Εὐρύχωρο πεδίο κατάκρισης
Τά μέσα κοινωνικῆς δικτύωσης προσφέρονται ὡς ἕνα εὐρύχωρο πεδίο ἀσκήσεως στό μέγα πάθος τῆς κατάκρισης. Ἐκεῖ βλέπει κανείς μέ πόση ἀναιτιολόγητη, τίς πιό πολλές φορές, ἔνταση σχολιάζονται γεγονότα καί πρόσωπα καί πῶς οἱ διαδικτυακοί σχολιαστές ἀντιπαρατίθενται μεταξύ τους, ὄχι μέ σοβαρό ἀποδεικτικό λόγο, οὔτε μέ εὐγένεια, ἀλλά μέ τηλεγραφικά ὑβρεολόγια. Πάντως, ἄν κάποιος θέλη νά ὑβρισθῆ, γιά νά ταπεινώση κάπως τόν ἐγωισμό του, ἄς μπεῖ στήν σειρά τῶν διαδικτυακῶν σχολιαστῶν· ἀπό τούς ἄλλους σχολιαστές θά ταπεινωθῆ ἀρκούντως. Πάντως, στά σχόλια τοῦ διαδικτύου μπορεῖ νά ἀνιχνεύση κανείς ὅλες τίς μορφές ἐμπαθοῦς κριτικῆς, ὅπως μᾶς τίς παρουσιάζει ὁ ἀββᾶς Δωρόθεος στόν λόγο του «Περί τοῦ μή κρίνειν τόν πλησίον».
Ὁ ἀββᾶς Δωρόθεος χωρίζει τίς κρίσεις πρός τόν πλησίον σέ τρεῖς κατηγορίες: στήν καταλαλιά, στήν κατάκριση καί στήν ἐξουθένωση. Καί τίς τρεῖς τίς βρίσκει κανείς στό διαδίκτυο. Ἐξηγεῖ ὁ ἀββᾶς Δωρόθεος: Τό νά καταλαλῆ κανείς εἶναι τό νά λέη ἐναντίον κάποιου ὅτι εἶπε ψέματα, ὅτι ὀργίσθηκε, ὅτι πόρνευσε ἤ κάτι παρόμοιο. Ἤδη κατελάλησε, δηλαδή λάλησε ἐναντίον του, διελάλησε μέ ἐμπάθεια τό ἁμάρτημά του. Τό νά κατακρίνη εἶναι τό νά λέη ὅτι ὁ τάδε εἶναι ψεύτης, εἶναι ὀργίλος, εἶναι πόρνος. Μέ τόν τρόπο αὐτό δέν κατέκρινε τήν διάθεση τῆς ψυχῆς του ἤ μιά πράξη του, ἀλλά ἀποφάνθηκε γιά ὅλο τόν βίο του. Ἔκρινε τόν ἄνθρωπο, ὄχι μεμονωμένες πράξεις του. Αὐτό εἶναι βαρύ πράγμα, γιατί ἄλλο εἶναι νά πῆ κανείς ὅτι αὐτός ὀργίσθηκε καί ἄλλο ὅτι εἶναι ὀργίλος. Χειρότερο ὅμως καί ὀλεθριώτερο ἀπό τήν καταλαλιά καί τήν κατάκριση, εἶναι ἡ ἐξουδένωση. Δηλαδή, ὅταν ὄχι μόνο κατακρίνη κανείς, ἀλλά καί βδελύσσεται τόν συνάνθρωπο, τόν σιχαίνεται σάν ἀηδία.
Τό ἦθος τοῦ Χριστιανοῦ δέν πρέπει νά ἔχη καμμιά σχέση μέ τήν καταλλαλιά, τήν κατάκριση καί πρό παντός μέ τήν ἐξουδένωση, ἄν θέλη νά εἶναι ὄντως χριστιανικό.
Πῶς ἀλλάζουν οἱ ἄνθρωποι
Ἐπειδή πολλά ἐγκλήματα πού περιγράφονται καί σχολιάζονται στό διαδίκτυο σχετίζονται μέ σαρκικά πάθη καί ὅλοι οἱ «ἀναμάρτητοι» λιθοβολοῦν τούς δράστες, ἀλλά καί ἑαυτούς καί ἀλλήλους, μέ λίθους σχολιασμῶν, εἶναι ὠφέλιμο νά παραθέσουμε ἕνα σχετικό παράδειγμα πού ἀναφέρει ὁ ἀββᾶς Δωρόθεος ἀπό τόν βίο τοῦ ἀββᾶ Ἀμμωνᾶ. Γράφει:
Κάποιοι ἀδελφοί εἶπαν στόν ἀββᾶ Ἀμμωνᾶ: ἔλα καί δές, στό κελλί τοῦ τάδε ἀδελφοῦ ὑπάρχει γυναίκα. Ὁ Ἀββᾶς ἀντιλήφθηκε ὅτι ὁ ἀδελφός ἔκρυψε τήν γυναίκα κάτω ἀπό πιθάρι. Κάθησε ὁ Ἀββᾶς πάνω σ’ αὐτό καί εἶπε στούς ἀδελφούς νά ἐρευνήσουν ὅλο τό κελλί. Καθώς δέν βρῆκαν τίποτε τούς λέει: «Ὀ Θεός νά σᾶς συγχωρήση». Ἔτσι τούς ντρόπιασε καί τούς βοήθησε νά μή πιστεύουν εὔκολα τίς διαδόσεις κατά τοῦ πλησίον. Ἀλλά καί τόν ἀδελφό τόν σωφρόνισε, ὄχι μόνο καλύπτοντάς τον μέ τήν βοήθεια τοῦ Θεοῦ, ἀλλά καί διορθώνοντάς τον μόλις βρῆκε τήν κατάλληλη εὐκαιρία. Κρατώντας του τό χέρι, ἀφοῦ τούς ἔβγαλε ὅλους ἔξω ἀπό τό κελλί τοῦ εἶπε: «φρόντισε τόν ἑαυτό σου, ἀδελφέ». Κι ἀμέσως αὐτός δοκίμασε πόνο καί κατάνυξη. Ἀμέσως ἐνήργησε στήν ψυχή του ἡ φιλανθρωπία καί ἡ συμπάθεια τοῦ Γέροντα.
Ἔτσι ἀλλάζουν οἱ ἄνθρωποι, πού δέν ἔχουν σφραγίσει τελείως τήν ψυχή τους ἀπέναντι στήν Χάρη του Θεοῦ· πονοῦν καί κατανύσσονται, ὅταν ἐνεργῆ στήν ψυχή τους ἡ φιλανθρωπία καί ἡ συμπάθεια ἐκείνων πού ἀγαποῦν τήν σωτηρία τους.
(Πηγή: parembasis.gr)



Posted in
Tags: 



