Εκδόσεις “Πέτρου Μπότση”

Ομιλία στην Κυριακή του Ασώτου (Άγιος Νικόλαος Βελιμίροβιτς)

(Λουκ. ιε´ 11-32)

Ἡ ἀπερινόητη ἀγάπη τοῦ Θεοῦ γιὰ τὸν ἄνθρωπο φαίνεται ἀπὸ τὴν μεγάλη Του ὑπομονή, τὴ μεγάλη συγχωρητικότητά Του καὶ τὴ μεγάλη χαρά Του. Τέτοια ἀγάπη στὴ γῆ μπορεῖ νὰ συγκριθεῖ μόνο μὲ τὴ μητρική. Ποιός ἔχει μεγαλύτερη ὑπομονὴ πρὸς κάθε πλάσμα στὴ γῆ, ἀπ’ ὅση ἔχει μία μητέρα γιὰ τὸ παιδί της; Ποιός ἔχει μεγαλύτερη συγχωρητικότητα ἀπὸ τὴ μητέρα; Ποιός κλαίει ἀπὸ χαρά, ὅταν βλέπει τὸν μετανιωμένο ἁμαρτωλό, ὅσο μία μητέρα ποὺ βλέπει τὴ βελτίωση τοῦ παιδιοῦ της;

Ἀπὸ τότε ποὺ δημιουργήθηκε ὁ κόσμος, ἡ μητρικὴ ἀγάπη ξεπεράστηκε μόνο ἀπὸ τὸν Κύριο Ἰησοῦ Χριστό, μὲ τὴν ἀγάπη Του γιὰ τοὺς ἀνθρώπους. Ἡ ὑπομονή Του τὸν ὁδήγησε στὰ φοβερὰ πάθη Του στὸ σταυρό. Ἡ συγχωρητικότητά Του πήγαζε ἀπὸ τὴν καρδιὰ καὶ τὰ χείλη Του, ἀκόμα κι ὅταν βρισκόταν στὸ σταυρό. Ἡ χαρά Του γι’ αὐτοὺς ποὺ μετανοοῦσαν, ἁπάλυνε τοὺς πόνους τῆς στοργικῆς ψυχῆς Του. Μόνο ἡ θεία ἀγάπη ξεπερνάει τὴ μητρική. Μόνο ὁ Θεὸς μᾶς ἀγαπᾶ περισσότερο ἀπὸ τὴν ἴδια τὴ μάνα μας. Μόνο Ἐκεῖνος μᾶς συγχωρεῖ πιὸ εὔκολα ἀπὸ ἐκείνη. Μόνο ὁ Θεὸς χαίρεται περισσότερο ἀπὸ τὴ μητέρα μας, ὅταν ἐμεῖς βελτιωνόμαστε.

Αὐτὸς ποὺ δὲν ἔχει ὑπομονὴ μαζί μας, ὅταν ἁμαρτάνουμε, δὲν μᾶς ἀγαπᾶ. Οὔτε μᾶς ἀγαπᾶ αὐτὸς ποὺ δὲν μᾶς συγχωρεῖ, ὅταν μετανοοῦμε γιὰ τὶς ἁμαρτίες μας. Καὶ λιγότερο ἀπ’ ὅλους μᾶς ἀγαπᾶ ἐκεῖνος ποὺ δὲν χαίρεται, ὅταν βελτιωνόμαστε. Ἡ ὑπομονή, ἡ συγχωρητικότητα κι ἡ χαρὰ εἶναι τὰ τρία μέγιστα χαρακτηριστικὰ τῆς θείας ἀγάπης. Εἶναι χαρακτηριστικὰ τῆς ὁλοκληρωτικῆς, τῆς πραγματικῆς ἀγάπης – ἂν ὑπάρχει πραγματικὴ ἀγάπη ἔξω ἀπὸ τὴ θεϊκή. Χωρὶς τὰ τρία αὐτὰ χαρακτηριστικά, ἡ ἀγάπη δὲν εἶναι ἀγάπη. Ἂν δώσεις τὸ ὄνομα «ἀγάπη» σὲ ὁτιδήποτε ἄλλο, εἶναι σὰ νά ᾽δινες τὸ ὄνομα «πρόβατο» σὲ μία κατσίκα ἢ σ’ ἕνα γουρούνι.

Στὴν παραβολὴ τοῦ Ἀσώτου Υἱοῦ, ὁ Κύριος Ἰησοῦς μᾶς παρουσιάζει τὴν εἰκόνα τῆς πραγματικῆς, τῆς θεϊκῆς ἀγάπης. Ἡ εἰκόνα αὐτὴ εἶναι ἱστορημένη μὲ τόσο ζωηρὰ καὶ καθαρὰ χρώματα, ὥστε μπροστὰ στὰ μάτια μας μοιάζει ζωντανή, ὅπως φαίνεται ὁ κόσμος μας μετὰ τὸ σκοτάδι, ὅταν ἀνατέλλει ὁ ἥλιος. Δύο χιλιάδες χρόνια τώρα τὰ χρώματα τῆς εἰκόνας αὐτῆς δὲν ξεθώριασαν, οὔτε καὶ πρόκειται νὰ ξεθωριάσουν ὅσο ὑπάρχουν ἄνθρωποι στὴ γῆ κι ὁ Θεὸς ἐξακολουθεῖ νὰ τοὺς ἀγαπᾶ. Τὸ ἀντίθετο μάλιστα. Ὅσο πιὸ ἁμαρτωλοὶ γίνονται οἱ ἄνθρωποι, τόσο πιὸ ζωντανὴ μοιάζει ἡ εἰκόνα, τόσο πιὸ φρέσκια. Διαβάστε περισσότερα »

