«Θα μας ζητηθεί να λογοδοτήσουμε όχι για κάθε λόγο και πράξη μας, αλλά και για κάθε χρόνο, ακόμη και για κάθε στιγμή και λεπτό της ώρας»
Άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος
«Θα μας ζητηθεί να λογοδοτήσουμε όχι για κάθε λόγο και πράξη μας, αλλά και για κάθε χρόνο, ακόμη και για κάθε στιγμή και λεπτό της ώρας»
Άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος
ΛΟΓΟΣ 28. ΘΕΟΛΟΓΙΚΟΣ Β’
Αφού καθαρίσαμε με τον λόγο μας τον θεολόγο, περιγράφοντας πώς πρέπει να είναι, σε ποιους πρέπει να φιλοσοφεί, πότε και σε ποιο βαθμό —ότι δηλαδή πρέπει να είναι όσο το δυνατόν καθαρότερος, ώστε το φως να καταλαμβάνεται από το φως· και να απευθύνεται σε όσους επιδεικνύουν επιμέλεια, ώστε ο λόγος να μην πέφτει σε άγονη γη και μένει άκαρπος· και πότε, όταν δηλαδή έχουμε εσωτερική γαλήνη από τους εξωτερικούς περισπασμούς, ώστε να μη διακόπτεται η πνοή μας όπως συμβαίνει σε όσους υποφέρουν από λύσσα· και σε ποιο βαθμό, όσο δηλαδή χωρέσαμε ή χωράμε ακόμα— αφού λοιπόν έγιναν αυτά έτσι, και οργώσαμε μέσα μας θεϊκά χωράφια ώστε να μη σπέρνουμε σε αγκάθια, και ισιώσαμε την επιφάνεια της γης έχοντας τυπωθεί από τη Γραφή και τυπώσει σε αυτήν· εμπρός, ας προχωρήσουμε πια στους λόγους της θεολογίας, θέτοντας επικεφαλής του λόγου τον Πατέρα, τον Υιό και το Άγιο Πνεύμα, για τα οποία γίνεται ο λόγος. Ώστε ο ένας να ευδοκεί, ο άλλος να συνεργάζεται και ο τρίτος να εμπνέει· ή μάλλον, να υπάρξει μία έλλαμψη από τη μία θεότητα, η οποία με παράδοξο τρόπο και διαιρείται ενιαία και συνάπτεται διαιρετά.
Πρόλογος
Το παρόν δοκίμιο επιχειρεί να προσεγγίσει ένα από τα πιο ευαίσθητα και σύνθετα ζητήματα της σύγχρονης κοινωνίας: την καύση και την ταφή του νεκρού.
Πρόκειται για δύο διαφορετικές ανθρωπολογικές και κοσμολογικές τάσεις, οι οποίες δεν μπορούν να ταυτιστούν, αλλά οφείλουν να συνυπάρχουν μέσα σε ένα πλαίσιο αμοιβαίου σεβασμού.
Η καύση, για πολλούς ανθρώπους, αποτελεί συνειδητή υπαρξιακή επιλογή και προσωπική επιθυμία. Συνδέεται με τον τρόπο που αντιλαμβάνονται τον θάνατο, τη φθορά και την ανάγκη απομάκρυνσης από τον πόνο. Η επιλογή αυτή, ως έκφραση ελευθερίας, οφείλει να γίνεται σεβαστή χωρίς απαξίωση, χωρίς ηθική στοχοποίηση και χωρίς κοινωνικό στιγματισμό.
Την ίδια στιγμή, η ταφή αποτελεί για τους Ορθοδόξους χριστιανούς όχι απλώς μια παραδοσιακή πρακτική, αλλά έκφραση πίστης, θεολογικής συνέπειας και εκκλησιαστικής ταυτότητας. Η ταφή συνδέεται με την πίστη στην Ανάσταση, με τον σεβασμό προς το ανθρώπινο σώμα και με μια συγκεκριμένη θεώρηση του ανθρώπου και του κόσμου. Και αυτή η επιλογή οφείλει να γίνεται σεβαστή, χωρίς ειρωνεία, χωρίς απαξιωτικούς χαρακτηρισμούς και χωρίς πίεση προς αλλοίωση της πίστης.
Ιδιαίτερη έμφαση πρέπει να δοθεί στον σεβασμό προς τους λειτουργούς της Ορθόδοξης Εκκλησίας. Οι ιερείς που, από πίστη και συνείδηση, αρνούνται να τελέσουν εκκλησιαστικές ακολουθίες σε περιπτώσεις καύσης, δεν ενεργούν από σκληρότητα ή ιδεολογική εμμονή. Ενεργούν μέσα στα όρια της θεολογικής τους ευθύνης. Δεν μπορεί και δεν πρέπει να υφίστανται πίεση, καταπίεση, διώξεις ή εξευτελισμό επειδή παραμένουν πιστοί στην παράδοση και τη διδασκαλία της χριστιανικής πίστης.
