
Η αλήθεια που βλέπουμε στους άλλους είναι συχνά πιο ανώδυνη από εκείνη που αποκαλύπτει ο καθρέφτης μας
Υπάρχει μια κοινή, σχεδόν καθολική τάση που χαρακτηρίζει την ανθρώπινη φύση. Το να βλέπουμε μεγεθυμένα τα λάθη των άλλων, ενώ τα δικά μας τα συρρικνώνουμε ή τα επενδύουμε με δικαιολογίες. Στην καθημερινή μας ζωή, συχνά σχολιάζουμε με πάθος, πόσο διεφθαρμένη είναι η κοινωνία μας, πόσο «επιτήδειοι» είναι οι συμπολίτες μας, πως όλοι κλέβουν, εκμεταλλεύονται ή παραβιάζουν τους κανόνες. Κατηγορούμε τον φοροφυγά που ξεγέλασε το κράτος, τον «βολεμένο» που αξιοποίησε μια γνωριμία, τον οδηγό που παραβίασε το κόκκινο φανάρι, τον πολιτικό που νοιάζεται μόνο για την καρέκλα του. Και την ίδια στιγμή, όταν έλθει η ώρα να πράξουμε κι εμείς τα ίδια, ή και χειρότερα, τότε σπανίως περνά από το μυαλό μας να αναλογιστούμε τι πραγματικά κάνουμε.
Είναι σαν να έχουμε δύο ζυγαριές: Μια βαριά και αμείλικτη για τους άλλους, και μια ελαφριά και επιεική για εμάς. Ο ίδιος που αγανακτεί για τον φοροφυγά, μπορεί λίγο αργότερα να «ξεχάσει» να δηλώσει κάποιο εισόδημα, με το επιχείρημα ότι «έτσι κάνουν όλοι». Ο ίδιος που κουνάει το δάχτυλό του στον οδηγό, που παραβιάζει τον ΚΟΚ, μπορεί αύριο να βιάζεται να προλάβει το φανάρι, και να βρει χίλιες δικαιολογίες για την παράβασή του. Ο ίδιος που καταγγέλλει την διαφθορά, δεν έχει κανέναν ενδοιασμό να ζητήσει ένα «ρουσφέτι», όταν τον βολεύει.
Το παράδοξο δεν είναι μόνο η αντίφαση ανάμεσα στο τι απαιτούμε από τους άλλους και στο τι πράττουμε εμείς. Είναι κυρίως η αδυναμία –ή η άρνηση– να σταθούμε έστω και για λίγο απέναντι στον εαυτό μας με την ίδια αυστηρότητα, που στεκόμαστε απέναντι στον πλησίον μας. Να αναλογισθούμε ότι, αν θεωρούμε τόσο καταστροφική για την κοινωνία την συμπεριφορά κάποιου, γιατί άραγε επιτρέπουμε στον εαυτό μας να την επαναλαμβάνει; Τι κάνει την δική μας περίπτωση «ειδική», «διαφορετική», «δικαιολογημένη»;
Η απάντηση, ίσως, βρίσκεται στο ότι ο άνθρωπος έχει την τάση να βλέπει τον εαυτό του μέσα από ένα πρίσμα ιδιαιτερότητας, ανάγκης, συγκυρίας ή εξαίρεσης. Όταν εμείς κάνουμε κάτι, τότε αυτό δεν είναι αδικία, αλλ’ είναι επιβεβλημένη ανάγκη. Όταν το κάνουν οι άλλοι, είναι έλλειψη ηθικής νοοτροπίας. Έτσι, το μέτρο γίνεται σχετικό, κι εμείς παραμένουμε ήσυχοι με την συνείδησή μας, πιστεύοντας ότι δεν είμαστε σαν τους «άλλους». Όμως, η αλήθεια είναι πως το πλέγμα της κοινωνίας υφαίνεται από τις μικρές και μεγάλες πράξεις όλων μας. Κι αν όλοι αναζητούμε το «παραθυράκι», το «εύκολο» και το «βολικό», τότε όλοι μαζί οικοδομούμε ένα «σύστημα», που κατόπιν καταριόμαστε.
Έτσι, δεν είναι εύκολο να κοιτάξεις στον καθρέφτη και να δεις τον εαυτό σου με την ίδια αυστηρότητα, που βλέπεις τους άλλους. Δεν είναι εύκολο να θέσεις όρια στον εαυτό σου, όταν αυτά μοιάζουν να σε «περιορίζουν ή να σε ζημιώνουν». Αλλ’ ίσως εκεί να βρίσκεται η ουσία της ηθικής συνείδησης. Όχι στο να δείχνουμε με το δάχτυλο τον διπλανό μας, αλλά στο να έχουμε την τιμιότητα και το θάρρος να τον κρίνουμε με τα δικά μας μέτρα, να μπαίνουμε στην θέση του.
Αν πραγματικά επιθυμούμε μια καλύτερη κοινωνία, το πρώτο βήμα δεν είναι να απαιτήσουμε από τους άλλους να αλλάξουν, αλλά να κοιτάξουμε μέσα μας και να αλλάξουμε εμείς. Να πάψουμε να είμαστε οι «ειδικοί» στα λάθη των άλλων και οι «τυφλοί» στα δικά μας. Γιατί, όσο παραμένουμε αυστηροί κριτές για τους άλλους και επιεικείς δικαστές για τον εαυτό μας, τόσο θα διαιωνίζουμε την ίδια πραγματικότητα που καταδικάζουμε.
Μια αλλαγή δεν είναι ποτέ ανώδυνη. Όμως, αν αρχίσουμε να λογοδοτούμε πρώτα στον εαυτό μας με την ίδια αυστηρότητα, που απαιτούμε από τους άλλους, τότε ίσως θα μπορέσουμε να κτίσουμε μια κοινωνία, που δεν θα χρειάζεται διαρκώς «εξιλαστήρια θύματα», για να καλύπτουμε τις αδυναμίες μας.



Posted in
Tags: 



