Εκτενές απόσπασμα από ομιλία του μακαριστού γέροντα, που πραγματοποιήθηκε στη Λάρισα στις 26/3/2000
Τὸ μεγάλο γεγονὸς εἶναι ἡ Ἐκκλησία. Τὸ μεγάλο γεγονὸς εἶναι ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία. Μεγάλο γεγονὸς εἶναι ἡ Μεγάλη Σαρακοστή, ποὺ εἶναι περίοδος τῆς μετανοίας. Καὶ μεγάλο γεγονὸς εἶναι ἡ κοινωνία τῶν Ἁγίων. Καὶ ὅπως ἀκούσαμε στὸ Συνοδικὸ τῆς Ὀρθοδοξίας, πολλὲς φορὲς ἀναφέρεται ἡ φράσις ὅτι ζοῦμε καὶ ρυθμίζουμε τὰ πάντα “κατὰ τὰς θεοπνεύστους θεολογίας τῶν Ἁγίων καὶ τῆς Ἐκκλησίας τὸ εὐσεβὲς φρόνημα“.
Σήμερα θὰ ἤθελα νὰ διαβάζαμε μιὰ ὁμιλία περὶ μετανοίας τοῦ ἁγίου Συμεὼν τοῦ Νέου Θεολόγου[1]. Ἐπειδὴ εἶναι μεγάλη, θὰ σᾶς τὴν πῶ ἐγὼ προφορικὰ δι’ ὀλίγων.
Εἶναι μιὰ ὁμιλία ἡ ὁποία, γιὰ μένα, ἀνακεφαλαιώνει ὅλο τὸ μυστήριο τῆς θεολογίας καὶ τῆς ζωῆς μας. Εἶναι μιὰ ὁμιλία ἡ ὁποία, ὅπως λέει ὁ ἴδιος, εἶναι κάτι τὸ ὁποῖο ἔζησε καὶ μετὰ γράφτηκε. Εἶναι μιὰ ὁμιλία ποὺ παρουσιάζει τὸ πάθος καὶ τὸν πόνο τῆς Μεγάλης Παρασκευῆς καὶ τὴ χαρὰ τῆς Ἀναστάσεως, τὸν πόνο καὶ τὸ πένθος τῆς μετανοίας καὶ τὴν ἀγαλλίασι ποὺ δέχεται μετὰ ὁ ἄνθρωπος.
Ἀναφέρει καὶ λέει γιὰ κάποιον ἄνθρωπο ὁ ὁποῖος πάρα πολὺ πονᾶ. Πάρα πολὺ ἔχει ἁμαρτήσει, καὶ ἡ ἁμαρτία αὐτὴ τοῦ τρώει τὰ σωθικά. Ὁ πόνος εἶναι ὑπερβολικός, ἀνυπόφορος. Καὶ λέει: Ὅπως ὁ Ἰὼβ ἤτανε πληγωμένος καί, γιὰ νὰ παρηγορηθῆ ἀπὸ τὸν πόνο, κατέξεε τὶς πληγές του, ἔτσι κι αὐτὸς ὁ ἄνθρωπος εἶναι πληγωμένος καὶ ξύνει τὶς πληγές του μὲ τὰ νύχια του. Ἀλλὰ λέει ὅτι ὁ Ἰὼβ εἶχε καθαρὴ τὴν καρδιά του καὶ τὴν ψυχή του. Ἐνῶ μιλάει γι’ αὐτὸν τὸν ἄνθρωπο, ὁ ὁποῖος εἶχε πληγωμένο τὸ σῶμα καὶ τὴν ψυχή.
Μιλάει γιὰ ἕναν ἄνθρωπο πονεμένο, γιὰ ἕναν ἄνθρωπο ὁ ὁποῖος ἔχει ἐξουθενωθῆ, καὶ λέει ὅτι αὐτὸς ὁ ἄνθρωπος, μὲ τὸν πόνο αὐτὸ τὸν ὑπέρμετρο ποὺ ἔχει, νοιώθει ὅλους τοὺς ἄλλους ἀνθρώπους σὰν ἁγίους καὶ καθαρούς. Δὲν χωρίζει δίκαιο ἀπὸ ἄδικο καὶ μακαρίζει ὅλους τοὺς ἀνθρώπους, αὐτοὺς ποὺ ζοῦν, αὐτοὺς ποὺ ἔζησαν καὶ αὐτοὺς ποὺ θὰ ζήσουν, γιατί, ὅπως λέει, αὐτοὶ δὲν ἁμάρτησαν, σὰν κι αὐτόν, καὶ δὲν ἔχουν αὐτὸν τὸν πόνο. Καὶ μακαρίζει ὅλα τὰ ζῶα, ὅλα τὰ ἑρπετά, γιατὶ καὶ αὐτὰ δὲν ἁμάρτησαν. Καὶ λέει ὅτι δὲν γυρίζει νὰ κοιτάξη αὐστηρὰ αὐτὸν ποὺ τὸν καταρᾶται. Καὶ ἀπὸ τὸν πολύ του πόνο δὲν ἐνδιαφέρεται γιὰ τὸ ὅτι οἱ ἄνθρωποι παίρνουν τὰ ὑπάρχοντά του. Γιατὶ ὁ πόνος ἔχει κατασπαράξει μέσα του τὰ σωθικά. Καὶ λέει παρακάτω ὅτι οἱ ἄνθρωποι ποὺ τὸν πλησιάζουν καὶ βλέπουν αὐτὸν τὸν ἄμετρο πόνο του δὲν μποροῦν νὰ τὸν παρηγορήσουν, τὸν ἐγκαταλείπουν καὶ φεύγουν.
