«Εκείνος που επέλεξε να είναι δούλος του Θεού φοβάται μόνον τον Θεό, τον Κύριό του. Ενώ εκείνος που δεν φοβάται τον Θεό, συχνά φοβάται ακόμα και τη σκιά του»
Άγιος Ιωάννης της Κλίμακος
«Εκείνος που επέλεξε να είναι δούλος του Θεού φοβάται μόνον τον Θεό, τον Κύριό του. Ενώ εκείνος που δεν φοβάται τον Θεό, συχνά φοβάται ακόμα και τη σκιά του»
Άγιος Ιωάννης της Κλίμακος
[Λουκά 8, 40-56]
Απομαγνητοφωνημένη ομιλία που εκφωνήθηκε στην Ιερά Μονή Κομνηνείου Λαρίσης στις 9-11-1980
Το κύριον περιστατικό της σημερινής ευαγγελικής περικοπής, αγαπητοί μου, είναι η ανάστασις της κόρης του Ιαείρου. Όταν ο Κύριος παρεκλήθη από τον Ιάειρον να θεραπεύσει την κόρη του και ο Κύριος πηγαίνει προς το σπίτι του Ιαείρου να την θεραπεύσει. Φυσικά εν τω μεταξύ απέθανε η κοπέλα και την ανέστησε. Αυτό είναι το κύριον θέμα της σημερινής ευαγγελικής περικοπής.
Όμως, παρεμβάλλεται μέσα εις αυτό το κύριον θέμα ένα άλλο μικρότερον θέμα, το οποίον δεν είναι καθόλου μικράς σημασίας. Ενώ ο Κύριος πηγαίνει προς το σπίτι του Ιαείρου, στον δρόμο όχλος πολύς Τον ακολουθεί. Τόσος πολύς, ώστε τον συνθλίβουν εις τον δρόμον. Μία αιμορροούσα γυναίκα, η οποία δώδεκα χρόνια ηνάλωσε όλον της τον βίο, την περιουσία, για να θεραπευθεί από τους ιατρούς, επίστεψε ότι εάν ήγγιζε το κράσπεδο του ιματίου του Κυρίου, θα εθεραπεύετο. Και πράγματι η γυναίκα αυτή κατάφερε να εισχωρήσει μέσα εις το πλήθος, να προσεγγίσει τον Κύριον και με πολλήν πίστιν να εγγίσει το κράσπεδο του ιματίου Του. Και αμέσως, όπως μας σημειώνει ο ευαγγελιστής Λουκάς, «ἔστη ἡ ῥύσις αὐτῆς». Δηλαδή εσταμάτησε η αιμορραγία και πλέον δεν είχε τίποτε. Εθεραπεύθη παραχρήμα, αμέσως.
Η έκφραση «χριστιανός άθεος» αποτελεί εκ πρώτης όψεως οξύμωρο σχήμα, δεδομένου ότι συνδυάζει δύο φαινομενικά αντιφατικούς όρους. Ωστόσο, θα μπορούσαμε να υποστηρίξουμε ότι η συγκεκριμένη αντιφατική έκφραση περιγράφει μια πολύπλευρη πνευματική πραγματικότητα, που αναδεικνύει με αυξανόμενη ένταση, την απόσταση ανάμεσα στην ομολογία της πίστης και την πραγματική υπαρξιακή συμμετοχή στη ζωή του Θεού.[1]
Η βιβλική παράδοση αναφέρεται επανειλημμένα στον κίνδυνο μίας «νεκρής πίστεως», δηλαδή μίας πίστεως που δεν συνοδεύεται από έργα, όπως αναπτύσσεται ρητώς στην καθολική επιστολή του Ιακώβου.[2] Επιπλέον, συναντούμε την πραγματικότητα της υποκριτικής λατρείας, όταν ο άνθρωπος τιμά τον Θεό με τα χείλη, ενώ η καρδιά του παραμένει μακριά απ’ Αυτόν.[3] Από τα αποστολικά μάλιστα χρόνια, η Εκκλησία βρέθηκε αντιμέτωπη με το φαινόμενο εκείνων των «αθέων πιστών», εκείνων που είχαν μόνο μία επιφανειακή εξωτερική μορφή ευσέβειας, αλλά ταυτόχρονα είχαν αρνηθεί τη δύναμη αυτής. Οι Πατέρες της Εκκλησίας ερμήνευσαν την κατάσταση αυτή όχι απλώς ως ηθική αδυναμία, αλλά ως απώλεια της ζωντανής και προσωπικής σχέσης με τον Χριστό, που καλείται να αποκαταστήσει η μετάνοια, η προσευχή και η μυστηριακή ζωή.