Κυριακή ΙΖ’ Ματθαίου: Η δύναμη της Πίστης (Άγιος Νικόλαος Βελιμίροβιτς)

(Ματθ. ιε’ 21-28)

Κανένας άνθρωπος δεν μπορεί να γευτεί τη γλυκύτητα του καλού, αν πρώτα δεν επιμείνει και δε δοκιμαστεί στο καλό. Στο δρόμο προς το καλό πρώτα δοκιμάζουμε την πικρία κι υστέρα τη γλυκύτητα.

Η φύση ολόκληρη είναι γεμάτη από διδαχές καρτερίας και επιμονής. Αν τα νεόφυτα δέντρα σου δεν αναπτυχθούν για να δημιουργήσουν δασύλιο, θα μπορέσουν ν’ αντέξουν στον άνεμο και το χιόνι; Θα σου ήταν χρήσιμα τα ποτάμια αν δεν έφτιαχναν βαθιές κοίτες; Μήπως τα μυρμήγκια αυτοκτονούν όταν οι τροχοί καταστρέφουν τα σπίτια τους στο δρόμο, ή ξεκινούν με επιμονή να φτιάχνουν καινούργια; Αν κάποιος άκαρδος άνθρωπος γκρεμίσει τη φωλιά τού χελιδονιού στο σπίτι του, τότε το χελιδόνι θα ξεκινήσει αδιαμαρτύρητα να πάει σε άλλο σπίτι για να φτιάξει την καινούργια φωλιά του. Οτιδήποτε κάνουν οι φυσικές καταστροφές ή οι άνθρωποι στα φυτά και στα ζώα, κάνουν τους ανθρώπους να θαυμάζουν την ακατάβλητη επιμονή τους στην εκτέλεση του καθήκοντος που τους όρισε ο Θεός. Όταν ένα φυτό που το κόψανε ή το θερίσανε έχει τη δύναμη ν’ αναπτυχθεί ξανά, θα το κάνει. Όταν σ’ ένα πληγωμένο και μοναχικό ζώο έμεινε έστω κι ελάχιστη δύναμη ζωής, θα προσπαθήσει να κάνει κι αυτό το καθήκον του για να ζήσει.

Η καθημερινή ζωή τού ανθρώπου είναι γεμάτη από διδαχές για την καρτερία και την επιμονή. Ο επίμονος στρατιώτης θα κερδίσει τη μάχη. Ο επίμονος τεχνίτης θα τελειοποιήσει το έργο του. Ο επίμονος έμπορος θα πλουτίσει. Ο επίμονος ιερέας θα βάλει τους ανθρώπους της ενορίας του στο σωστό δρόμο. Ο επίμονος άντρας ή η επίμονη γυναίκα τής προσευχής, θα φτάσει στην τελειότητα και την αγιότητα. Ο επίμονος καλλιτέχνης αποκαλύπτει το εσωτερικό κάλλος των πραγμάτων. Ο επίμονος επιστήμονας ανακαλύπτει τους κανόνες και τους νόμους που διέπουν τις σχέσεις των πραγμάτων. Ακόμα και το πιο χαρισματικό παιδί δε θα μάθει να γράφει, αν δεν εξασκηθεί με επιμονή στο γράψιμο. Ένας άνθρωπος με θαυμάσια φωνή δε θα γίνει ποτέ μεγάλος τραγουδιστής αν δεν εξασκηθεί. Έχουμε συνηθίσει να υπενθυμίζουμε στους άλλους κάθε μέρα, αλλά και να μας υπενθυμίζουν οι άλλοι, την ανάγκη τής επιμονής και της καρτερίας στο καθημερινό μας έργο.

Η επιμονή, για να καταλήξουμε σε κάποιο συμπέρασμα, είναι το μοναδικό καλό έργο που το συνιστούν όλοι και δεν το αμφισβητεί κανένας. Όλη αυτή η επιμονή στο έργο όμως που ακούμε κάθε μέρα, είναι μόνο ένα σχολείο που μας μαθαίνει την εσωτερική επιμονή στο πνευματικό βασίλειο. Όλη αυτή η εξωτερική επιμονή στο λουστράρισμα και στην τελειοποίηση των πραγμάτων, στη σύναξη πλούτου, γνώσεων και τεχνών, είναι μόνο μια εικόνα τής θαυμαστής επιμονής που πρέπει να έχουμε για τη βελτίωση και τελειοποίηση των καρδιών μας, για τη φροντίδα και τον εμπλουτισμό τής ψυχής μας, της άφθαρτης κι αθάνατης εσωτερικής μας ύπαρξης.

