Φέτος συμπληρώνονται πενήντα χρόνια από τον Μάιο του 1976 οπότε και καταργήθηκε από τη μέση εκπαίδευση η διδασκαλία της «καθαρεύουσας» και επιβλήθηκε η «δημοτική» ως επίσημη γλώσσα του ελληνικού κράτους. Η ατμόσφαιρα ήταν πρόσφορη και το μέτρο έγινε δεκτό με ενθουσιασμό σαν μια ακόμη κατάκτηση της νεαράς τότε δημοκρατίας στο ηττημένο ήδη φάντασμα της χούντας. Μέτρο ακόμη πιο ευπρόσδεκτο, αφού ο υπουργός Παιδείας που ανέλαβε τη μεταρρύθμιση ήταν ένας συντηρητικός πολιτικός, ο Γεώργιος Ράλλης, μιας κεντροδεξιάς κυβέρνησης. Ως γνωστόν το «γλωσσικό» συνόδευσε την ύπαρξη του νεοελληνικού κράτους και αποτέλεσε σημαντική παράμετρο στις πολιτικές και ιδεολογικές συγκρούσεις. Ως γνωστόν, επίσης, η χούντα που μιλούσε την «καθαρεύουσα» των αμόρφωτων καραβανάδων κατάφερε και το τελειωτικό χτύπημα στη λεγόμενη καθαρεύουσα, αυτήν που είχε κάνει βασικό στοιχείο στις κωμωδίες του ο Μποστ με το ταλέντο του. Η μεταρρύθμιση θεωρήθηκε λοιπόν μέτρο προοδευτικό, απαραίτητο για τον εκσυγχρονισμό και τον εκδημοκρατισμό της χώρας. Το κράτος θα μιλούσε επιτέλους τα ίδια ελληνικά με τον «λαό» του οποίου η γλώσσα παρέμενε συγκεχυμένη και αναζητούσε την κωδικοποίησή της σε κανόνες τους οποίους είχε οργανώσει ο Μ. Τριανταφυλλίδης, συνεργάτης του δημοτικιστή Ιωάννη Μεταξά. Λεπτομέρεια που μπορεί να έχει ιστορική σημασία, όμως δεν έχει μόνον ιστορική αξία. Απλώς καταδεικνύει ότι το λεγόμενο «γλωσσικό» ήταν πιο πολύπλοκο από όσο το θεωρούσαν όσοι το ταύτιζαν με τη σύγκρουση δεξιάς και αριστεράς. Δεν χρειάζεται να προσθέσω ότι η μεταρρύθμιση αυτή του 1976 έφερε μια απορρύθμιση στη χρήση της ελληνικής, κυρίως της επίσημης η οποία υπέστη τις στρεβλώσεις στα όρια του γελοίου της ενδογλωσσικής μετάφρασης. Απορρύθμισε και τη διδασκαλία της στην εκπαίδευση.