«Ο ευσεβής και πιστός άνθρωπος πρέπει να δέχεται τις υποσχέσεις του Θεού με τόση βεβαιότητα, ώστε ακόμα κι αν φαίνεται όλα να βαίνουν αντίθετα από αυτές, ούτε και τότε να ταράζεται ή να απελπίζεται για την έκβασή τους»
Άγιος Ιωάννης Χρυσόστομος
«Ο ευσεβής και πιστός άνθρωπος πρέπει να δέχεται τις υποσχέσεις του Θεού με τόση βεβαιότητα, ώστε ακόμα κι αν φαίνεται όλα να βαίνουν αντίθετα από αυτές, ούτε και τότε να ταράζεται ή να απελπίζεται για την έκβασή τους»
Άγιος Ιωάννης Χρυσόστομος
Είσαι σε μια παρέα, αρχίζεις να λες κάτι και πριν φτάσεις στο ρήμα έρχεται το «Εγώ…» να σε διακόψει. Καλώς ήρθες στη σύγχρονη ελληνική συζήτηση.
Κάτι έχει αλλάξει στο ελληνικό κουβεντολόι της παρέας. Και δεν είναι ότι μιλάμε περισσότερο, είναι ότι σχεδόν κανείς δεν περιμένει πια να ακούσει τον άλλον μέχρι τέλους. Το παρατηρώ όλο και περισσότερο τα τελευταία χρόνια και, από τη στιγμή που άρχισα να του δίνω σημασία, το ακούω παντού. Κάποιος αρχίζει να λέει ότι πέρασε δύσκολα με τη δουλειά του. Δεν έχει φτάσει καν στο ρήμα και ο απέναντι έχει ήδη οπλίσει: «Εγώ να δεις τι πέρασα». Άλλος αναφέρει έναν πόνο στο γόνατο. «Εγώ έχω μέση». Ταξίδεψες στην Ιταλία; Εγώ πήγα Ιαπωνία. Έμεινες δύο ώρες στην κίνηση; Εγώ τρεις, και μάλιστα με βροχή. Σου πέθανε η γάτα; Εγώ είχα σκύλο. Δεν είναι συζήτηση. Είναι ένα ιδιότυπο πρωτάθλημα προσωπικής εμπειρίας, όπου κανείς δεν ξέρει ακριβώς το έπαθλο, αλλά όλοι θέλουν να βγουν πρώτοι. Το ονόμασα «εγωτίτιδα», γιατί ακούγεται σαν πάθηση και, κυρίως όσο πάει προχωρά σε μόνιμη βλάβη.
Γνωρίζοντας ο άνθρωπος τον εαυτό του αντιλαμβάνεται πριν απ’ όλα ότι δεν είναι αίτιος της υπάρξεώς του. Έτσι οδηγείται στην αναζήτηση της αιτίας της υπάρξεώς του, που είναι ταυτόσημη με την αναζήτηση του Θεού. Η εξεικόνιση του Θεού αποτελεί την ουσία της προσωπικής του υπάρξεως. Γι’ αυτό η αυτογνωσία οδηγεί αυτομάτως στη θεογνωσία: «Ο γαρ δυνηθείς επιγνώναι το αξίωμα της εαυτού ψυχής, ούτος δύναται επιγνώναι την δύναμιν και τα μυστήρια της θεότητος και μάλλον εντεύθεν ταπεινωθήναι» (3). Στον ίδιο λοιπόν τον άνθρωπο βρίσκονται οι πρώτες αφορμές και δυνατότητες για την προσέγγιση του Θεού. Έτσι με την αυτογνωσία καλλιεργείται η θεογνωσία. Αλλά και η θεογνωσία ενισχύει την αυτογνωσία.
Για την έκτρωση, τη συνείδηση του γιατρού, την ελευθερία της γυναίκας και την ευθύνη μιας κοινωνίας που οφείλει να προστατεύει χωρίς να λιθοβολεί
Πρόλογος
Μια στιγμή μπροστά στην οθόνη του υπερήχου
Υπάρχουν στιγμές που δεν χωρούν εύκολα σε θεωρίες. Ένας γυναικολόγος-μαιευτήρας αφηγείται στα κοινωνικά δίκτυα ότι, όταν ήταν ακόμη στην ειδικότητα, κλήθηκε να συμμετάσχει σε έκτρωση ή διακοπή κύησης, περίπου τριών έως τρεισήμισι μηνών
Καθώς παρακολουθούσε την επέμβαση με υπερηχογραφική καθοδήγηση, είδε το έμβρυο να μετακινείται καθώς το εκτρωτικό εργαλείο εισερχόταν στη μήτρα.
