«Εκείνος που επέλεξε να είναι δούλος του Θεού φοβάται μόνον τον Θεό, τον Κύριό του. Ενώ εκείνος που δεν φοβάται τον Θεό, συχνά φοβάται ακόμα και τη σκιά του»
Άγιος Ιωάννης της Κλίμακος
«Εκείνος που επέλεξε να είναι δούλος του Θεού φοβάται μόνον τον Θεό, τον Κύριό του. Ενώ εκείνος που δεν φοβάται τον Θεό, συχνά φοβάται ακόμα και τη σκιά του»
Άγιος Ιωάννης της Κλίμακος
Από το Συναξάρι – Η Σύναξη των Αρχιστρατήγων Μιχαήλ και Γαβριήλ και των ασωμάτων Δυνάμεων
Λόγος εις τους Αρχαγγέλους Μιχαήλ και Γαβριήλ (Άγιος Νικόδημος Αγιορείτης)
Εγκώμιο στο θείο Αρχάγγελο Μιχαήλ τον Παμμέγιστο (Όσιος Νεόφυτος ο Έγκλειστος)
Εις τους αγίους Αρχαγγέλους († Αρχ. Γεώργιος Καψάνης, Προηγούμενος Ι. Μ. Γρηγορίου Αγίου Όρους)
Ο αγγελικός πνευματικός κόσμος του Θεού (Λάμπρος Σκόντζος, Θεολόγος)
Λόγος εις την ανάστασιν της θυγατρός του Ιαείρου και εις την αιμορροούσαν (Αγ. Ιωάννης Χρυσόστομος)
Η δύναμη του Θεού και η πίστη του ανθρώπου (Αγ. Νικόλαος Βελιμίροβιτς)
Ομιλία για τη θυγατέρα του Αρχισυναγώγου και για την αιμορροούσα (Επισκόπου Θεοφάνους Κεραμέως)
Η ανάσταση της κόρης του Ιαείρου (Μητροπολίτης Σουρόζ Αντώνιος Bloom (†))
«ΘΕΟΣ ΕΓΓΙΖΩΝ ΕΓΩ ΕΙΜΙ» [Ιερεμ. 23, 23] (π. Αθανάσιος Μυτιληναίος)
Η παιδική θνησιμότης (π. Αθανάσιος Μυτιληναίος)
Κάποιες πτυχές τού μυστηρίου του θανάτου (π. Αθανάσιος Μυτιληναίος)
Η παράδοξη αλφαβήτα της στέρεης γνώσης
Αγαπημένη μας συνήθεια —θα το έχουν πιθανότατα αντιληφθεί όσοι και όσες μας τιμούν σταθερά με την προσοχή τους— η σημασιολογική συσχέτιση των άρθρων μας, η αναζήτηση της κοινής κατά το μάλλον ή ήττον ταυτότητας των συντακτών τους, των συγγενών θέσεων, αρχών και αγωνιών τους.
Μια τέτοια ουσιαστική σύνδεση, σύνδεση από απόψεως νοημάτων και ύψους των συλλογισμών, υπάρχει —μέσα από τη δική μας τουλάχιστον οπτική— μεταξύ του κειμένου του Ευάγγελου Παπανούτσου για την αλλοτρίωση, που χρονολογείται στο 1959 και αναδημοσιεύτηκε νωρίτερα σήμερα, και ενός έξοχου άρθρου του αειμνήστου Χρήστου Γιανναρά, που έφερε τον τίτλο «Βίος α-νόητος» και είχε δημοσιευτεί στην ίδια εφημερίδα, «Το Βήμα», αρκετά χρόνια αργότερα, το 1985 (πιο συγκεκριμένα, στις 26 Ιουλίου).