Στο σύγχρονο κοινωνικό και πολιτισμικό γίγνεσθαι, όπου κυριαρχούν η εκκοσμίκευση, ο ατομικισμός, ο σχετικισμός, ο άκρατος και άκριτος δικαιωματισμός και η λειτουργική «κατανάλωση» της θρησκείας, το φαινόμενο του «χριστιανού αθέου» καθίσταται ολοένα και πιο διαδεδομένο. Συχνά η πίστη περιορίζεται σε μια θεωρητική αποδοχή, σε μια απλή πολιτισμική ταυτότητα ή ακόμα και σε έναν «ασφαλιστικό μηχανισμό» απέναντι στον θάνατο, χωρίς να παράγει ουσιαστική υπαρξιακή μεταμόρφωση στον άνθρωπο. Η στοχευμένη αντιμετώπιση αυτής της εσωτερικής κρίσης προϋποθέτει από την Εκκλησία μια ποιμαντική προσέγγιση που δεν αρκείται στην καταγγελία, αλλά παρακινεί τον άνθρωπο να εισέλθει ξανά σε μια βαθύτερη και ζωντανή σχέση με τον Ζώντα Θεό.
Επομένως, ο όρος «χριστιανός άθεος» δεν πρέπει να ερμηνευτεί απλώς ως κριτική προς όσους επιδεικνύουν «ελλιπή» πίστη, αλλά ως ένα πνευματικό σύμπτωμα που απαιτεί από την Εκκλησία να προβεί σε εσωτερική αυτοκριτική και να καλλιεργήσει ποιμαντικές παρεμβάσεις με υπευθυνότητα και ευαισθησία. Πρόκειται για ένα φαινόμενο που δεν αφορά αποκλειστικά τον «άλλον», αλλά συχνά αντανακλά και πτυχές της δικής μας προσωπικής ζωής, ειδικά όταν αυτή απομακρύνεται από την καθημερινή εμπειρία της χάριτος.
Στα 1978 ο Αμερικανοπαλαιστίνιος διανοητής Έντουαρντ Σαΐντ δημοσίευσε το εμβληματικό έκτοτε βιβλίο του Οριενταλισμός, καταδικάζοντας με αυτό την δυτικοκεντρική αντίληψη του 18ου και του 19ου αιώνα για τις κοινωνίες της Μέσης Ανατολής, της Ασίας και της Βόρειας Αφρικής. Αυτές εκλήφθηκαν συλλήβδην ως στατικές, παθητικές, ανοργάνωτες και οπισθοδρομικές, σε αντίθεση με τις δυτικές κοινωνίες που εκλαμβάνονταν εκ προοιμίου ως ανεπτυγμένες και προοδευτικές, λογικές και ευέλικτες. Ο Οριενταλισμός αυτός αποτελούσε ουσιαστικά «ένα εργαλείο δυτικής προβολής και θέλησης για τη διακυβέρνηση της Ανατολής», επακόλουθο της διαρκούς ισχυο-θηρίας των δυτικών, η οποία εκφραζόταν όχι μόνο πολιτικά, οικονομικά και στρατιωτικά αλλά πλέον και πολιτιστικά, επιβάλλοντας έτσι πάνω της το Βάρος του Λευκού Ανθρώπου, όπως υπερηφανευόταν ο Ρ. Κίπλιγκ.
