Διατηρητέα μνήμη τού Άθω (Πρωτοπρ. Θωμάς Βαμβίνης)

Κάποια ἀπό τά παλιά περιοδικά διατηροῦν καί σήμερα τήν ἀξία τους, ὄχι μόνο γιά τήν ἱστορία ἤ τήν λαογραφία, ἀλλά κυρίως γιά τήν πείρα τῆς ζωῆς πού εἶναι ἀποθησαυρισμένη στίς σελίδες τους κι ἄς εἶναι πρόσκαιρα καταχωνιασμένα μέσα σέ ἀποθήκη μέ ἀντικείμενα «διατηρητέας μνήμης».

Ὁ λόγος μας εἶναι γιά τό περιοδικό «Ἀθωνικοί διάλογοι» τοῦ μακαριστοῦ Ναυπάκτιου μοναχοῦ Θεοκλήτου Διονυσιάτη, πού δέν ἀποτελεῖ ἕνα ἁπλό «διατηρητέο συναίσθημα» τῶν φοιτητικῶν μας χρόνων, ἀλλά εἶναι ἀληθινά ἕνας «κῆπος χαρίτων», ἕνας «παράδεισος», πού ἀναζωογονεῖ στήν μνήμη τήν εἰκόνα τοῦ Ἁγίου Ὄρους τῶν συγχρόνων ὁσίων Πατέρων του, τοῦ φιλοκαλικοῦ ἡσυχασμοῦ, τῆς εὐαγγελικῆς ἄσκησης, τῆς προσευχόμενης ἐκκλησιαστικῆς θεολογίας.

Τό συνέδριο πού ὀργάνωσε ἡ Μητρόπολη Ναυπάκτου γιά τόν μοναχό Θεόκλητο Διονυσιάτη, μᾶς παρώθησε νά ἀνασύρουμε τεύχη τῶν «Ἀθωνικῶν διαλόγων» καί νά ἀφεθοῦμε στήν μελέτη τους.

Διήγηση, ἔμπνευση, θεολογία, ἄσκηση, μύηση στά ἐνδότερα τῆς καρδιᾶς τοῦ ἀνθρώπου, στόν πυρήνα τῶν ἐκκλησιαστικῶν καί κοινωνικῶν προβλημάτων καί εὔλαλη σιωπή, ὅταν ὁ λόγος φθάνη στό ἀπόρρητο τῆς μυστικῆς κοινωνίας τοῦ ἀνθρώπου μέ τόν Θεό.

Ἀπό τό τεῦχος 41-42, Σεπτεμβρίου-Νοεμβρίου 1976 θά παραθέσουμε κάποια ἀποσπάσματα πρός ἀναζωογόνηση τῆς μνήμης τοῦ «ἁγιασμένου Ἄθω». Τό κείμενο ἐπιγράφεται «Διάλογος στόν Ἄθω». Περιγράφει τήν ἀπροσδόκητη συνάντηση τοῦ μοναχοῦ συγγραφέα καί ἑνός συντρόφου του νεώτερου μοναχοῦ μέ ἕναν θεόπτη Γέροντα, κρυμμένο σέ σπηλιά στούς «ἀπορρώγας» βράχους τοῦ Ἄθω. Γράφει:

«…Ἡ χάρι τοῦ Θεοῦ, δέν ξεύρω πῶς “οἰκονόμησε” καί ἐπέβλεψε στήν ταπείνωσή μας, μᾶς ἀπεκάλυψε ἕνα ἀπό τούς σαρκοφόρους ἀγγέλους του, ἕνα πνεῦμα αληθινά λειτουργικό, μιά φύση καθαρμένη “ταῖς τῶν δακρύων της ροαῖς”, ἕναν ἄνθρωπο πού εἰκονίζει τή δόξα τοῦ Θεοῦ, ἀφοῦ ἀπό τό “κατ’ εἰκόνα”, πού “ἐτήρησεν ἀλώβητον”, ἔφθασε στό “καθ’ ὁμοίωσιν”, ὅσο εἶναι “ἐφικτόν τῇ ἀνθρωπίνῃ φύσει”». Καί παρακάτω σημειώνει:

