«Μακάριοι όσοι δεν κηρύττουν με λόγια το Ευαγγέλιο, αλλά το ζούνε και κηρύττουν με τη σιωπή τους, με τη Χάρη του Θεού, η οποία τους προδίδει»
Άγιος Παΐσιος ο Αγιορείτης
«Μακάριοι όσοι δεν κηρύττουν με λόγια το Ευαγγέλιο, αλλά το ζούνε και κηρύττουν με τη σιωπή τους, με τη Χάρη του Θεού, η οποία τους προδίδει»
Άγιος Παΐσιος ο Αγιορείτης
(Ἐκ τοῦ κατὰ Μᾶρκον η΄ 34 – θ΄ 1)
Απομαγνητοφωνημένη ομιλία του π. Κωνσταντίνου Στρατηγόπουλου, στα πλαίσια της ερμηνείας που έγινε στο κήρυγμα της Κυριακής 18 Σεπτεμβρίου του 1994
Η Εκκλησία μας σήμερα χαρακτήρισε την Κυριακή ως Κυριακή μετά την Ύψωση, μιας και είχαμε γιορτάσει τη μεγάλη γιορτή της Υψώσεως του Σταυρού, και το Ευαγγέλιο που διαβάσαμε πριν από λίγο, από το κατά Μάρκον Ευαγγέλιο, αναφερόταν ακριβώς σε αυτό το γεγονός. Βέβαια, όσο δύσκολο είναι να καταλάβεις το γεγονός του Σταυρού του Χριστού –είναι κάτι παραπάνω από το δύσκολο, μόνο μέσα από το φωτισμό του Αγίου Πνεύματος μπορείς να το καταλάβεις – άλλο τόσο δύσκολο είναι να ερμηνεύσεις και τον ίδιο τον άνθρωπο, όπως τον περιγράφει σήμερα σε μια πρόταση του μικρή ο Χριστός, που είναι το κέντρο της ευαγγελικής περικοπής. Και αυτή η φράση, η πολύ γνώστη σε εμάς, παραμένει εν πολλοίς ακατανόητη και λίγο δυσπρόσιτη. Είναι εκείνο που λέει ότι όποιος θέλει να σώσει την ψυχήν αυτού, αυτός θα τη χάσει για μένα και το Ευαγγέλιο.
Βρε παιδιά μου, σήμερα οι άνθρωποι μιλούν πολύ για την αγάπη, αλλά φοβούνται εκείνο ακριβώς που κάνει την αγάπη αληθινή. Θέλουμε έναν άνθρωπο κοντά μας, αλλά μόλις η παρουσία του γίνει σημαντική, φοβόμαστε μήπως χάσουμε κάτι από την ελευθερία μας. Θέλουμε να αγαπήσουμε χωρίς να κινδυνεύσουμε, να δεθούμε χωρίς να εξαρτηθούμε, να επιθυμήσουμε χωρίς να περιμένουμε και να δοθούμε χωρίς να πληγωθούμε. Θέλουμε δηλαδή την αγάπη, αλλά όχι πάντοτε το κόστος της. Και το κόστος της δεν είναι ο πόνος, όπως συχνά νομίζουμε. Είναι ότι πρέπει να δεχθούμε πως ο άλλος παραμένει ελεύθερος και επομένως δεν μπορούμε ποτέ να τον εξασφαλίσουμε. Η αγάπη είναι συνάντηση δύο ελευθεριών που καλούνται κάθε ημέρα να πουν πάλι το «ναι». Γι’ αυτό έχει χαρά, αλλά έχει και εκείνη τη λεπτή ανασφάλεια που γεννά κάθε αληθινή σχέση. Ό,τι αγαπάς μπορεί και να σου λείψει.
Ένας χρόνος από την κοίμησή του

Γέροντας, π. Βασίλειος Ιβηρίτης (1936-2025). Πολυτεχνική ΑΠΘ, 1980. Φωτογραφία Κώστας Τουμπαλίδης. (λεπτομέρεια)
Δεν ξέρω με ποιες προσδοκίες έγινε η πρώτη πρόσκληση του πατρός Βασιλείου (Γοντικάκη), ηγουμένου τότε της Μονής Σταυρονικήτα και αργότερα της Μονής Ιβήρων στις φοιτητικές εκδηλώσεις του «Ελευθέρου διαλόγου» στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης την άνοιξη του 1980. Αυτή, πάντως, πρέπει να ήταν και η πρώτη του ομιλία σε πανεπιστημιακό αμφιθέατρο. Όπως και να έχει, η εμφάνιση και η παρουσία του Αγιορείτη ιερομονάχου στον πανεπιστημιακό χώρο απετέλεσε έναν κεραυνό εν αιθρία για όλους.
Δεν υπάρχει ελευθερία χωρίς αμφισβήτηση. Όποιος αποδέχεται άκριτα ιδέες, δόγματα και προκαταλήψεις, παραδίδει οικειοθελώς το μυαλό του σε ξένα χέρια. Όταν οι πολίτες, Έλληνες και όχι μόνο, σταματούν να σκέφτονται κριτικά, όταν ενστερνίζονται αμάσητα ξένες απόψεις με πρόχειρο τρόπο, τότε η κοινωνική κατάντια γίνεται αναπόφευκτη.
Υπάρχουν στιγμές που ζητούν σιωπή. Όχι επειδή το απαιτεί κάποιος εξωτερικός κανόνας, αλλά επειδή το υπαγορεύει η ίδια η ανθρώπινη ευαισθησία. Μια τέτοια στιγμή είναι η είσοδος ενός φέρετρου στον Ναό. Η ώρα του ύστατου αποχαιρετισμού.
Με αφορμή την κηδεία του Γιώργου Μαζωνάκη, τη Δευτέρα 14 Σεπτεμβρίου 2026, στον Ιερό Ναό Αγίας Τριάδας στη Νίκαια, επανήλθε ένας προβληματισμός που δεν αφορά μόνο το συγκεκριμένο περιστατικό. Η κηδεία είχε ανακοινωθεί για τη Δευτέρα, ενώ ο θάνατος του τραγουδιστή είχε γίνει γνωστός λίγες ημέρες νωρίτερα. Σε εικόνες που σχολιάστηκαν έντονα, αρκετοί άνθρωποι σήκωσαν τα κινητά τους για να φωτογραφίσουν ή να βιντεοσκοπήσουν την είσοδο του φέρετρου στον Ναό.
Η αντίδραση πολλών ήταν αρνητική. Και όχι άδικα. Το ερώτημα είναι αν έχουμε ακόμη την ικανότητα να ξεχωρίζουμε ποιες στιγμές πρέπει να τις ζούμε και ποιες να τις καταγράφουμε. Αν υπάρχουν όρια ανάμεσα στη μνήμη και στο θέαμα. Αν η συγκίνηση χρειάζεται πάντα μια οθόνη για να θεωρηθεί αληθινή.