Ἡ Μονή τῆς ἁγίας Αἰκατερίνης τοῦ Σινᾶ εἶναι ἡ ἀρχαιότερη ἐν λειτουργίᾳ μονή τῆς Ὀρθοδοξίας.[1] Ἱδρύθηκε τόν 6ο αἰῶνα ἀπό τόν Ἰουστινιανό καί ἔκτοτε ἀποτελεῖ ζωντανή μοναστική ὀντότητα μέχρι σήμερα. Δηλαδή 16 αἰῶνες ἀδιάκοπης ζωῆς καί λειτουργίας. Ἐπίσης διαθέτει τήν πλουσιότερη καί ἀντιπροσωπευτικότερη συλλογή Βυζαντινῶν εἰκόνων, ὁρισμένες ἀπό τίς ὁποῖες εἶναι πρωϊμότατες καί χρονολογοῦνται ἤδη ἀπό τόν 6ο αἰῶνα μ.Χ. Ὅπως ἔχει γραφεῖ, «δέν ὑπάρχει καμμία ἄλλη συλλογή εἰκόνων ἐκτός Σινᾶ, πού νά ἐπιτρέπει τή μελέτη τους χωρίς διακοπή ἀπό τόν 6ο αἰ. ὥς σήμερα».[2] Ἡ ἰδιομορφία αὐτή καί συνάμα τό μοναδικό αὐτό «προνόμιο» τῆς Μονῆς τοῦ Σινᾶ ὀφείλεται πρῶτον ὅτι εἶναι τό ἀρχαιότερο χριστιανικό μοναστῆρι σέ ἀδιάκοπη λειτουργία ἀπό τόν 6ο αἰῶνα, καί δεύτερον ὅτι περιέχει καί εἰκόνες τῆς προεικονομαχικῆς περιόδου. Πολύ συνέβαλε καί τό ξηρό κλῖμα τῆς ἐρήμου στή διατήρηση τῶν παλαιοτάτων εἰκόνων.Ἐπίσης σημαντική εἶναι ἡ συμβολή τοῦ γεγονότος ὅτι ἀπό τό 633 μ.Χ., ἄρα καθ’ὅλη τήν εἰκονομαχική περίοδο βρίσκεται ἐκτός τῶν συνόρων τῆς Βυζαντινῆς/Ρωμαϊκῆς ἐπικράτειας. Ὑπάρχουν ἀντιπροσωπευτικά δείγματα εἰκόνων ἀπό ὅλες τίς βυζαντινές καί μεταβυζαντινές περιόδους∙ καί ἀπό τήν πρώϊμη Βυζαντινή τέχνη, τήν προεικονοκλαστική περίοδο, ὅπως ἤδη ἔχουμε πεῖ, τήν μεσοβυζαντινή τέχνη, τήν ὑστεροβυζαντινή, τήν παλαιολόγεια ἐποχή, τήν μεταβυζαντινή καί ἀδιάκοπα μέχρι τή σημερινή ἐποχή.
Κατά τόν καθηγητή Ἀθανάσιο Παλιούρα «μεγαλύτερη ἱστορική καί καλλιτεχνική ἀξία ἔχουν οἱ λεγόμενες κηρόχυτες ἤ ἐγκαυστικές εἰκόνες».[3] Ἡ ἐγκαυστική τεχνική ἐχρησιμοποιεῖτο ἤδη ἀπό τήν ἀρχαιότητα καί ἦταν ἐν χρήσει μέχρι τόν 7ο μ.Χ. αἰ. Οἱ εἰκόνες αὐτές ἀνήκουν στήν πρώϊμη, προεικονομαχική περίοδο καί ὁρισμένες ἀπό αὐτές φέρουν ἀξιοσημείωτη ὁμοιότητα μέ τά νεκρικά πορτραῖτα τοῦ Φαγιούμ. Ὅθεν θά περιορισθοῦμε σ’αὐτές.
Όταν μας αδικούν, πρέπει να υπομένουμε με μακροθυμία και ανεξικακία σαν γνήσιοι μαθητές και μιμητές του Χριστού, που βρίσκεται πάντα κοντά μας. «Γιατί αξία έχει το να υπομένει κανείς δοκιμασίες και να πάσχει άδικα, έχοντας συνείδηση της παρουσίας του Θεού», λέει ο απόστολος Πέτρος. «Τι αξία θα είχε, αλήθεια, αν υπομένατε βασανισμούς για κάτι κακό που κάνατε; Αν, όμως, κάνετε το καλό και σας κακομεταχειρίζονται, και παρ’ όλα αυτά δείχνετε υπομονή, τότε θα έχετε την ευλογία του Θεού. Σ’ αυτό σας κάλεσε ο Χριστός που πέθανε για σας, αφήνοντάς σας το υπόδειγμα, για να βαδίσετε στ’ αχνάρια Του. Αυτός τις λοιδορίες δεν τις ανταπέδιδε και, όταν έπασχε, δεν απειλούσε» (Α’ Πέτρ. 2:19-21,23). Γι’ αυτό, όπως μας συμβουλεύει ο ίδιος απόστολος, δεν πρέπει να αντιδρούμε στο κακό με κακό και στη βρισιά με βρισιά, αλλά με ευλογίες (Α’ Πέτρ. 3:9) και με συγχωρητικότητα, όπως ο Χριστός, που, κρεμασμένος στο σταυρό, προσευχόταν για τους άνομους σταυρωτές Του: «Πατέρα, συγχώρεσέ τους, δεν ξέρουν τι κάνουν» (Λουκ. 23:34).