«Εκείνος που κολακεύει είναι υπηρέτης των δαιμόνων, οδηγός προς την υπερηφάνεια, εξολοθρευτής της κατανύξεως, αφανιστής των καλών έργων, αποπλανητής από το σωστό δρόμο»
Άγιος Ιωάννης της Κλίμακος
«Εκείνος που κολακεύει είναι υπηρέτης των δαιμόνων, οδηγός προς την υπερηφάνεια, εξολοθρευτής της κατανύξεως, αφανιστής των καλών έργων, αποπλανητής από το σωστό δρόμο»
Άγιος Ιωάννης της Κλίμακος
Κυκλοφορεί συχνά μια φράση σχεδόν σαν σύνθημα: «Δεν μπορείς να τους έχεις όλους ευχαριστημένους». Τέτοιου τύπου προτάσεις ακούγονται αυτονόητα σωστές και η πρόθεση όταν λέγονται είναι συνήθως καλή, μιας και θέλουν να υπενθυμίσουν στον άνθρωπο ότι δεν είναι δυνατόν να ζει αιχμάλωτος των απαιτήσεων, των προσδοκιών και της επιδοκιμασίας των άλλων. Και πράγματι, υπάρχει αλήθεια σε αυτό.
Όταν η αξία μας εξαρτάται από το αν όλοι είναι ικανοποιημένοι μαζί μας, τότε η ζωή γίνεται μια αδιάκοπη διαπραγμάτευση. Μαθαίνουμε να λέμε «ναι» εκεί που θα έπρεπε να πούμε «όχι», να σιωπούμε εκεί που θα έπρεπε να μιλήσουμε και να προδίδουμε τη συνείδησή μας για να μη δυσαρεστήσουμε κανέναν.
Μέχρι εδώ, η διαπίστωση είναι εύλογη.
Υπάρχει όμως ένας λεπτός κίνδυνος.
Πολύ εύκολα η φράση αυτή μετατρέπεται από πρόσκληση σε ελευθερία σε μια μορφή αυτοδικαίωσης. Από το «δεν μπορώ να τους ευχαριστήσω όλους» περνάμε σχεδόν ανεπαίσθητα στο «οι άλλοι έχουν παράλογες απαιτήσεις», «οι άλλοι προβάλλουν πάνω μου τις ανασφάλειές τους», «οι άλλοι φταίνε που δεν είναι ευχαριστημένοι».
Έτσι, ενώ αυτή η πρόταση, σωστά, μας καλεί να μην κατηγορούμε τον εαυτό μας, τελικά υπάρχει κίνδυνος να μας οδηγήσει να κατηγορούμε τους άλλους.
Έτσι όμως, η ενοχή αλλάζει απλώς παραλήπτη.
Συνηθίζουμε να αντιμετωπίζουμε τον μηδενισμό ως μία ακόμη φιλοσοφική σχολή, ως ένα πνευματικό ρεύμα ανάμεσα σε πολλά άλλα. Στην πραγματικότητα όμως ο μηδενισμός δεν είναι πρωτίστως θεωρία. Είναι κατάσταση. Είναι η πνευματική ατμόσφαιρα μέσα στην οποία αναπνέει ο σύγχρονος άνθρωπος. Είναι η βαθμιαία απώλεια του νοήματος, η αποσύνδεση της ανθρώπινης ύπαρξης από κάθε σταθερό σημείο αναφοράς που να υπερβαίνει το άτομο και τις επιθυμίες του.
Υπό αυτή την έννοια, ο μηδενισμός δεν αποτελεί αποκλειστικό γνώρισμα μιας συγκεκριμένης πολιτικής ιδεολογίας, οικονομικής θεωρίας ή φιλοσοφικής παράταξης. Αντιθέτως, λειτουργεί ως υπόγειο ρεύμα που διαπερνά αντιμαχόμενα μεταξύ τους συστήματα σκέψης και εξουσίας. Διαφορετικές ιδεολογίες μπορεί να συγκρούονται λυσσαλέα μεταξύ τους, συχνά όμως συμμερίζονται την ίδια θεμελιώδη παραδοχή: ότι ο άνθρωπος μπορεί να νοηθεί επαρκώς χωρίς αναφορά σε μια υπερβατική αλήθεια, χωρίς μεταφυσικό προορισμό, χωρίς οντολογικό βάθος.
Η Ορθοδοξία, ως ορθή δόξα, παροτρύνει τους πιστούς να ζουν αληθινά και ελεύθερα, ένα δύσκολο, αλλά όμορφο άθλημα, στα πλαίσια της αληθινής πίστης και ελευθερίας, μακριά από την προσποίηση, το ψέμα και τη διαστροφή.
Ωστόσο, πολλοί άνθρωποι, στη σύγχρονη εποχή, επειδή δεν διακατέχονται από την αληθινή και ακλόνητη πίστη, επιλέγουν να ζουν στα πλαίσια της ματαιότητας, της ασυδοσίας και της ελευθεριότητας, μακράν των νέων προτύπων ζωής που έφερε ο Χριστός στον κόσμο, μακράν της αλήθειας που ελευθερώνει, αποδεχόμενος να γίνεται δούλος των ποικίλων παθών του, που ευτελίζουν το μεγαλείο της ανθρώπινης ύπαρξης και βασανίζουν τις συνειδήσεις και τις ψυχές.
