινής Θεϊκής Βουλής;

Διαβάστε περισσότερα »

Κυριακή Θ’ Ματθαίου: Πνοή αιωνιότητας

(Α´ Κορ. γ´ 9-17)

Οἱ ἄνθρωποι ἐπιθυμοῦμε τά ἔργα μας καί οἱ κόποι μας νά ἀναγνωρίζονται. Ὅσοι πιστεύουμε στόν Θεό ἔχουμε τήν ἐλπίδα ὅτι, ἀκόμη κι ἄν σ’ αὐτή τή ζωή βροῦμε ἀχαριστία ἤ ἀδιαφορία ἀπό τούς συνανθρώπους μας, ὁ Θεός δέν θά λησμονήσει τίς προσπάθειές μας καί θά μᾶς δώσει τήν ἀνταπόδοση στήν αἰωνιότητα. Μπορεῖ ὁ λογισμός νά μᾶς κατατρώει, ἀλλά καλλιεργούμαστε καί στήν ὑπομονή. Ἐκεῖ πού δυσκολευόμαστε πάντως εἶναι ὅταν οἱ ἄνθρωποι ἀμφισβητοῦν τά ἔργα μας. Καί κάνουμε ἀγώνα ὥστε νά τούς πείσουμε γιά τήν ἀξία τους, γιά τόν κόπο πού ἔχουμε καταβάλει, γιά τή σημασία τοῦ νά ὑπάρχει δικαιοσύνη στή ζωή γιά νά γίνεται ἀποδεκτό ὅ,τι ἀξίζει. Ἰδίως οἱ γονεῖς ἀπέναντι στά παιδιά μας, θέλουμε αὐτά νά μᾶς καταλάβουν καί συχνά παραπονιόμαστε γιά τήν ἀχαριστία τους. Διαβάστε περισσότερα »

Κυριακή Δ’ Ματθαίου: Ποιος είναι ο Υιός τής Βασιλείας

Στήν Ἐκκλησία, ἡ ὁποία εἶναι ἡ Βασιλεία τοῦ Θεοῦ, ὁ ἄνθρωπος αἰσθάνεται βέβαιος γιά τήν πορεία τῆς ζωῆς του. Ὅταν τηρεῖ τίς ἐντολές τοῦ Θεοῦ, θεωρεῖ ὅτι τά ἔχει καλά μαζί του. Πιστεύει ὅτι ἐπειδή ζεῖ τή ζωή τῆς Βασιλείας, κυρίως ὅσον ἀφορᾶ στή συμπεριφορά, ἔχει ἐξασφαλίσει τή βοήθεια τοῦ Θεοῦ σέ κάθε ἔργο καί σέ κάθε περίσταση τῆς ζωῆς, ἀκόμη καί στίς δοκιμασίες, ἀλλά καί τή σωτηρία στήν ἄλλη ζωή. Κανείς δέν ἀρνεῖται τή δύναμη τῆς πίστης. Ὅμως πίστη δέ μᾶς δόθηκε γιά νά μήν ἔχουμε δυσκολίες στή ζωή μας, ἀλλά γιά νά αἰσθανόμαστε τήν πατρική παρουσία τοῦ Θεοῦ, πού μᾶς στηρίζει, ἀλλά δέν ἀφαιρεῖ τούς σταυρούς τῆς ζωῆς μας. Κάποτε, μάλιστα, τούς ἀφήνει, γιά νά μποροῦμε νά ἀφυπνιζόμαστε. Διαβάστε περισσότερα »

Κυριακή μετά τα Φώτα: Οι αιχμάλωτοι και τα δώρα του Θεού (Αποστολική περικοπή)

(Εφεσ. δ’ 7-13)