Η εικόνα αυτή, όπως ο ίδιος την ερμήνευσε, έγινε σημείο καμπής της συνείδησής του. Σταμάτησε. Και αποφάσισε ότι δεν θα αναλάμβανε ξανά να κάνει έκτρωση.
Αυτή η μαρτυρία δεν χρειάζεται να μετατραπεί σε όπλο εναντίον καμιάς γυναίκας. Δεν χρειάζεται να γίνει κραυγή καταδίκης, ούτε αφορμή για ηθικό λιθοβολισμό.
Μπορεί, όμως, να γίνει αφορμή για ένα δύσκολο ερώτημα:
* Τι ακριβώς βλέπουμε, όταν βλέπουμε ένα έμβρυο να κινείται μέσα στη μήτρα;
* Τι είναι βιολογικά αυτή η ζωή;
* Τι σημαίνει η διακοπή της ανάπτυξής της;
* Πώς στέκεται ο γιατρός ανάμεσα στην αυτονομία της γυναίκας, στη δική του συνείδηση και στην ύπαρξη ενός αναπτυσσόμενου ανθρώπινου οργανισμού;
* Και πού είναι η κοινωνία, όταν μια γυναίκα αισθάνεται ότι δεν έχει άλλη έξοδο;
Το κείμενο που ακολουθεί παίρνει σαφή ηθική θέση υπέρ της προστασίας της προγεννητικής ανθρώπινης ζωής. Ταυτόχρονα αρνείται τη δαιμονοποίηση της γυναίκας. Η βιοηθική γίνεται φτωχή, όταν διαλέγει μόνον ένα πρόσωπο και εξαφανίζει τα υπόλοιπα.
Εδώ χρειάζεται να δούμε τουλάχιστον τρεις:
* τη γυναίκα,
* το αναπτυσσόμενο έμβρυο και
* τον γιατρό.
Και γύρω τους ένα τέταρτο, συλλογικό πρόσωπο: την κοινωνία, που άλλοτε στηρίζει και άλλοτε εγκαταλείπει.
Και το χαρτί λευκό κι εσύ κάτασπρος. Όχι λευκασμένος, ούτε πανιασμένος, αλλά σαν να πέρασε πάνω σου μια θύελλα, κάτι να σε πείραξε απρόσμενα και έμεινες αποσβολωμένος. Εδώ σ’ αυτή την απροσδιόριστη κάμαρη – σαλόνι – κρεβατοκάμαρη – τραπεζαρία – γραφείο – καθιστικό, νύχτα, μεταμεσονύχτιος ν’ ακούς αραιά και που τον ήχο του αέρα καθώς περνάει αυτοκίνητο από το μεγάλο δρόμο, ένας σιδερένιος όγκος που μετακινείται με ταχύτητα, ένας όγκος που χωρίς ρόδες δεν πάει πουθενά.
Μια χαραμάδα της μπαλκονόπορτας ανοιχτή και χάρη σ’ αυτή φτάνει σ’ εσένα η αίσθηση της μεγαλούπολης. Η πόλη αυτή είναι απέραντη κι αναρωτιέσαι πώς ζουν όλοι αυτοί οι κάτοικοί της. Πώς περπατούν, πώς αναπνέουν, πώς δουλεύουν, πώς πηγαινοέρχονται συνέχεια υπογείως, με λεωφορεία, τραίνα, ιδιωτικά και άλλα τροχοφόρα, πώς μπορούν τόσοι πολλοί να διασταυρώνονται, να συγχρωτίζονται, να μιλούν, να ακούγονται αναμεταξύ τους. Κι ωστόσο ούτε μιλούν, ούτε βλέπονται, ούτε ακούγονται. Τίποτε δεν γίνεται αναμεταξύ τους. Μονάχα ατομικές σχέσεις, κάπως ενδοοικογενειακές, επαγγελματικές. Κι αυτές πόσο είναι προσωπικές; Το γεγονός ότι συναντιέται το ζευγάρι, ο άντρας και η γυναίκα, παντρεμένοι χρόνια, την ή τις ορισμένες στιγμές της ημέρας για να φάνε ή να πλαγιάσουν συνιστά προσωπική συνάντηση; Τι συμβαίνει με αυτό το ζήτημα; Ποιος συναντά ποιόν; Γιατί τον συναντά και τι γυρεύει από αυτόν, αν γυρεύει τίποτα.
Η ανάγνωση βιβλίων για ευχαρίστηση συνδέεται με βελτιωμένες γνωστικές ικανότητες, καλύτερη ψυχική υγεία και χαμηλότερο κίνδυνο άνοιας, όπως διαπιστώνουν ερευνητές του Πανεπιστημίου του Κέμπριτζ σε ανασκόπηση που δημοσιεύθηκε στο περιοδικό «Psychological Medicine».