«Θα μας ζητηθεί να λογοδοτήσουμε όχι για κάθε λόγο και πράξη μας, αλλά και για κάθε χρόνο, ακόμη και για κάθε στιγμή και λεπτό της ώρας»
Άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος
«Θα μας ζητηθεί να λογοδοτήσουμε όχι για κάθε λόγο και πράξη μας, αλλά και για κάθε χρόνο, ακόμη και για κάθε στιγμή και λεπτό της ώρας»
Άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος
Όλες αυτές οι Κυριακές πριν από τη Μεγάλη Τεσσαρακοστή μας μυούν στη σοφία της μετάνοιας και κάθε Κυριακή μας δίνει σταθερές, αρχές που πρέπει να τηρούμε καθ’ όλη τη διάρκεια της περιόδου αυτής για την ανανέωσή μας. Όλα τα μαθήματα που παίρνουμε τώρα μας βοηθούν να συνειδητοποιήσουμε το μεγαλύτερο σκοπό της ζωής μας∙ το να ανακαλύψουμε την καρδιά μας και να γίνουμε αληθινές εικόνες του Θεού, ικανοί να συνομιλούμε μαζί Του πρόσωπο με Πρόσωπο. Η Κυριακή του Ζακχαίου έχει δύο κύρια θέματα. Το πρώτο είναι η σημασία της εκούσιας αισχύνης στην κάθαρσή μας από την αισχύνη της αμαρτίας που έχουμε συσσωρεύσει στη ζωή μας. Το δεύτερο θέμα είναι ο πόθος του Θεού. Για να είναι τέλεια η άσκησή μας κατά τη διάρκεια της Μεγάλης Τεσσαρακοστής, χρειαζόμαστε τον πόθο του Θεού να υπερισχύει των πάντων, διότι ο πόθος αυτός στρέφει όλη την καρδιά προς τον Θεό. Ο άγιος Αντώνιος δεν μετρούσε την πνευματική του πρόοδο σύμφωνα με τα χρόνια που είχε ζήσει στην έρημο, αλλά με τον θείο πόθο που είχε στην καρδιά του κάθε φορά που παρίστατο ενώπιον του Θεού. Ο θείος πόθος νικά οποιονδήποτε άλλο εμπαθή πόθο του κόσμου τούτου και τότε ο Θεός έρχεται να βασιλεύσει στην καρδιά μας ως Βασιλιάς. Όταν ο άνθρωπος στρέφεται προς τον Θεό σαν τον Ζακχαίο, γίνεται «διδακτός Θεού» και όσα προφέρει έχουν αιώνια αξία. Είναι ο Θεός που μιλάει μέσω αυτού, που τον δικαιώνει και ανακαινίζει τη ζωή του.
ΛΟΓΟΣ 28. ΘΕΟΛΟΓΙΚΟΣ Β’
Αφού καθαρίσαμε με τον λόγο μας τον θεολόγο, περιγράφοντας πώς πρέπει να είναι, σε ποιους πρέπει να φιλοσοφεί, πότε και σε ποιο βαθμό —ότι δηλαδή πρέπει να είναι όσο το δυνατόν καθαρότερος, ώστε το φως να καταλαμβάνεται από το φως· και να απευθύνεται σε όσους επιδεικνύουν επιμέλεια, ώστε ο λόγος να μην πέφτει σε άγονη γη και μένει άκαρπος· και πότε, όταν δηλαδή έχουμε εσωτερική γαλήνη από τους εξωτερικούς περισπασμούς, ώστε να μη διακόπτεται η πνοή μας όπως συμβαίνει σε όσους υποφέρουν από λύσσα· και σε ποιο βαθμό, όσο δηλαδή χωρέσαμε ή χωράμε ακόμα— αφού λοιπόν έγιναν αυτά έτσι, και οργώσαμε μέσα μας θεϊκά χωράφια ώστε να μη σπέρνουμε σε αγκάθια, και ισιώσαμε την επιφάνεια της γης έχοντας τυπωθεί από τη Γραφή και τυπώσει σε αυτήν· εμπρός, ας προχωρήσουμε πια στους λόγους της θεολογίας, θέτοντας επικεφαλής του λόγου τον Πατέρα, τον Υιό και το Άγιο Πνεύμα, για τα οποία γίνεται ο λόγος. Ώστε ο ένας να ευδοκεί, ο άλλος να συνεργάζεται και ο τρίτος να εμπνέει· ή μάλλον, να υπάρξει μία έλλαμψη από τη μία θεότητα, η οποία με παράδοξο τρόπο και διαιρείται ενιαία και συνάπτεται διαιρετά.