Η Αγία Γραφή μάς διδάσκει σε κάθε σελίδα της την επιμονή στα πνευματικά θέματα. Μας διδάσκει τόσο με λόγια όσο και με τα μεγάλα παραδείγματα ανδρών καρτερικών ή μη. Τα δυο πιο φοβερά παραδείγματα μη επιμονής στο καλό, τα βρίσκουμε στην περίπτωση του Αδάμ, του προπάτορα του ανθρώπινου γένους, και του Ιούδα, που πριν ήταν απόστολος κι έπειτα έγινε προδότης. Και τους δυο η αγαθότητα του Θεού τους τοποθέτησε πολύ κοντά Του. Ο Αδάμ ήταν με το Θεό στον παράδεισο, ο Ιούδας κοντά στο Χριστό στη γη. Ξεκίνησαν κι οι δυο με υπακοή στο Θεό και τελείωσαν με δυσπιστία. Το τέλος τού Ιούδα ήταν πιο φοβερό από του Αδάμ, επειδή μπροστά του είχε και το παράδειγμα του πρωτόπλαστου. Ο Σαούλ πάλι δεν είχε επιμονή στη μάχη και γι’ αυτό παραφρόνησε. Ο Σολομών δεν είχε επιμονή κι η βασιλεία του μοιράστηκε. Πόσο υπέροχη όμως, πόσο υπεράνθρωπη επιμονή έδειξε ο Αβραάμ με την πίστη του στο Θεό, ο Ιακώβ με την πραότητά του, ο Ιωσήφ με την εγκράτειά του, ο Δαβίδ με τη μετάνοιά του κι ο δίκαιος Ιώβ με την καρτερία του! Τι υπέροχο παράδειγμα επιμονής στην αγνότητά της έδειξε η Πάναγνη Παρθένος, αλλά κι ο δίκαιος Ιωσήφ με την υπακοή του στο Θεό! Αλλά το ίδιο έκαναν κι οι απόστολοι, καθώς κι όλοι εκείνοι που είχαν αφοσιωθεί στο Θεό, με την αγάπη τού Χριστού!

Στην Αγία Γραφή θα βρούμε πάρα πολλά και καθαρά παραδείγματα πώς η επιμονή στο καλό αποβαίνει πάντα νικηφόρα και στεφανώνεται. Κανένας από μας που τα διαβάζει αυτά δεν μπορεί να ισχυριστεί πως δεν ήξερε ή δε διδάχτηκε. Πώς γίνεται εκατοντάδες χιλιάδες αγίων, παρθένων και μαρτύρων, από την ένσαρκη ζωή τού Χριστού στη γη ως σήμερα, να το γνωρίζουν αυτό και μεις να το αγνοούμε; Δεν είναι πως δεν ξέρουμε, αλλά δεν έχουμε τη δύναμη να επιμείνουμε. Το να γνωρίζουμε το καλό και να μην επιμένουμε σ’ αυτό, μας κατακρίνει διπλά. Εκείνος που δε γνωρίζει το δρόμο αυτό και δεν τον ακολουθεί «δαρήσεται ολίγας». Αυτός όμως που τον γνωρίζει και δεν τον ακολουθεί, «δαρήσεται πολλάς» (βλ. Λουκ. ιβ’ 47, 48).

Ο δρόμος προς το καλό είναι ανηφορικός. Εκείνος που έμαθε να βαδίζει μόνο σε επίπεδες επιφάνειες ή σε κατηφόρες, στην αρχή θα τον βρει δύσκολο. Αυτός που ξεκίνησε να βαδίζει το δρόμο αυτόν κι έπειτα γυρίζει πίσω, δε θα μπορέσει να σταθεί στον τόπο απ’ όπου ξεκίνησε τον ανήφορο, αλλά θα κατεβεί πιο χαμηλά, στο σκοτάδι και στην απώλεια. Γι’ αυτό είπε ο Κύριος πως «ουδείς επιβαλών την χείρα αυτού επ’ άροτρον και βλέπων εις τα οπίσω εύθετός εστιν εις την βασιλείαν του Θεού» (Λουκ. θ’ 62).

Το σημερινό ευαγγέλιο μας μιλάει για ένα θαυμαστό παράδειγμα επιμονής στην πίστη και την προσευχή που μας δίνει μια συνηθισμένη γυναίκα, που μάλιστα ήταν ειδωλολάτρισσα. Μακάρι το παράδειγμα αυτό να λειτουργήσει σαν φωτιά στις συνειδήσεις όλων εκείνων που αυτοονομάζονται πιστοί, ενώ στην πίστη και στην προσευχή είναι σκληροί και ψυχροί σαν την πέτρα. Διαβάστε περισσότερα »

Κυριακή ΙΣΤ’ Ματθαίου: Η παραβολή των ταλάντων (Άγιος Νικόλαος Βελιμίροβιτς)

(Ματθ. κε’ 14-30)