«Δέν ξεύρω πῶς τό πνεῦμα τοῦ Κυρίου μᾶς ἅρπαξε θἄλεγα καί μᾶς μετέφερε στούς “ἀπορρώγας” αὐτούς βράχους, πού στά σπλάχνα τους ζοῦσε αὐτός ὁ Ἐρημίτης, σάν μαργαριτάρι μέσα στό ὄστρακό του. Πάντως γιά μᾶς, ἡ ἀποκάλυψη αὐτοῦ τοῦ “βραχύ τι παρ’ ἀγγέλους ἠλαττωμένου” γέροντος μοναχοῦ, ἦταν ἀπάντηση τοῦ παναγάθου Θεοῦ, πού εἶναι κοντά μας μέ τίς ἄκτιστες ἐνέργειές του, στήν καθημερινή μας ἱκεσία: “Κύριε, γνώρισόν μοι ἄνδρα πεπαιδευμένον τῇ καρδίᾳ ἐν σοφίᾳ”».

Παραθέτουμε τμῆμα τῆς συζήτησης πού ἀναπτύχθηκε μέ τόν ἁγιασμένο Γέροντα:

«—Ψάχνετε, δέν εἶναι ἔτσι; Ψάχνετε γιά ἀλήθειες, εἶπε ὁ Ἐρημίτης καί μᾶς κοίταξε μέ οὐράνια γλυκύτητα.

—Ναί, Γέροντα, ἀπάντησα. Ἀγωνιοῦμε νά μάθωμε σέ ποιά φάση τῆς ἱστορικῆς ζωῆς τοῦ κόσμου βρισκόμαστε. Δηλαδή σέ ποιό ἱστορικό χῶρο πού περιγράφουν οἱ ἑπτά σφραγῖδες τῆς Ἀποκαλύψεως. Ὑπάρχει τέτοια σύγχυση σήμερα στό σύγχρονο κόσμο, τέτοια ἀποστασία ἀπό τό Θεό, τόσος δαιμονισμός, πού ὅσοι δέν ἔχασαν καί τήν τελευταία αἴσθηση τῆς ἀλήθειας συνεχῶς βρίσκονται σέ ἀνησυχία καί ἐρωτήματα. Σεῖς τί θά εἴχατε νά μᾶς πῆτε, ἅγιε Γέροντα;»

Τό θέμα πού τούς ἀπασχολοῦσε ἦταν «οἱ ἑπτά σφραγῖδες τῆς Ἀποκαλύψεως» καί τό «σέ ποιά φάση τῆς ἱστορικῆς ζωῆς τοῦ κόσμου βρισκόμαστε»! Πολύ κοινό θέμα καί στίς μέρες μας, κυρίως στά «προφητολόγια» τοῦ διαδικτύου. Ἡ ἀπάντηση τοῦ Γερόντα ἦταν ἀφυπνιστική:

«—Τέκνα ἐν Χριστῷ, δέν διαβάζετε τό ἱερό Εὐαγγέλιο; Ὁ αἰώνιος λόγος τοῦ Θεοῦ τά λέει ὅλα. Τί σημασία ἔχει γιά τό χριστιανό ἡ ἱστορική στιγμή πού ζῆ; Σᾶς καταπλήσσουν ἡ ἀποστασία ἀπ’ τό Θεό, ἡ σύγχυση τοῦ κόσμου καί ὁ δαιμονισμός του. Ἀλλά πότε δέν εἴχαμε αὐτά τά φαινόμενα; Ὁ Κύριος δέν εἶπε ὅτι “ὁ κόσμος κεῖται ἐν τῷ πονηρῷ”; Ἄν σήμερα φαίνεται τό κακό κάθε μορφῆς πιό ἐκτεταμένο ἀπό παλαιότερα, εἶναι γιατί πολλαπλασιάστηκε κατά τήν ἀναλογία τῆς ἀριθμητικῆς αὐξήσεως τοῦ κόσμου καί γιατί βλέπουμε ὅλον τόν κόσμον “ἐν στιγμῇ χρόνου”. Ἀλλά μέ τό συλλογισμό αὐτό καί τό καλό ἀντίστοιχα ἔχει πολλαπλασιασθῆ. Ὁ Θεός πάντοτε εἶχε τούς ἀνθρώπους του. Λίγους; Τό εἶπε ὁ Ἴδιος: “Πολλοί οἱ κλητοί, ὀλίγοι οἱ ἐκλεκτοί”. Γιατί λοιπόν νά ἀγωνιᾶτε; Καί τί θά σᾶς ὠφελήσῃ νά μάθετε ἄν ὁ ἄγγελος τώρα ἄνοιξε τήν ἕκτη ἤ τήν ἑβδόμη σφραγίδα; Σεῖς εἶσθε μοναχοί καί θά ἔπρεπε νά ζῆτε πέρα ἀπ’ ὅλες τίς ἱστορικές φάσεις, ὥστε ἡ σκέψις σας καί ὁλόκληρη ἡ ψυχή σας νά κινῆται μεταξύ τῆς δύσεως τοῦ παρόντος κόσμου καί τῆς ἀνατολῆς τοῦ μέλλοντος, πού εἶναι τά ἔσχατα ὅρια τῆς ἀρχῆς τῆς αἰωνίου βασιλείας τοῦ Θεοῦ».

