Σχεδόν 1.800 άνθρωποι έχουν πέσει από την Γέφυρα Golden Gate του Σαν Φρανσίσκο, με σκοπό να αυτοκτονήσουν και σχεδόν όλοι πέθαναν. Οι λίγοι επιζώντες είπαν την ίδια ιστορία, όπως αυτή του Kevin Hines, ο οποίος πήδησε από τη γέφυρα το 2000. Είπε ότι την στιγμή, που ρίχτηκε στο κενό, συνειδητοποίησε ότι ήθελε να ζήσει. Όλοι οι άλλοι επιζώντες επανέλαβαν τα λόγια του: την στιγμή, που τα χέρια τους έφευγαν από το κιγκλίδωμα, συνειδητοποιούσαν ότι ήθελαν να ζήσουν.
Αυτή η αναλαμπή διαύγειας αποδεικνύει πόσο γρήγορα μπορεί να καταρρεύσει η επιθυμία θανάτου και με πόση δύναμη παλεύει η θέληση για ζωή. Η αντιστροφή της επιθυμίας θανάτου μέσα σε κλάσματα δευτερολέπτου δείχνει πόσο ευμετάβλητη μπορεί να είναι η απόφαση για αυτοκτονία και η θέληση για επιβίωση έχει την ικανότητα να αναδύεται την ίδια την στιγμή της καταστροφικής πρακτικής.
Αυτή η διαπίστωση έχει σημασία γιατί υπάρχουν νομοθέτες και γιατροί που θεωρούν την απόφαση για υποβοηθούμενη αυτοκτονία ως μια σταθεροποιημένη και ορθολογική επιλογή. Οι επιζώντες της Γέφυρας μας υπενθυμίζουν ότι τα αυτοκτονικά συναισθήματα δεν είναι σταθερά, καθώς καταρρέουν συχνά την ίδια την στιγμή που καθοδηγούν την συμπεριφορά. Όταν η μοιραία πράξη ξεκινήσει, όμως, δεν μπορεί πια να αντιστραφεί και η μετάνοια δεν μπορεί να υλοποιηθεί.
Η ευθανασία και η υποβοηθούμενη αυτοκτονία ως διαδικασίες έχουν μηδενίσει κάθε πιθανότητα αντιστροφής. Οι ασθενείς, μόλις καταπιούν τα θανατηφόρα φάρμακα ή κάνουν ενέσεις ευθανασίας έχουν χάσει την δυνατότητα να αλλάξουν πορεία, ακόμα και αν μετανιώσουν αμέσως, όπως περιγράφουν οι άλτες της γέφυρας.