Ιδού όσα έγραφε o Γιανναράς, ο τότε καθηγητής της Φιλοσοφίας στην Πάντειο:
Η εποχή μας καταπνίγει την επιθυμία των νέων για δημιουργία οικογένειας με το να παρουσιάζει το παιδί ως ένα καταναγκασμό. Αυτό επισημαίνει η Γαλλίδα Ελέν Καλάς, ερευνήτρια συνεργαζόμενη με το Fondapol (Ίδρυμα για την πολιτική καινοτομία) σε συνέντευξη που έδωσε στον δημοσιογράφο Ρονάν Πλανσόν, της εφημερίδας Le Figaro (30/10/2026, σελ. 21). Η συνέντευξη ελήφθη μετά τη δημοσίευση της μελέτης της «Συζυγία, σεξουαλικότητα, γεννητικότητα: Η τριπλή παρακμή της παραδοσιακής οικογένειας». Πρόκειται για μελέτη που δίνει έγκυρες και υπεύθυνες επισημάνσεις για την πίεση που δέχονται στην «προοδευτική» κοινωνία οι νέοι και οι νέες για να μην συγκροτήσουν οικογένεια.
[Λουκά 8, 40-56]
Απομαγνητοφωνημένη ομιλία που εκφωνήθηκε στην Ιερά Μονή Κομνηνείου Λαρίσης στις 9-11-1980
Το κύριον περιστατικό της σημερινής ευαγγελικής περικοπής, αγαπητοί μου, είναι η ανάστασις της κόρης του Ιαείρου. Όταν ο Κύριος παρεκλήθη από τον Ιάειρον να θεραπεύσει την κόρη του και ο Κύριος πηγαίνει προς το σπίτι του Ιαείρου να την θεραπεύσει. Φυσικά εν τω μεταξύ απέθανε η κοπέλα και την ανέστησε. Αυτό είναι το κύριον θέμα της σημερινής ευαγγελικής περικοπής.
Όμως, παρεμβάλλεται μέσα εις αυτό το κύριον θέμα ένα άλλο μικρότερον θέμα, το οποίον δεν είναι καθόλου μικράς σημασίας. Ενώ ο Κύριος πηγαίνει προς το σπίτι του Ιαείρου, στον δρόμο όχλος πολύς Τον ακολουθεί. Τόσος πολύς, ώστε τον συνθλίβουν εις τον δρόμον. Μία αιμορροούσα γυναίκα, η οποία δώδεκα χρόνια ηνάλωσε όλον της τον βίο, την περιουσία, για να θεραπευθεί από τους ιατρούς, επίστεψε ότι εάν ήγγιζε το κράσπεδο του ιματίου του Κυρίου, θα εθεραπεύετο. Και πράγματι η γυναίκα αυτή κατάφερε να εισχωρήσει μέσα εις το πλήθος, να προσεγγίσει τον Κύριον και με πολλήν πίστιν να εγγίσει το κράσπεδο του ιματίου Του. Και αμέσως, όπως μας σημειώνει ο ευαγγελιστής Λουκάς, «ἔστη ἡ ῥύσις αὐτῆς». Δηλαδή εσταμάτησε η αιμορραγία και πλέον δεν είχε τίποτε. Εθεραπεύθη παραχρήμα, αμέσως.
Η έκφραση «χριστιανός άθεος» αποτελεί εκ πρώτης όψεως οξύμωρο σχήμα, δεδομένου ότι συνδυάζει δύο φαινομενικά αντιφατικούς όρους. Ωστόσο, θα μπορούσαμε να υποστηρίξουμε ότι η συγκεκριμένη αντιφατική έκφραση περιγράφει μια πολύπλευρη πνευματική πραγματικότητα, που αναδεικνύει με αυξανόμενη ένταση, την απόσταση ανάμεσα στην ομολογία της πίστης και την πραγματική υπαρξιακή συμμετοχή στη ζωή του Θεού.[1]
Η βιβλική παράδοση αναφέρεται επανειλημμένα στον κίνδυνο μίας «νεκρής πίστεως», δηλαδή μίας πίστεως που δεν συνοδεύεται από έργα, όπως αναπτύσσεται ρητώς στην καθολική επιστολή του Ιακώβου.[2] Επιπλέον, συναντούμε την πραγματικότητα της υποκριτικής λατρείας, όταν ο άνθρωπος τιμά τον Θεό με τα χείλη, ενώ η καρδιά του παραμένει μακριά απ’ Αυτόν.[3] Από τα αποστολικά μάλιστα χρόνια, η Εκκλησία βρέθηκε αντιμέτωπη με το φαινόμενο εκείνων των «αθέων πιστών», εκείνων που είχαν μόνο μία επιφανειακή εξωτερική μορφή ευσέβειας, αλλά ταυτόχρονα είχαν αρνηθεί τη δύναμη αυτής. Οι Πατέρες της Εκκλησίας ερμήνευσαν την κατάσταση αυτή όχι απλώς ως ηθική αδυναμία, αλλά ως απώλεια της ζωντανής και προσωπικής σχέσης με τον Χριστό, που καλείται να αποκαταστήσει η μετάνοια, η προσευχή και η μυστηριακή ζωή.