Κι εἶναι ὅλη ἡ περιγραφὴ αὐτοῦ τοῦ ἀνθρώπου, αὐτῆς τῆς σκηνῆς, σὰν τὴν περιγραφὴ μιᾶς κηδείας. Ὅταν ἕνας δικός μας πεθάνη, αὐτὸ ποὺ μποροῦμε νὰ κάνουμε εἶναι νὰ κάνουμε μιὰ εὐχή, νὰ βάλουμε στὸ φέρετρο κάποια λουλούδια, νὰ κάνουμε τὴν ταφή του· καὶ μετὰ πᾶμε στὸ σπίτι μας. Ἔτσι παρουσιάζεται καὶ ἡ ζωὴ τοῦ ἀνθρώπου αὐτοῦ. Λέει, οἱ δικοί του καὶ γνωστοί του, βλέποντας τὸν ἄμετρο πόνο του, δὲν μποροῦν νὰ κάνουν τίποτα καὶ πᾶνε στὸ σπίτι τους, κι αὐτὸς μένει μόνος. Κι ὁ Θεός, ἐπειδὴ δὲν ὑποφέρει νὰ βλέπει τὸ πλάσμα του νὰ βρίσκεται σὲ τέτοια κατάστασι, ἐπεμβαίνει κι ἔρχεται καὶ τοῦ δίνει μιὰ παράκλησι καὶ μιὰ παρηγοριά· κι ἀρχίζει νὰ φωτίζεται ἐσωτερικά.
Καί, λέει ὁ ἅγιος Συμεών, τοῦ δίδει μιὰ μικρὴ χαρὰ ἡ ὁποία περιγελᾶ τὸν θάνατο, ξεπερνάει τὸν θάνατο. Κι ἐνῶ ἔχει αὐτὴ τὴ χαρὰ μέσα του, ὁ κόσμος νομίζει ὅτι εἶναι στὴν πρώτη κατάστασι. Καὶ λένε ὅτι αὐτὸς ὁ ἄνθρωπος δὲν δοκίμασε χαρὰ στὴ ζωή του, ἐνῶ αὐτὸς ἔχει μέσα αὐτὴ τὴ χαρὰ ἡ ὁποία ξεπερνᾶ τὸν οὐρανό. Καὶ λέει: Ἡ χαρὰ αὐτὴ δὲν ἔγινε ἀπὸ κάποια πλούτη πρόσκαιρα, δὲν ἔγινε ἀπὸ ἐπαίνους ἀνθρώπων ποὺ ξέρουν νὰ λένε ψέμματα. Ἀλλὰ αὐτὴ ἡ χαρὰ ἔγινε, γεννήθηκε, ἀπὸ τὸν πολὺ πόνο, τὴν πίκρα, καί, ὅπως λέει ἐδῶ ἡ μετάφρασι, καὶ τὸ συναπάντημα τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Κάτι τὸ ὁποῖο προέρχεται ἀπὸ κάτι ὑλικό, μαζὶ μὲ τὴν ὕλη καὶ τὰ φθαρτά, θὰ καταστραφῆ καὶ θὰ χαθῆ. Ἀλλὰ κάτι ποὺ γεννιέται ἀπὸ πολὺ πόνο, μέχρι σφαγμό, κι ἀπὸ τὴ χάρι τοῦ Ἁγίου Πνεύματος δὲν περνάει. Αὐτὸ νικάει τὸν θάνατο.
Καὶ ἔχει πάλι τὴν ἴδια περιγραφὴ καὶ λέει ὅτι εἶναι τόσο μεγάλη ἡ χαρά του, δὲν τὸ ξέρει κανείς, τὸ ζῆ αὐτὸς μέσα του. Καὶ τότε πάλι δὲν γυρίζει νὰ ζητήση καὶ νὰ πάρη τὰ πράγματα ποὺ τοῦ πῆραν τὴν περίοδο τοῦ ὀδυρμοῦ καὶ τῆς ὀδύνης του, γιατὶ αὐτὴ ἡ χαρὰ τοῦ χαρίζει μιὰ ὑγεία ποὺ τὸν γεμίζει ἀπὸ ἀγαλλίασι· κι αὐτὴ ἡ χαρὰ εἶναι μιὰ τροφὴ ποὺ τὸν κρατᾶ στὴ ζωή.