Πρόλογος
Το παρόν δοκίμιο επιχειρεί να προσεγγίσει ένα από τα πιο ευαίσθητα και σύνθετα ζητήματα της σύγχρονης κοινωνίας: την καύση και την ταφή του νεκρού.
Πρόκειται για δύο διαφορετικές ανθρωπολογικές και κοσμολογικές τάσεις, οι οποίες δεν μπορούν να ταυτιστούν, αλλά οφείλουν να συνυπάρχουν μέσα σε ένα πλαίσιο αμοιβαίου σεβασμού.
Η καύση, για πολλούς ανθρώπους, αποτελεί συνειδητή υπαρξιακή επιλογή και προσωπική επιθυμία. Συνδέεται με τον τρόπο που αντιλαμβάνονται τον θάνατο, τη φθορά και την ανάγκη απομάκρυνσης από τον πόνο. Η επιλογή αυτή, ως έκφραση ελευθερίας, οφείλει να γίνεται σεβαστή χωρίς απαξίωση, χωρίς ηθική στοχοποίηση και χωρίς κοινωνικό στιγματισμό.
Την ίδια στιγμή, η ταφή αποτελεί για τους Ορθοδόξους χριστιανούς όχι απλώς μια παραδοσιακή πρακτική, αλλά έκφραση πίστης, θεολογικής συνέπειας και εκκλησιαστικής ταυτότητας. Η ταφή συνδέεται με την πίστη στην Ανάσταση, με τον σεβασμό προς το ανθρώπινο σώμα και με μια συγκεκριμένη θεώρηση του ανθρώπου και του κόσμου. Και αυτή η επιλογή οφείλει να γίνεται σεβαστή, χωρίς ειρωνεία, χωρίς απαξιωτικούς χαρακτηρισμούς και χωρίς πίεση προς αλλοίωση της πίστης.
Ιδιαίτερη έμφαση πρέπει να δοθεί στον σεβασμό προς τους λειτουργούς της Ορθόδοξης Εκκλησίας. Οι ιερείς που, από πίστη και συνείδηση, αρνούνται να τελέσουν εκκλησιαστικές ακολουθίες σε περιπτώσεις καύσης, δεν ενεργούν από σκληρότητα ή ιδεολογική εμμονή. Ενεργούν μέσα στα όρια της θεολογικής τους ευθύνης. Δεν μπορεί και δεν πρέπει να υφίστανται πίεση, καταπίεση, διώξεις ή εξευτελισμό επειδή παραμένουν πιστοί στην παράδοση και τη διδασκαλία της χριστιανικής πίστης.
Ο σεβασμός, επομένως, δεν είναι μονόπλευρος. Αφορά όλους: εκείνους που επιλέγουν την καύση, εκείνους που επιλέγουν την ταφή και εκείνους που καλούνται ποιμαντικά να υπηρετήσουν την Ορθόδοξη Εκκλησία χωρίς να προδώσουν τη συνείδησή τους. Μόνο μέσα σ᾽ αυτό το πνεύμα μπορεί να υπάρξει ουσιαστικός διάλογος, χωρίς φανατισμούς, χωρίς απλουστεύσεις και χωρίς αμοιβαίες προσβολές.
Το κείμενο που ακολουθεί δεν επιδιώκει να επιβάλει επιλογές. Επιδιώκει να φωτίσει, να ερμηνεύσει και να καλλιεργήσει σεβασμό. Διότι απέναντι στο μυστήριο του θανάτου, η μεγαλύτερη ευθύνη μας είναι να διαφυλάξουμε την ανθρώπινη αξιοπρέπεια και την αλήθεια της συνείδησης.