Στο σύγχρονο κοινωνικό και πολιτισμικό γίγνεσθαι, όπου κυριαρχούν η εκκοσμίκευση, ο ατομικισμός, ο σχετικισμός, ο άκρατος και άκριτος δικαιωματισμός και η λειτουργική «κατανάλωση» της θρησκείας, το φαινόμενο του «χριστιανού αθέου» καθίσταται ολοένα και πιο διαδεδομένο. Συχνά η πίστη περιορίζεται σε μια θεωρητική αποδοχή, σε μια απλή πολιτισμική ταυτότητα ή ακόμα και σε έναν «ασφαλιστικό μηχανισμό» απέναντι στον θάνατο, χωρίς να παράγει ουσιαστική υπαρξιακή μεταμόρφωση στον άνθρωπο. Η στοχευμένη αντιμετώπιση αυτής της εσωτερικής κρίσης προϋποθέτει από την Εκκλησία μια ποιμαντική προσέγγιση που δεν αρκείται στην καταγγελία, αλλά παρακινεί τον άνθρωπο να εισέλθει ξανά σε μια βαθύτερη και ζωντανή σχέση με τον Ζώντα Θεό.
Επομένως, ο όρος «χριστιανός άθεος» δεν πρέπει να ερμηνευτεί απλώς ως κριτική προς όσους επιδεικνύουν «ελλιπή» πίστη, αλλά ως ένα πνευματικό σύμπτωμα που απαιτεί από την Εκκλησία να προβεί σε εσωτερική αυτοκριτική και να καλλιεργήσει ποιμαντικές παρεμβάσεις με υπευθυνότητα και ευαισθησία. Πρόκειται για ένα φαινόμενο που δεν αφορά αποκλειστικά τον «άλλον», αλλά συχνά αντανακλά και πτυχές της δικής μας προσωπικής ζωής, ειδικά όταν αυτή απομακρύνεται από την καθημερινή εμπειρία της χάριτος.
Στα 1978 ο Αμερικανοπαλαιστίνιος διανοητής Έντουαρντ Σαΐντ δημοσίευσε το εμβληματικό έκτοτε βιβλίο του Οριενταλισμός, καταδικάζοντας με αυτό την δυτικοκεντρική αντίληψη του 18ου και του 19ου αιώνα για τις κοινωνίες της Μέσης Ανατολής, της Ασίας και της Βόρειας Αφρικής. Αυτές εκλήφθηκαν συλλήβδην ως στατικές, παθητικές, ανοργάνωτες και οπισθοδρομικές, σε αντίθεση με τις δυτικές κοινωνίες που εκλαμβάνονταν εκ προοιμίου ως ανεπτυγμένες και προοδευτικές, λογικές και ευέλικτες. Ο Οριενταλισμός αυτός αποτελούσε ουσιαστικά «ένα εργαλείο δυτικής προβολής και θέλησης για τη διακυβέρνηση της Ανατολής», επακόλουθο της διαρκούς ισχυο-θηρίας των δυτικών, η οποία εκφραζόταν όχι μόνο πολιτικά, οικονομικά και στρατιωτικά αλλά πλέον και πολιτιστικά, επιβάλλοντας έτσι πάνω της το Βάρος του Λευκού Ανθρώπου, όπως υπερηφανευόταν ο Ρ. Κίπλιγκ.