Γι’ αυτό η Εκκλησία, ως θεραπευτικό ίδρυμα, καλεί τον άνθρωπο να αντισταθεί και να αρνηθεί τον τρόπο ζωής που τον ευτελίζει ως πνευματικό ον, με τη συνειδητή ένταξή του στη μυστηριακή ζωή της Εκκλησίας, ασκώντας τις αρετές, που είναι εμπνευσμένες από το μυστήριο του Σταυρού του Χριστού και συνειδητοποιώντας την πορεία ζωής που συνέστησε σε όλους ο Χριστός: «Όστις θέλει οπίσω μου ελθείν, απαρνησάσθω εαυτόν και αράτω τον Σταυρόν Αυτού και ακολουθείτω μοι» (Μάρκ. 8, 34).
Αυτήν την πορεία έχει ανάγκη ο ταλαιπωρημένος άνθρωπος και ο πολύπαθος πολιτισμός του σήμερα, για να βρει διέξοδο προς το Φως και το Πνεύμα του Θεού και να εισέλθει στην αληθινή ελευθερία, με την οποία ο «Χριστός ημάς ηλευθέρωσε» (Γαλ. 5, 1).
Όταν σήμερα γίνεται λόγος για τις βλαπτικές συνέπειες της τεχνητής νοημοσύνης (ΤΝ) τονίζεται συνήθως η ανάγκη για την θέσπιση κανόνων και δικλείδων ασφαλείας προκειμένου να θωρακισθούν οι κοινωνίες απέναντι στο φάσμα της μαζικής ανεργίας, που θα προκύψει από το γεγονός ότι η ΤΝ διεκπεραιώνει καθήκοντα, ρουτινιάρικα συνήθως, πολύ πιο γρήγορα και φθηνά από τον άνθρωπο. Ανάλογη εγρήγορση απαιτείται, λένε πολλοί, και απέναντι στην μέσω ΤΝ προωθούμενη παραπληροφόρηση, στην κατασκευή αυτόνομων όπλων και στην μαζική παρακολούθηση των πολιτών με την βοήθεια συστημάτων της ΤΝ.
Το πρόβλημα όμως με την ΤΝ δεν έχει να κάνει μόνον με τις μάκρο-επιπτώσεις της που είναι σε όλους πλέον φανερές. Σχετίζεται κυρίως με τις ανθρωπολογικές προκλήσεις που κομίζει η ανάπτυξη της ΤΝ. Για να εξετασθεί αυτό το σοβαρό ζήτημα θα πρέπει πρώτα να γίνει μια σύντομη αναφορά στις διαφορές ανθρώπινης και τεχνητής νοημοσύνης. Κάποιοι λοιπόν δεν εντοπίζουν ιδιαίτερες διαφορές μεταξύ των δύο ειδών νοημοσύνης και γι’ αυτό διατυπώνουν τον ισχυρισμό ότι με την ραγδαία εξέλιξη της ΤΝ θα οδηγηθούμε σύντομα στην ανάπτυξη της υπερνοημοσύνης και στην εκ βάθρων και επί τα βελτίω αναμόρφωση της κοινωνίας και των ανθρώπινων σχέσεων. Οι ισχυρισμοί αυτοί διατυπώνονται με αφετηρία την σύγκριση της ατομικής ευφυΐας με την ΤΝ, την σύγκριση για παράδειγμα των επιδόσεων ενός έμπειρου σκακιστή με τις επιδόσεις της ΤΝ. Σε αυτήν την περίπτωση η ΤΝ νικά κατά κράτος ακόμη και πρωταθλητές του σκακιού.
«Ὁ δέ Ἰησοῦς εἶπεν αὐτοῖς· Οὐ χρείαν ἔχουσιν ἀπελθεῖν· δότε αὐτοῖς ὑμεῖς φαγεῖν».
Τό πρῶτο μήνυμα τοῦ παραδείγματος τοῦ Χριστοῦ (τό θαυμαστό γεγονός τῆς διατροφῆς τῶν πεντακισχιλίων στήν ἔρημο) νομίζουμε πώς εἶναι ἡ ὑποχρέωση τῆς Ἐκκλησίας, ὡς σώματος Χριστοῦ, ἐν Χριστῷ δηλαδή κοινωνίας, νά ἀγκαλιάσει ὅλο τόν ἄνθρωπο καί ὅλα τά προβλήματά του, πνευματικά καί ὑλικά. Τίποτε δέν μένει ἔξω ἀπό τό ἐνδιαφέρον τοῦ Χριστοῦ. Ἄρα τίποτε δέν πρέπει νά μένει ἔξω ἀπό τό ἐνδιαφέρον τῆς Ἐκκλησίας του.
Ἐδῶ θά ἐπισημάνουμε μερικά σφάλματά μας πού ἐξ αἰτίας τῶν ἱστορικῶν συνθηκῶν ἔγιναν πιά καί γιά τήν Ὀρθοδοξία καθεστώς.