Γιά ποιό λόγο γιορτάζουμε τίς γιορτές τῆς Ἐκκλησίας; Γιά ποιό λόγο συμμετέχουμε στήν πνευματική ζωή τοῦ σώματος τοῦ Χριστοῦ; Ἡ ἀπάντηση δέν εἶναι αὐτονόητη. Κι αὐτό γιατί συνήθως λείπει ἀπό τά μάτια, τόσο τοῦ σώματος ὅσο καί τῆς ψυχῆς, ἡ προοπτική τῆς πίστης στόν Χριστό, ὡς Ἐκεῖνον πού κατέβηκε ἀπό τόν οὐρανό καί στή συνέχεια ἀνέβηκε ψηλά καί πῆρε μαζί Του αἰχμαλώτους, ἔδωσε δῶρα στούς ἀνθρώπους, κατά τόν λόγο τοῦ ἀποστόλου Παύλου: «Ἀναβάς εἰς ὕψος ἠχμαλώτευσεν αἰχμαλωσίαν καί ἔδωκε δόματα τοῖς ἀνθρώποις» (Ἐφεσ. 4, 8). Συνήθως πιστεύουμε σέ ἕναν Θεό ὁ ὁποῖος εἶναι ἀνώτερη δύναμη, δημιουργός τοῦ κόσμου, μᾶς ἀκούει μαγικά καί δίνει λύσεις στά προβλήματά μας, κάποτε μᾶς τιμωρεῖ γιά τά σφάλματά μας καί πού μαζί του θά μπορέσουμε νά ἐπικοινωνήσουμε μετά τήν ἔξοδό μας ἀπό αὐτόν τόν κόσμο. Διαβάστε περισσότερα »

Ποιοι, πότε και πόσο να θεολογούν (Άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος)

Τὶς πρωινὲς ὧρες βγῆκε ἀπὸ τὸ κελλί του. Φώναξε δυὸ διάκους καὶ τοὺς μίλησε. Ἔπρεπε νὰ εἰδοποιήσουνε παντοῦ. Τὸ ἀπόγευμα ἐκεῖνο θὰ κήρυττε, φυσικὰ στὴν Ἀναστασία. Οἱ διάκοι φύγανε ἀμέσως. Ἀπὸ στόμα σὲ στόμα ἡ Πόλη ἔμαθε. Τὸ ἀπόγευμα οἱ ὀρθόδοξοι μαζεύτηκαν. Μαζὶ καὶ μερικοὶ κακόδοξοι, ἀρειανοί, πνευματομάχοι καὶ ἀπολιναριστές.

Γέμισε ἡ Ἀναστασία, πλημμύρισε ὁ γυναικωνίτης, ἔξω ἀπὸ τὸ ναὸ κι ἄλλος κόσμος.

Καμμιὰ φορὰ ἦρθε καὶ ὁ Γρηγόριος. Μικρόσωμος σκελετωμένος, λίγο κυρτός, μὲ τὰ μάτια χαιρετοῦσε τοὺς πιστούς, τοῦ κάνανε διάδρομο νὰ περάσει. Μπῆκε στὸ ἱερὸ Βῆμα. Γονάτισε στὴν ἁγία Τράπεζα κι ἔμεινε ἀκίνητος γιὰ λίγα λεπτά. Σηκώθηκε, τράβηξε τὸ βῆλο τῆς Ὡραίας Πύλης καὶ βγῆκε. Στάθηκε στὸ μεγάλο σκαλοπάτι, κοίταξε μὲ ἀγάπη τὸ ἐκκλησίασμα, ἔδωσε τόνο αὐστηρὸ στὴ φωνὴ καὶ ἄρχισε:

Ἀρκετά, τὸ κακὸ ἔχει πολὺ προχωρήσει. Πολλοὶ μιλᾶνε γιὰ τὰ θεία χωρὶς περίσκεψη. Ἐνδιαφέρονται μόνο γιὰ ὡραῖες φράσεις, νὰ ἐντυπωσιάζουν οἱ λόγοι τους… καὶ νὰ χειροκροτοῦνται. Ἡδονίζονται μὲ τὶς λογομαχίες, εἶναι χειρότεροι κι ἀπὸ τοὺς ἀρχαίους σοφιστές.

Πιὸ κάτω ἔγινε πιὸ αὐστηρὸς καί, κοιτάζοντας ὅλους στὰ μάτια, συνέχισε:

Μάθατε ὅλοι νὰ μιλᾶτε γιὰ ὅλα, κι ἂς ἔχετε βουνὸ τὴν ἀμάθεια. Τὸ θράσος εἶναι μεγάλο. Διδάσκετε χωρὶς νὰ γνωρίζετε καὶ τὸ μυστήριο τῆς ἀλήθειας πέφτει χαμηλά, πέφτει στὰ μάτια τοῦ κόσμου… Διαβάστε περισσότερα »