Ἡ τοποθέτηση αὐτή τοῦ Γέροντα δημιούργησε ἀπορία. Εἶναι σωστό νά ἀποσπασθῇ ὁ μοναχός ἀπό τό παρόν του καί νά μεταφερθῇ στά ἔσχατα χρονικά ὅρια τοῦ κόσμου; Καί πῶς νά ἀποφύγη τήν εὐθύνη του ἀπέναντι στήν Ἐκκλησία καί τόν κόσμο; Ὁ Γέροντας ἀπάντησε:

«Ἐάν ἡ βίωση τῶν ἐσχάτων ἐσήμαινε ἀπομάκρυνση ἀπό τό παρόν, τότε φυσικά θά βρισκόμαστε σέ πλάνη. Ἀλλά ὁ λόγος μου δέν ἔχει τό νόημα πού ὑποθέσατε. Ἀντιθέτως μάλιστα ἐκφράζει τή βαθύτερη οὐσία ὅλης τῆς Ἐκκλησίας. Βίωση λοιπόν τῶν ἐσχάτων, μέ κανέναν τρόπο δέ σημαίνει ἀποξένωση, ἀλλά συνθετική κατάσταση παρόντος καί μέλλοντος, πού ἐκφράζει τήν Ὀρθόδοξη ζωή».

Καί στήν ἐρώτησή τους, «πῶς πραγματοποιεῖται αὐτή ἡ συνθετική κατάσταση μέσα στή ἑνιαία ψυχή τοῦ χριστιανοῦ;», ἀπάντησε:

«Ἄν εἴχατε δοκιμάσει πιό ἔντονη πνευματική πεῖρα ἀπ’ αὐτή πού διαθέτετε, ἀσφαλῶς θά διαπιστώνατε πόσο ἁπλῆ εἶναι αὐτή ἡ σύνθεση, αὐτή πού τώρα, χωρίς νά τό καταλαβαίνετε, ζῆτε. Ἀλλά ἡ σύνθεση παρόντος καί μέλλοντος, δέν εἶναι τίποτε ἄλλο ἀπό τήν σύνθεση πίστεως τοῦ [ἀνθρώπου] πρός τόν Θεόν, σέ ποικίλου βαθμοῦ ἐμπειρία τῆς ἐν Θεῷ ζωῆς, μέ τήν ἄφευκτη κατ’ αἴσθηση ἱστορική ζωή του. Ὅταν λοιπόν ἔχη κανείς καθαρίσει τήν ψυχή του ἀπό τά ψεκτά πάθη καί τήν ἔκαμε δεκτική τῶν ἀκτίστων ἐνεργειῶν τοῦ ἁγίου Πνεύματος, αὐτές οἱ ἐνέργειες τόν συνδέουν μέ τά ἔσχατα, μέ τήν ἐρχομένη βασιλεία τοῦ Θεοῦ. Παράλληλα ἡ ψυχή ζῆ μέσα στό χῶρο τοῦ φυσικοῦ βίου τοῦ παρόντος. Νά λοιπόν ποιά εἶναι ἡ σύνθεση. Ὁ μεταμορφωμένος λοιπόν ἄνθρωπος, σάν ὀργανικό μέλος τῆς Ἐκκλησίας, τοῦ Σώματος τοῦ Χριστοῦ, ἐνῶ ζῆ ἀπ’ ἐδῶ προγευστικά τήν αἰώνια ζωή, καί ἔχει κενώσει τόν θεῖο πόθο του, ὅμως ἔχει πλήρη τήν αἴσθηση τῆς μετοχῆς του στή στρατευμένη Ἐκκλησία, ἀφοῦ εἶναι δεμένος μαζί της μέ τά Μυστήρια καί τήν ἀγάπη».