Ο Θεός δημιουργεί ανισότητες και οι άνθρωποι γογγύζουν γι’ αυτό. Είναι σοφότεροι από το Θεό οι άνθρωποι; Αφού ο Θεός δημιουργεί ανισότητες, σημαίνει πως η ανισότητα είναι σοφότερη και καλλίτερη από την ισότητα. Ο Θεός δημιουργεί την ανισότητα για το καλό του ανθρώπου, μα οι άνθρωποι δεν μπορούν να δουν το καλό στην ανισότητά τους. Ο Θεός δημιουργεί την ανισότητα λόγω του κάλλους της ανισότητας, οι άνθρωποι όμως δε βλέπουν κανένα κάλλος σ’ αυτήν. Ο Θεός δημιουργεί την ανισότητα από αγάπη, που αναπτύσσεται και συντηρείται από την ανισότητα, ο άνθρωπος όμως δε βλέπει καμιά αγάπη σ’ αυτήν. Αυτή είναι μια πρωτόγονη ανθρώπινη επανάσταση της τυφλότητας ενάντια στην ενόραση, της αφροσύνης ενάντια στη σοφία, του κακού ενάντια στο καλό, της ασχήμιας ενάντια στην ωραιότητα, του φθόνου ενάντια στην αγάπη. Η Εύα κι ο Αδάμ παραδόθηκαν στη δύναμη του σατανά, για να γίνουν ισόθεοι. Ο Κάιν σκότωσε τον αδερφό του Άβελ, επειδή οι θυσίες τους δε φάνηκαν εξίσου αρεστές στο Θεό. Από τότε ως σήμερα οι αμαρτωλοί έκαναν πολέμους λόγω της ανισότητας. Ο Θεός όμως είχε δημιουργήσει την ανισότητα πριν απ’ αυτούς κι αυτή εξακολουθεί να είναι μαζί μας. Και λέμε πριν απ’ αυτούς επειδή ο Θεός δημιούργησε και τους αγγέλους άνισους. Ήταν επιθυμία του Θεού να είναι άνισοι οι άνθρωποι σε όλα τα εξωτερικά χαρακτηριστικά: στον πλούτο, στη δύναμη, στην κοινωνική θέση, στη σοφία κ.τ.ό. Δε θέλει όμως να υπάρχει κανένα είδος ανταγωνιστικότητας. «Μη κατακλιθής εις την πρωτοκλισίαν» (Λουκ. ιδ’ 8), δίδαξε ο Κύριος Ιησούς. Εκείνο που θέλει ο Θεός, είναι να υπάρχει ανταγωνιστικότητα στον πολλαπλασιασμό των αρετών: της πίστης, της αγάπης, της ταπείνωσης, της πραότητας και της υπακοής. Ο Θεός έδωσε εσωτερικά και εξωτερικά χαρίσματα, αν και θεωρεί τα εξωτερικά χαρίσματα κατώτερα και πιο ασήμαντα από τα εσωτερικά. Έδωσε τα εξωτερικά χαρίσματα τόσο στα ζώα όσο και στον άνθρωπο. Σκόρπισε τον πλούσιο θησαυρό των εσωτερικών χαρισμάτων όμως μόνο στις ψυχές των ανθρώπων. Ο Θεός έδωσε στους ανθρώπους κάτι παραπάνω απ’ ό,τι έδωσε στα ζώα. Γι’ αυτό κι έχει περισσότερες απαιτήσεις από τους ανθρώπους. Κι αυτό το παραπάνω που έδωσε στους ανθρώπους, συνίσταται στις πνευματικές δωρεές. Ο Θεός έδωσε στους ανθρώπους τα εξωτερικά χαρίσματα, για να υπηρετούν τα εσωτερικά. Όλα τα εξωτερικά χαρίσματα λειτουργούν ως μέσα στον εσωτερικό άνθρωπο. Όλα τα πρόσκαιρα είναι προγραμματισμένα να υπηρετούν τα αιώνια, όλα τα θνητά να υπηρετούν τα αθάνατα. Ο άνθρωπος που λειτουργεί αντίθετα, που δαπανά όλα τα πνευματικά του χαρίσματα αποκλειστικά για την απόκτηση εξωτερικών, πρόσκαιρων αγαθών, πλούτου, δύναμης, επίγειας δόξας κλπ. είναι σαν το γιο που κληρονομεί από τον πατέρα του μεγάλο πλούτο και τον ξοδεύει όλο για ν’ αγοράσει στάχτες. Για τους ανθρώπους που ένιωσαν μέσα τους τα χαρίσματα με τα οποία τους προίκισε ο Θεός, όλα τα εξωτερικά έχουν πολύ λίγη σημασία, όπως είναι το δημοτικό σχολείο σ’ εκείνον που προχώρησε σε υψηλότερα στάδια εκπαίδευσης. Εκείνοι που αγωνίζονται ν’ αποκτήσουν εξωτερικά χαρίσματα είναι οι άφρονες, όχι οι σοφοί. Οι σοφοί αποδύονται σε σκληρότερους μα πιο αποδοτικούς αγώνες, ώστε να πολλαπλασιάσουν τα εσωτερικά τους χαρίσματα. Για την εξωτερική ισότητα αγωνίζονται εκείνοι που δεν μπορούν ή δεν τολμούν να κοιτάξουν μέσα τους, που δεν βάζουν τον εαυτό τους ν’ αγωνιστεί στον εσωτερικό και σπουδαιότερο χώρο του ανθρωπισμού τους. Ο Θεός δεν εκτιμά τι είναι ή τι έχει ο άνθρωπος σ’ αύτόν τον κόσμο, πώς ντύνεται, πώς τρέφεται, πώς διδάσκεται ή πόσο τον εκτιμούν οι άλλοι. Ο Θεός κοιτάζει την καρδιά του ανθρώπου. Με άλλα λόγια, ο Θεός δεν προσέχει την εξωτερική θέση του ανθρώπου, αλλά την εσωτερική του πρόοδο, την ανάπτυξη και τον εμπλουτισμό του εν πνεύματι και αληθεία. Γι’ αυτά μας μιλάει το σημερινό ευαγγέλιο. Η παραβολή των ταλάντων, δηλαδή των πνευματικών χαρισμάτων που ο Θεός έδωσε στις ψυχές όλων των ανθρώπων, δείχνει τη μεγάλη εσωτερική ανισότητα των ανθρώπων στην ίδια τους τη φύση. Δείχνει όμως και πολύ περισσότερα. Στην υψιπετή πτήση της η παραβολή αυτή υψώνεται πάνω από την ιστορία της ανθρώπινης ψυχής, από την αρχή ως το τέλος της. Αν μπορούσε ο άνθρωπος να κατανοήσει στην πληρότητά της τη διδαχή της παραβολής αυτής και να την τηρήσει στη ζωή του, θα κέρδιζε την αιώνια σωτηρία του στη βασιλεία του Θεού. Διαβάστε περισσότερα »

