Ενστάσεις ενάντια στη (χριστιανική) θρησκεία (π. Δημήτριος Μπαθρέλλος, Εφημ. Ι.Ν. Αναλήψεως Ντράφι – Επισκ. Καθηγ. Παν. Emory)

Στο κείμενο που ακολουθεί θα σχο­λιάσουμε με συντομία πέντε συνή­θεις ενστάσεις κατά της χριστιανικής θρησκείας. Σύμφωνα με την πρώτη, καμμία θρησκεία δεν είναι αξιόπιστη, διότι δεν υπάρχουν επιστημονικές αποδείξεις για την ύπαρξη του Θεού. Η ένσταση έχει δύο βασικές αδυναμίες. Πρώτον, πολλά πράγματα τα πιστεύουμε χωρίς να έχουμε ή να επιζητούμε γι’ αυτά επι­στημονικές αποδείξεις. Η γνώση ότι οι γονείς μας μάς αγαπούν, ή ότι έχουμε ζήσει μία συγκεκριμένη εμπειρία στο παρελθόν, ή ότι ένα άθροισμα λέξε­ων συνιστά ποιητικό αριστούργημα δεν αποδεικνύονται επιστημονικά – χωρίς όμως αυτό να σημαίνει ότι δεν ισχύουν. Δεύτερον, ο Θεός δεν είναι αντικείμενο του κόσμου, τον οποίο ερευνά ή επιστήμη, αλλά ο δημιουργός του. Ο χριστια­νισμός δεν λατρεύει “θεούς” όπως εκεί­νοι του αρχαίου ελληνικού παγανισμού, την ανυπαρξία των οποίων θα μπορούσε κανείς να διαπιστώσει με μία επίσκεψη στον Όλυμπο. Η επιστήμη δεν μπορεί να αποδείξει ούτε την ύπαρξη ούτε την ανυπαρξία τού Θεού.

Μία δεύτερη ένσταση ισχυρίζεται ότι η θρησκεία είναι περιττή, αν όχι άχρηστη. Η ένσταση αυτή συνδέεται με τη δια­δικασία τής εκκοσμίκευσης. Τον δέκα­το έβδομο αιώνα, με την ανάπτυξη της επιστήμης, εκκοσμικεύτηκε η γνώση. Τον δέκατο όγδοο αιώνα, με τη Γαλλική και την Αμερικανική Επανάσταση, που δια­χώρισαν την Εκκλησία από το Κράτος, είτε με τρόπο εχθρικό (Γαλλία), είτε με τρόπο φιλικό (Αμερική), εκκοσμικεύτηκε η πολιτική. Τον δέκατο ένατο αιώνα εκκοσμικεύτηκε ο πολιτισμός. Τέλος, τον εικοστό αιώνα, ιδίως από το 1960 και μετέπειτα, εκκοσμικεύτηκε η ηθική. Επομένως, ο σύγχρονος άνθρωπος μπορεί να μορφωθεί, να διασκεδάσει, να πολιτευτεί, και να ζήσει χωρίς ιδιαίτερη αναφορά στη θρησκεία. Η ένσταση αυτή, ωστόσο, δεν λαμβάνει υπ’ όψη της τα θε­μελιώδη υπαρξιακά και μεταφυσικά μας ερωτήματα. Γιατί υπάρχει κάτι και όχι τίποτα; Γιατί βρίσκομαι εδώ; Ποιος είναι ο σκοπός τής ύπαρξής μου; Τι θα συμ­βεί, άραγε, όταν πεθάνω; Χωρίς απάντη­ση σ’ αυτά τα ερωτήματα η ίδια η ζωή δεν έχει νόημα. Στα ερωτήματα αυτά δεν μπορεί να δώσει απάντηση ούτε η επιστήμη, ούτε η τέχνη, ούτε η πολιτι­κή, ούτε μία εκκοσμικευμένη ηθική. Η θρησκεία καταπιάνεται μ’ αυτά και γι’ αυτό τον λόγο, μεταξύ άλλων, σε όλες τις εποχές έχει κεντρική θέση στη ζωή των ανθρώπων.