Τούς ἐπεσήμανε ἐπίσης κατόπιν, ἀπαντώντας σέ ἀπορίες τους, νά μή ζητοῦν νά μάθουν θεωρητικά «αὐτά τά ἐσωτερικά γεγονότα. Ὄχι μονάχα γιατί εἶναι ἐμπειρικῆς τάξεως, ἀλλά καί γιατί εἶναι τόσοι οἱ τρόποι στίς λεπτομέρειές τους (τῆς ἐν Θεῷ βιώσεως καί τῆς ζωῆς σέ σχέση μέ τήν Ἐκκλησία), ὥστε νά μήν ὑπάρχη μονάχα μιά περιγραφή». Κι’ αὐτό ὀφείλεται «στήν ποικιλία τῶν ἀνθρωπίνων τύπων καί στήν ποικιλία τοῦ βαθμοῦ καί τοῦ εἴδους τῆς ἐνεργείας τοῦ ἁγίου Πνεύματος». «Οἱ ἄνθρωποι εἶναι μιά ἀτέλειωτη ποικιλία…, πού κατευθύνονται, ἄν θέλουν, στήν κατάκτηση τῶν πιό ὑψηλῶν μορφῶν τελειότητος».

Στή συνέχεια ὁ Γέροντας τούς εἶπε: «Εἴμαστε ἔτσι πλασμένοι, ὥστε νά αἰσθανόμαστε ἕλξη ἀπό τό Θεό». Τούς τόνισε τήν αἴσθηση τῆς ἀγάπης τοῦ Θεοῦ καί ὅτι αὐτή ἡ αἴσθηση χορηγεῖ «φῶς διακρίσεως», «πού ταυτόχρονα εἶναι καί αἴσθηση ἀγάπης πρός τούς ἀνθρώπους. Χωρίς τήν αἴσθηση τῆς ἀγάπης, ὅσο καί νά θέλη ὁ χριστιανός νά πάρη σωστή θέση ἀπέναντι στά ἑκάστοτε προβλήματα πού παρουσιάζονται, εἶναι ἀδύνατο νά βρῆ τή χρυσή τομή τους. Μέ διανόηση χωρίς ἱερό πάθος, δέ βρίσκεται τό σωστό».

Εἶπε μάλιστα ὅτι «ἡ ἀπουσία τῆς αἰσθήσεως τῆς διπλῆς ἀγάπης μαρτυρεῖ τήν παρουσία τῶν παθῶν» καί ὁ νοῦς συλλογιζόμενος ὑπό τήν ἐπήρεια τῶν παθῶν, «δέν μπορεῖ ν’ ἀποφύγη τίς ἐκτροπές εἴτε στίς ὑπερβολές εἴτε στίς ἐλλείψεις. Ἄφευκτα θά κινῆται σέ ἀκραῖες περιοχές». Τότε καί στήν δραστηριοποίηση ὑπό τήν «μορφή ζήλου τοῦ καλοῦ… θά ὑφέρπη τό κακό».

Κλείνουμε αὐτήν τήν ἀναφορά μέ μιά χαρακτηριστική παράγραφο τοῦ π. Θεοκλήτου, πού ἦταν, χωρίς νά ἀναφέρεται, ὁ πρεσβύτερος μοναχός ἀπό τούς συνομιλητές τοῦ ἁγιασμένου Γέροντα:

«Μπορῶ νά ἰσχυρισθῶ, ὅτι μιά ὁλόκληρη νύχτα, μέσα σέ ἐκείνη τήν ἔξαρση καί τήν ἁγία ἀλλοίωση τῆς ψυχῆς, ἔμαθα καί “ἔπαθα” τή θεολογία γιά πρώτη φορά στή μοναχική ζωή μου. Γιατί ἐνῶ τά θεολογικά νοήματα δέν διέφεραν ἀπό τήν Πατρολογική διδασκαλία, ὅμως, ἄν μπορῶ νά ἐκφρασθῶ ἔτσι, στόν θεωμένον αὐτόν ἄνθρωπο τά νοήματα ἔπαιρναν σάρκα, ζωντάνευαν ὅπως ἔβγαιναν ἀπό τό στόμα του καί ἐγίνοντο, ὅπως λέει ὁ Προφήτης, “αἷμα καί πῦρ καί ἀτμίδα καπνοῦ” καί κύκλωναν ὁλόκληρη τήν ψυχή μου, γιά νάτῆς προκαλέσουν τό πιό ἅγιο πάθος, τόν θεῖο ἔρωτα».

 

 

 

(Πηγή: parembasis.gr)

 

[Ψήφοι: 3 Βαθμολογία: 4.7]