Κυριακή Β’ Ματθαίου: Η κλήση των αποστόλων (Άγιος Νικόλαος Βελιμίροβιτς)

(Ματθ. δ’ 18-23)

Γιατί οι άνθρωποι είναι πάντα τόσο βιαστικοί σήμερα; Για να δουν όσο γίνεται πιο γρήγορα την επιτυχία των προσπαθειών τους. Κι η επιτυχία έρχεται και παρέρχεται, αφήνοντας πίσω της κάποια ίχνη λύπης.

Γιατί οι γιοι των ανθρώπων είναι τόσο βιαστικοί σήμερα; Για να δρέψουν τους καρπούς των αγώνων τους το συντομότερο δυνατό. Κι οι καρποί έρχονται και παρέρχονται, αφήνοντας πίσω τους τα ίχνη κάποιας πικρίας.

Όταν έρχεται ο θάνατος, οι σημερινοί άνθρωποι πεθαίνουν βλέποντας τον εαυτό τους στο παρελθόν. Βλέπουν τις επιτυχίες τους που έχουν ξεχαστεί, τους θερισμένους καρπούς που έχουν σαπίσει. Με το δικό τους θάνατο, χάνονται και τα τελευταία ίχνη των προσπαθειών και των καρπών τους. Εκείνοι που έρχονται μετά απ’ αυτούς σπέρνουν με την ίδια βιασύνη, θερίζουν τους καρπούς, τους τρώνε κι έπειτα φεύγουν γυμνοί και άδειοι απ’ αυτόν τον κόσμο.

Οι άνθρωποι έτσι εξελίσσονται. Δε γίνεται το ίδιο όμως με το Θεό. Οι άνθρωποι παρατηρούν πώς αντιμετωπίζουν τα πράγματα οι ίδιοι και πώς τ’ αντιμετωπίζει ο Θεός και λένε: Οι μύλοι του Θεού αλέθουν αργά, αλλ’ αλέθουν πολύ καλά.

Ο Θεός ίσως αργεί στη μια γενιά, αλλά δεν αργεί σ’ όλο το φάσμα των γενεών. Συχνά σπείρει στη μια γενιά και θερίζει στην άλλη. Έτσι η πρώτη γενιά (τότε που σπέρνει ο Θεός) λέει πως ο Θεός είναι αργός. Η άλλη γενιά, τότε που θερίζει ο Θεός, λέει πως είναι ταχύς. Στις δικές μας, τις ανθρώπινες ενασχολήσεις, κάθε θερισμός δεν είναι πιο γρήγορος από το όργωμα, τη σπορά, το ξεχορτάριασμα και την ανιαρή περίοδο αναμονής της ωρίμανσης του καρπού; Ο Θεός όμως δεν είναι ούτε αργός ούτε γρήγορος. Έχει το ρυθμό Του και δεν τον εγκαταλείπει. Το μυρμήγκι βλέπει μόνο τη μυρμηγκοφωλιά του. Ο αγρότης όμως παρατηρεί όλον τον αγρό.