Σύμφωνα με μία τρίτη ένσταση, «η θρησκεία είναι το όπιο του λαού». Τον ισχυρισμό διατύπωσε ο Κάρλ Μάρξ και επανέλαβαν με διαφορετική μορφή ο Φρόυντ και τόσοι άλλοι, για να δηλώσουν ότι η θρησκεία δεν είναι παρά μία αν­θρώπινη επινόηση όσων αναζητούν παρη­γοριά για τα προβλήματα και τα αδιέξο­δα της ζωής. Η ένσταση αυτή πάσχει από δύο προφανείς αδυναμίες. Πρώτον, το γεγονός ότι επιθυμούμε ή φαντα­ζόμαστε κάτι δεν σημαίνει ότι αυτό δεν υπάρχει. Ένας οδηγός που έχει ελάχιστη βενζίνη επιθυμεί και ελπίζει ότι σε λίγο θα αντικρύσει κάποιο βενζινάδικο. Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι το βενζινάδικο δεν υπάρχει. Οι επιθυμίες μας και η πραγματικότητα αποτελούν ζητήματα διαφο­ρετικής τάξης. Δεύτερον, η ίδια ένσταση μπορεί να χρησιμοποιηθεί και υπέρ της θρησκείας, διότι εξίσου καλά μπορεί κα­νείς να ισχυριστεί ότι η αθεΐα αποτελεί βολική επινόηση όσων θέλουν να είναι απόλυτοι κύριοι της ζωής τους, να καθο­ρίζουν οι ίδιοι το καλό και το κακό, και να μην είναι υπόλογοι σέ κανέναν για τις επιλογές και τις πράξεις τους.

Η τέταρτη ένσταση επικαλείται την κακότητα των χριστιανών. Έστω όμως κι αν δεχόμασταν ότι αυτό ισχύει (παραβλέποντας, βέβαια, ότι ο χριστιανισμός έχει ασκήσει μακράν την ευεργετικότερη επίδραση στην ανθρώπινη ιστορία), θα αποτελούσε, άραγε, κάτι τέτοιο επιχεί­ρημα κατά του χριστιανισμού; Για να απαντήσουμε στο ερώτημα, ας χρησιμο­ποιήσουμε το παράδειγμα δύο μεγάλων Δημοκρατιών τής σύγχρονης εποχής, της Βρετανικής και της Αμερικανικής. Οι πο­λίτες τους βαρύνονται με μεγάλα αμαρ­τήματα: δουλεμπόριο, αποικιοκρατία, ρί­ψεις ατομικής βόμβας στη Χιροσίμα και το Ναγκασάκι, καταστροφή τού φυσικού περιβάλλοντος και τόσα άλλα. Αποτε­λούν όμως αυτά επιχείρημα κατά της Δημοκρατίας; Μπορούν να αναιρέσουν τα όποια επιτεύγματα αυτών των Δη­μοκρατιών; Σημαίνουν, άραγε, ότι τα ιδεώδη της ισότητας και της ελευθερίας είναι διάτρητα; Μάλλον παραπέμπουν στην αδυναμία των ανθρώπων να αρθούν στο ύψος των ιδανικών τους και όχι κατ’ ανάγκην στην απαξία αυτών των ιδα­νικών. Κάτι αντίστοιχο συμβαίνει ορι­σμένες φορές και με τους χριστιανούς.

Πέμπτη και τελευταία ένσταση: οι θρησκείες ευθύνονται για τους πολέμους. Εδώ έχουμε να κάνουμε με τεράστιο πραγματολογικό σφάλμα. Οι θρησκείες ευθύνονται για λιγότερο από το 10% των πολέμων στην ιστορία τής ανθρωπότητας. Ο πόλεμος, μάλιστα, είναι αντίθετος στη φύση ιδίως του χριστιανισμού, ο οποί­ος λατρεύει τον εσταυρωμένο βασιλέα τής ειρήνης. Αντιθέτως, αν φέρουμε στη μνήμη μας τις κοσμικές, ολοκληρωτικές, αντιχριστιανικές ιδεολογίες τού εικοστού αιώνα, θα συνειδητοποιήσουμε ότι εκείνες ευθύνονται για το θάνατο ασυγκρίτως περισσότερων θυμάτων από όσα καταλο­γίζουν στον Χριστιανισμό κατά τους είκο­σι αιώνες της ιστορίας του.

Με δύο λόγια, ενώ οι παραπάνω εν­στάσεις επαναλαμβάνονται συνεχώς ως δήθεν πειστικές και εύλογες, η αποδει­κτική τους ισχύς είναι, στην πραγματικότητα, ανύπαρκτη.

 

 

(Πηγή: Περιοδικό “Εφημέριος” Νοε. – Δεκ. 2020)

[Ψήφοι: 3 Βαθμολογία: 5]