Ο σεβασμός, επομένως, δεν είναι μονόπλευρος. Αφορά όλους: εκείνους που επιλέγουν την καύση, εκείνους που επιλέγουν την ταφή και εκείνους που καλούνται ποιμαντικά να υπηρετήσουν την Ορθόδοξη Εκκλησία χωρίς να προδώσουν τη συνείδησή τους. Μόνο μέσα σ᾽ αυτό το πνεύμα μπορεί να υπάρξει ουσιαστικός διάλογος, χωρίς φανατισμούς, χωρίς απλουστεύσεις και χωρίς αμοιβαίες προσβολές.
Το κείμενο που ακολουθεί δεν επιδιώκει να επιβάλει επιλογές. Επιδιώκει να φωτίσει, να ερμηνεύσει και να καλλιεργήσει σεβασμό. Διότι απέναντι στο μυστήριο του θανάτου, η μεγαλύτερη ευθύνη μας είναι να διαφυλάξουμε την ανθρώπινη αξιοπρέπεια και την αλήθεια της συνείδησης.
Καθὼς ὁ ἀββᾶς Μακάριος ὁ Αἰγύπτιος βάδιζε μέσα στὴν ἀχανῆ ἔρημο, τὸν ἀκολούθησε ἕνας ῎Αγγελος. ῎Εστρεψε νὰ δεῖ, κ᾿ ἐκεῖνος τὸν χαιρέτησε πολὺ σεβαστικά:
– Εὐλόγησον, ἅγιε Γέροντα!
῾Ο ἀββᾶς Μακάριος τὸν πέρασε γιὰ κάποιον ἀπὸ τοὺς Μοναχοὺς τῆς ἐρήμου καὶ τοῦ εἶπε, ἀνταποδίδοντας τὸν χαιρετισμό:
– ῾Ο Κύριος νὰ σ᾿ εὐλογήσει καὶ νὰ σὲ συγχωρήσει, τέκνο μου.
Περπάτησαν ἔτσι μαζὶ κάμποσο διάστημα. Καὶ ὁ ἅγιος Γέροντας, βλέποντας τὴν ὅλη παρουσία, ποὺ ἄστραφτε ἀπὸ φῶς καὶ ὡραιότητα, τοῦ λέει κάποια στιγμή:
– Τέκνον μου, σὲ βλέπω καὶ ἀπορῶ, θαυμάζοντας τὴ μορφή σου ποὺ ἀστραποβολεῖ καὶ τὴν ὡραιότητά σου τὴν ἀπαρομοίαστη. Καί ἐπειδή, ὡς ἄνθρωπος, δὲν ἔτυχε ποτὲ νὰ δῶ τόσην ὀμορφιά σὲ ἄνθρωπο τοῦ κόσμου, ἀρχίζω καὶ ἀναρωτιέμαι μήπως δὲν εἶσαι ἄνθρωπος; Σε ἐξορκίζω, λοιπόν, στὸ ὄνομα τοῦ Θεοῦ, νὰ μοῦ πεῖς τὴν ἀλήθεια.
Τότε ὁ ῎Αγγελος ἔβαλε μετάνοια στὸν ἅγιο Μοναχό, καὶ τοῦ λέει:
– Εὐλόγησον, ἅγιε πάτερ. ῞Οπως καλὰ τὸ διέκρινες, ἐγὼ δὲν εἶμαι ἄνθρωπος, ἀλλὰ εἶμαι ῎Αγγελος· καί ἦρθα νὰ σὲ διδάξω τά ἄγνωστα μυστήρια ποὺ δὲν ξέρεις καί ἔχεις τόσην ἐπιθυμία νὰ μάθεις. ᾿Αφοῦ, λοιπόν, γι᾿ αὐτὸ ἦρθα, ρώτησε με γιὰ ὅ,τι θέλεις νὰ μάθεις κ᾿ ἐγὼ θὰ σοῦ ἀποκριθῶ.
Καὶ ὁ ἅγιος Μοναχός, μὲ τὴ σειρά του, ἔβαλε κι αὐτὸς μετάνοια στὸν ἅγιον ῎Αγγελο, ἔστρεψε τὰ χέρια καὶ τό βλέμμα πρὸς τὸν οὐρανὸ καὶ εἶπε:
– Σ᾿ εὐχαριστῶ, πανάγαθε Κύριε, ποὺ μὲ λυπήθηκες καὶ μοῦ ἔστειλες ὁδηγὸ καὶ διδάσκαλο, γιὰ νὰ μὲ διδάξει ὅσα δὲν ξέρω κ᾿ ἐπιθυμῶ νὰ μάθω ἀπὸ τ᾿ ἀπόκρυφα καὶ ἄρρητα μυστήρια τῆς πίστεως!
Καὶ μὲ μιὰ πολὺ εὐγενικὴ προθυμία ὁ ῎Αγγελος λέει στὸν ἀββᾶ Μακάριο:
– ῎Ελα, λοιπόν, ἅγιε Γέροντα καὶ πάτερ· ἄρχισε τὶς ἐρωτήσεις σου.