Αν ο Χριστός ενεργούσε σύμφωνα με τον τρόπο των ανθρώπων, δε θα είχε διαλέξει για αποστόλους Του δώδεκα ψαράδες, αλλά μάλλον δώδεκα βασιλιάδες της γης. Αν ήθελε νά ‘χει άμεση επιτυχία στο έργο Του και να δρέψει τους καρπούς των αγώνων Του, με την ακατανίκητη δύναμή Του θα είχε διαλέξει δώδεκα από τους πιο δυνατούς βασιλιάδες του κόσμου για να τους κάνει οπαδούς και αποστόλους Του. Σκέψου απλά πώς θα μπορούσε αμέσως ο Χριστός, σε μια στιγμή, να γίνει γνωστός σ’ ολόκληρο τον κόσμο· πόσο γρήγορα θα διαδίδονταν τότε η διδασκαλία Του! Πώς θα εξαφανίζονταν τα είδωλα εν ριπή οφθαλμού μ’ ένα αυτοκρατορικό διάταγμα! Πώς θα μετατρέπονταν όλοι οι ειδωλολατρικοί ναοί σε χριστιανικούς! Πώς θα σταματούσαν αμέσως οι θυσίες ζώων στους θεούς και τους καπνούς από τις θυσίες θ’ αντικαθιστούσαν τα θυμιάματα! Σκέψου πόσο εύκολα η Εκκλησία του ενός Θεού θα είχε ιδρυθεί, για την εξυπηρέτηση ολόκληρης της ανθρωπότητας! Ο Χριστός, χωρίς να χρειαζόταν να υποφέρει και να πάθει, θα καταλάμβανε τον πρώτο και μοναδικό αυτοκρατορικό θρόνο κι από κει θα κυβερνούσε όλους τους λαούς της γης, ολόκληρο τον κόσμο από ανατολή σε δύση κι από βορρά ως το νότο, με αντιπροσώπους Του τους δώδεκα υποτελείς βασιλιάδες. Χωρίς να χρειαστεί να πάθει, οι σκληροτράχηλοι Ιουδαίοι θα αναγνώριζαν το Χριστό ως βασιλιά και τον αναμενόμενο Μεσσία και θα τον προσκυνούσαν.

Στοχάσου τελικά πόσα πράγματα θα μπορούσαν να γίνουν από έναν τέτοιο επίγειο βασιλιά και μάλιστα σύντομα, με τη δύναμη και την ευφυΐα ενός μόνο ανθρώπου! Τ’ αποτελέσματα θα ήταν τα ίδια με όσα είχαν πραγματοποιήσει όλες μαζί οι βασιλείες, πριν αλλά και μετά το Χριστό. Θά ‘χαν φτάσει κι αυτά σ’ ένα τέλος, μαζί με τους ιδρυτές τους. Ο κόσμος θα ξαναγύριζε εκεί που ήταν και πριν. Πιο γραφικά ακόμα, θα ήταν σα νά ’χε ξεριζώσει κάποιος γίγαντας μια πανύψηλη δρυ από το δάσος και την είχε ξαναφυτέψει σε μια πεδιάδα. Όσο διάστημα ο γίγαντας στεκόταν δίπλα στο δέντρο και το κρατούσε όρθιο με το δυνατό του χέρι, η δρυς θα στεκόταν όρθια. Με το που θ’ απομακρυνόταν ο γίγαντας όμως, ο άνεμος που θα φυσούσε θα την ξερίζωνε και θα την έριχνε κάτω. Οι άνθρωποι θα μαζεύονταν γύρω από την πεσμένη δρυ και θα θαύμαζαν πώς ένα τόσο δυνατό δέντρο έπεσε με το πρώτο φύσημα του ανέμου, ενώ οι αργοανάπτυκτες φουντουκιές δίπλα τους αντιστέκονταν στον άνεμο και στέκονταν όρθιες. Οι άνθρωποι θα κουνούσαν το κεφάλι τους και θά ‘λεγαν: «Είναι αλήθεια πως οι χαμηλές φουντουκιές φυτεύονται με σπόρο κι αναπτύσσονται αργά, αλλ’ αντιστέκονται σθεναρά κι αντιμετωπίζουν πιο εύκολα τον άνεμο από την πανύψηλη δρυ που τη μεταφύτεψε ένας γίγαντας κι έπειτα την εγκατέλειψε. Όσο πιο βαθιά βρίσκονται στο έδαφος οι ρίζες του δέντρου, τόσο πιο δυνατό και πιο ανθεκτικό θα γίνει.

Πόσο σοφό ήταν το να ξεκινήσει από τα χαμηλά ο Κύριος κι όχι από την κορυφή. Πόσο σοφό ήταν ν’ αρχίσει την οικοδομή της βασιλείας Του όχι με βασιλείς, αλλά με ψαράδες. Πόσο καλό, πόσο σωτήριο ήταν για μας, που ζούμε δυο χιλιάδες χρόνια από τη γέννησή Του, το ότι δεν απέβλεψε στην τελική επιτυχία του έργου Του, ούτε και στο να θερίσει τους καρπούς των αγώνων Του όσο ζούσε. Δεν ήθελε, όπως ο γίγαντας, να μεταφυτέψει μεμιάς το τεράστιο δέντρο, αλλά σαν απλός αγρότης να θάψει το σπόρο του δέντρου βαθιά μέσα στη γη κι έπειτα να πάει στο σπίτι του. Κι αυτό έκανε. Ο Κύριος έθαψε το σπόρο του Δέντρου της Ζωής όχι μόνο στο βάθος της καρδιάς των απλών Γαλιλαίων ψαράδων, αλλά και στο βάθος της ίδιας της κόλασης. Έπειτα συνέχισε την πορεία Του. Και το δέντρο αναπτυσσόταν αργά, πολύ αργά. Άνεμοι ισχυροί φύσηξαν πάνω του σε μια προσπάθεια να το ξεριζώσουν, μα δεν το κατόρθωσαν. Οι εχθροί έκοψαν το δέντρο, το έριξαν κάτω, μα οι ρίζες του πέταξαν πολλούς καινούργιους βλαστούς. Όσο εκείνοι το πελέκιζαν, τόσο πιο γρήγορα αναπτυσσόταν. Οι ορδές του εχθρού έσκαψαν στη γη, πιο βαθιά κι από τις κατακόμβες για να το ξεριζώσουν. Όσο όμως εκείνοι προσπαθούσαν, τόσο οι ρίζες αντιστέκονταν, τόσο οι καινούργιοι βλαστοί μεγάλωναν κι άλλοι φύτρωναν από την αρχή και πύκνωναν. Έτσι το δέντρο του Χριστού, που φυτεύτηκε με του Θεού τον τρόπο κι όχι του ανθρώπου, εξακολουθεί ν’ ανθίζει ως σήμερα, δυο χιλιάδες χρόνια αργότερα, παράγει καρπούς γλυκούς για ανθρώπους και αγγέλους και λάμπει από φρεσκάδα και κάλλος, σα νά ‘χε φυτευτεί μια γενιά νωρίτερα.

