ΛΟΓΟΣ 28. ΘΕΟΛΟΓΙΚΟΣ Β’
Αφού καθαρίσαμε με τον λόγο μας τον θεολόγο, περιγράφοντας πώς πρέπει να είναι, σε ποιους πρέπει να φιλοσοφεί, πότε και σε ποιο βαθμό —ότι δηλαδή πρέπει να είναι όσο το δυνατόν καθαρότερος, ώστε το φως να καταλαμβάνεται από το φως· και να απευθύνεται σε όσους επιδεικνύουν επιμέλεια, ώστε ο λόγος να μην πέφτει σε άγονη γη και μένει άκαρπος· και πότε, όταν δηλαδή έχουμε εσωτερική γαλήνη από τους εξωτερικούς περισπασμούς, ώστε να μη διακόπτεται η πνοή μας όπως συμβαίνει σε όσους υποφέρουν από λύσσα· και σε ποιο βαθμό, όσο δηλαδή χωρέσαμε ή χωράμε ακόμα— αφού λοιπόν έγιναν αυτά έτσι, και οργώσαμε μέσα μας θεϊκά χωράφια ώστε να μη σπέρνουμε σε αγκάθια, και ισιώσαμε την επιφάνεια της γης έχοντας τυπωθεί από τη Γραφή και τυπώσει σε αυτήν· εμπρός, ας προχωρήσουμε πια στους λόγους της θεολογίας, θέτοντας επικεφαλής του λόγου τον Πατέρα, τον Υιό και το Άγιο Πνεύμα, για τα οποία γίνεται ο λόγος. Ώστε ο ένας να ευδοκεί, ο άλλος να συνεργάζεται και ο τρίτος να εμπνέει· ή μάλλον, να υπάρξει μία έλλαμψη από τη μία θεότητα, η οποία με παράδοξο τρόπο και διαιρείται ενιαία και συνάπτεται διαιρετά.