Αν ο Κύριος είχε ενεργήσει όπως οι άνθρωποι, είναι αλήθεια πως θα τον είχαν δοξάσει πολύ νωρίτερα οι άνθρωποι, εμείς όμως δε θα είχαμε σωθεί. Δεν τον ενδιέφερε η δόξα των ανθρώπων, ο ήχος των ποιμενικών αυλών, που σήμερα ακούγονται κι αύριο ρίχνονται στη φωτιά. Εκείνο που τον ενδιέφερε ήταν η σωτηρία των ανθρώπων. Δεν ήρθε στους ανθρώπους όπως κάνει κάποιος γίγαντας σε τσίρκο, για να δείξει τη δύναμη και τις ικανότητές του, ν’ απολαύσει το χειροκρότημα των θεατών. Ήρθε σαν φίλος σ’ εμάς, σαν γιατρός σε θεραπευτήριο για να μας επισκεφτεί, να συνομιλήσει με τον καθένα μας και να μας προσφέρει συμβουλές και θεραπεία. Είναι επομένως πολύ καλό για όλη την ανθρωπότητα, από τότε που ξεκίνησε ο κόσμος ως τη συντέλεια, το γεγονός ότι ο Κύριος ενήργησε με θεϊκό τρόπο. Διάλεξε για αποστόλους Του όχι δώδεκα τρανούς βασιλιάδες, μα δώδεκα άσημους ψαράδες. Στο σημερινό ευαγγέλιο μαθαίνουμε με ποιό τρόπο τους διάλεξε. Διαβάστε περισσότερα »

Κυριακή Γ’ Λουκά: Το θαύμα της νεκρανάστασης (Άγιος Νικόλαος Βελιμίροβιτς)

(Λουκ. ζ’ 11-16)

Πολλοί είναι οι άνθρωποι που αυτοτιτλοφορούνται «Σωτήρες της ανθρωπότητας». Ποιος απ’ όλους τους όμως θα μπορούσε να φανταστεί πως θα ήταν δυνατό να σώσει ανθρώπους από το θάνατο; Στην ιστορία έχουμε δει πολλούς καταχτητές. Κανένας τους όμως δε νίκησε το θάνατο. Στη γη γνωρίσαμε πολλούς βασιλιάδες που είχαν εκατομμύρια υποτελείς. Κανένας τους όμως δεν μπόρεσε να μετρήσει στους υποτελείς του και τους νεκρούς μαζί με τους ζωντανούς.

Κανένας, εκτός από τον μοναδικό Ένα, τον Κύριο Ιησού Χριστό, Εκείνον που μαζί Του δεν μπορεί να συγκριθεί κανένας. Δεν είναι μόνο ο Νέος Άνθρωπος. Είναι ο Νέος Κόσμος, ο Δημιουργός Του. Όργωσε τον αγρό ζώντων και νεκρών κι έσπειρε και στους δυό τον καινούργιο σπόρο της ζωής. Οι νεκροί μπροστά Του είναι όπως κι οι ζωντανοί, οι ζωντανοί όπως οι νεκροί. Ο θάνατος δεν είναι εμπόδιο στη βασιλεία Του. Παραμέρισε το εμπόδιο αυτό κι άνοιξε τη βασιλεία Του στην ιστορία, από τον Αδάμ και την Εύα ως τον τελευταίο άνθρωπο που θα γεννηθεί στη γη. Κοίταξε τη ζωή και το θάνατο του ανθρώπου με διαφορετικό τρόπο απ’ ότι βλέπουμε εμείς οι θνητοί. Κοίταξε και είδε πως η ζωή δεν τελειώνει με το σωματικό θάνατο, πως η πραγματικότητα του θανάτου για μερικούς ανθρώπους έρχεται πριν από το σωματικό τους θάνατο. Πολλούς ζωντανούς τούς βλέπει στον τάφο, πολλούς νεκρούς σε σώματα ζωντανά. «Μη φοβηθήτε από των αποκτεννόντων το σώμα, την δε ψυχήν μη δυναμένων αποκτείναι» (Ματθ. ι’ 28), είπε ο ίδιος στους αποστόλους Του. Ο σωματικός θάνατος δεν συνεπάγεται και τον ψυχικό θάνατο. Αυτός προκαλείται μόνο από τη θανάσιμη αμαρτία πριν ή και κατά το σωματικό θάνατο, ξέχωρα απ’ αυτόν.

Με την πνευματική ματιά Του ο Κύριος διαπερνά το χρόνο όπως η αστραπή τα σύννεφα. Οι ζωντανές ψυχές τόσο εκείνων που πέθαναν προ πολλού όσο και αυτών που δε γεννήθηκαν ακόμα εμφανίζονται μπροστά Του. Ο προφήτης Ιεζεκιήλ είδε σε όραμα μια πεδιάδα γεμάτη οστά νεκρών και δεν μπορούσε να κατανοήσει αν τα οστά αυτά θα μπορούσαν να αναζωογονηθούν, ωσότου του το αποκάλυψε ο Κύριος. «Υιέ ανθρώπου, ει ζήσεται τα οστέα ταύτα;», τον ρώτησε ο Κύριος, «και είπα· Κύριε Κύριε, συ επίστη ταύτα» (Ιεζ. λζ’ 3). Ο Χριστός δεν έβλεπε νεκρά οστά, αλλά τα ζωντανά πνεύματα που είχαν μέσα τους. Το σώμα και τα οστά του ανθρώπου δεν είναι παρά το περίβλημα κι ο εξοπλισμός της ψυχής. Το περίβλημα αυτό γερνάει και γίνεται σαν φθαρμένο ρούχο. Ο Θεός όμως θα το ανακαινίσει και θα ξαναντύσει με αυτό την ψυχή που αναχώρησε.

Ο Χριστός ήρθε για ν’ απαλλάξει τον άνθρωπο από τον αρχαίο φόβο, αλλά και να δημιουργήσει έναν καινούργιο φόβο σ’ αυτούς που αμαρτάνουν. Ο αρχαίος φόβος του ανθρώπου ήταν ο σωματικός θάνατος. Ο καινούργιος φόβος είναι ο πνευματικός θάνατος. Και τον φόβο αυτόν ο Χριστός τον ενίσχυσε, τον έκανε πιο δυνατό. Ο φόβος του σωματικού θανάτου οδηγεί τον άνθρωπο στην αναζήτηση βοήθειας απ’ αυτόν τον κόσμο. Οι άνθρωποι εγκαθίστανται σ’ αυτόν τον κόσμο, σκορπίζονται σ’ αυτόν και πιάνονται απ’ αυτόν, μόνο και μόνο για να σιγουρέψουν τη μεγαλύτερη δυνατή διαμονή για το σώμα τους, να διανύσουν ένα ταξίδι όσο μεγαλύτερο και αβασάνιστο γίνεται. Ο Κύριος όμως λέει σ’ εκείνον που ήταν πλούσιος ολικά αλλά φτωχός πνευματικά: «Άφρον, ταύτη τη νυκτί την ψυχήν σου απαιτούσιν από σου· α δε ητοίμασας τίνι έσται;» (Λουκ. ιβ’ 20). Τον άνθρωπο που φροντίζει για το σώμα του αλλά αδιαφορεί για την ψυχή του, ο Κύριος τον αποκαλεί άφρονα, ανόητο. «Ουκ εν τω περισσεύειν τινί η ζωή αυτού έστιν εκ των υπαρχόντων αυτού» (Λουκ. ιβ’ 15), είπε επίσης ο Κύριος. Σε τι συνίσταται λοιπόν η ζωή του ανθρώπου; Στην εξάρτησή του από το Θεό, που ζωοποιεί την ψυχή με το λόγο Του και μαζί με την ψυχή ζωοποιεί και το σώμα.

Με το λόγο Του ο Κύριος ανάστησε κι ανασταίνει ψυχές αμαρτωλές, ψυχές που πέθαναν πριν από το σωματικό θάνατο. Υποσχέθηκε πως θ’ αναστήσει τα νεκρά σώματα εκείνων που έχουν ήδη αποβιώσει. Με την άφεση των αμαρτιών, με τα ζωοποιά λόγια Του και με τα τίμια δώρα, το πάναγνο Σώμα και το Αίμα Του, ανέστησε κι ανασταίνει και σήμερα ακόμα νεκρούς. Και θα το κάνει αυτό ως τη συντέλεια του κόσμου. Μας το επιβεβαίωσε αυτό όχι μόνο με λόγια αλλά και με έργα, αφού ανάστησε αρκετούς στη διάρκεια της επίγειας ζωής Του, καθώς και με την Ανάστασή Του. «Αμήν λέγω υμίν ότι έρχεται ώρα, και νυν έστιν, ότε οι νεκροί ακούσονται της φωνής του υιού του Θεού, και οι ακούσαντες ζήσονται» (Ιωάν. ε’ 25). Πολλοί νεκροί άκουσαν τη φωνή του Υιού του Θεού και αναστήθηκαν. Ένα τέτοιο παράδειγμα έχουμε από το σημερινό ευαγγέλιο. Διαβάστε περισσότερα »