Καὶ λέει ὁ ἅγιος Συμεὼν ὅτι μοιάζει ὁ ἄνθρωπος αὐτὸς σὰν κάποιον ποὺ πίνει κρασὶ γλυκὸ μπροστὰ στὸν ἥλιο. Καὶ περνοῦν οἱ ἀκτῖνες τοῦ ἥλιου καὶ λάμπουνε μέσ᾿ ἀπὸ τὸ γλυκὸ κρασί· καὶ γεύεται αὐτὴ τὴ γλύκα καὶ εὐφραίνεται. Καὶ λέει: Δὲν ξέρω τί νὰ προτιμήσω, τὴ στίλβα, τὴ λάμψι τοῦ ἡλίου ἤ τὴν γλυκύτητα τοῦ κρασιοῦ; Καὶ ὅταν μὲ ἐλκύση ὁ ἥλιος, τότε θυμᾶμαι τὴ γλύκα τοῦ κρασιοῦ. Κι ὅταν πίνω αὐτὸ τὸ κρασί, τὸ ὁποῖο μοῦ δίνει δύναμι καὶ μὲ κάνει θεὸ κατὰ χάρι, τότε πάλι σκέφτομαι τὴ λάμψι τοῦ ἡλίου. Καὶ δὲν ἔχει χορτασμὸ καὶ δὲν ξεδιψάει. Καὶ συνέχεια προχωρεῖ σ’ αὐτὴ τὴν κατάστασι.
Λέει ὁ ἅγιος Συμεὼν, ὅπως εἴπαμε, ὅτι “ὅλα αὐτὰ τὰ ζήσαμε καὶ στὴ συνέχεια τὰ βάλαμε διὰ λόγου στὸ χαρτί, γιὰ νὰ μακαρίζεται τὸ χέρι μου τὸ ἀνάξιο ποὺ τἄγραψε”.
Αὐτὸ τώρα ποὔθελα νὰ πῶ ἐγὼ εἶναι τὸ ἑξῆς: Βλέπετε πῶς γεννᾶται ἡ θεολογία στὴν Ἐκκλησία. Ἡ θεολογία δὲν εἶναι νὰ διαβάσω μερικὰ πράγματα καὶ νὰ τὰ πῶ.
Κάτι ἄλλο: Βλέπετε πῶς αἰσθάνεται ὁ ἅγιος Συμεὼν ὁ Νέος Θεολόγος· δηλαδή, μιὰ συντριβή, ἡ ὁποία τὸν διαλύει, καὶ τὸν κάνει νὰ νοιώθη χειρότερος ἀπ᾿ ὅλη τὴ δημιουργία καὶ νὰ νοιώθη ὅτι εἶναι ὅλοι οἱ ἄνθρωποι ἅγιοι καὶ ὅλα τὰ δημιουργήματα τοῦ Θεοῦ καλά, καὶ τὰ ζῶα καὶ τὰ ἑρπετά, κι αὐτὸς μόνος ἁμάρτησε τόσο πολύ. Κι αὐτὸς δὲν κατακρίνει κανένα. Αὐτὸ ποὺ λέει: “Δὲν διακρίνει δίκαιο ἀπὸ ἄδικο, ἀλλὰ ὅλους τοὺς θεωρεῖ δικαίους”.
Ὅταν νοιώση κανεὶς ἔτσι, τί γίνεται; Περνάει στὸ ἄλλο μέρος, τοῦ φωτός. Βλέπετε, τὰ δύο μέρη, τοῦ πόνου καὶ τῆς χαρᾶς, εἶναι τόσο ἀντίθετα. Καὶ ταυτόχρονα αὐτὰ τὰ δύο μέρη εἶναι τόσο σχετικά. Ἐὰν ὁ ἄνθρωπος αὐτός, ποὺ περιγράφει ὁ ἅγιος Συμεών, ἄρχιζε νὰ παραπονῆται, γιατὶ ἄλλοι τοῦ φταῖνε, ἄρχιζε νὰ κρίνη τοὺς ἄλλους, τότε ὁπωσδήποτε δὲν θὰ πήγαινε στὸ δεύτερο μέρος.
Ἀλλὰ ὅταν κανεὶς καταδικάζη τὸν ἑαυτό του, ὅταν ὑπομένη, τότε ἔρχεται ὁ Θεὸς (αὐτὴ ἡ ἐπίσκεψι, ἡ ἀόρατη) καὶ κάνει τὸν ἄνθρωπο αὐτὸν τόσο δυνατό. Καὶ λέει ὁ ἅγιος Συμεὼν ὅτι αὐτὸ τὸ φῶς τοῦ ἥλιου ποὺ ἔρχεται μέσα ἀπὸ τὴ λάμψι τοῦ κρασιοῦ – καὶ ἡ λάμψι τοῦ ἥλιου εἶναι τὸ Ἅγιο Πνεῦμα, ἡ χάρις τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, καὶ τὸ γλυκὸ κρασὶ εἶναι ἡ θεία Κοινωνία, κατὰ τὸν ἅγιο Συμεὼν- αὐτό, σὰν φωτιά, μπαίνει μέσα του καὶ τὸν κάνει πύρινο καὶ γεμίζει τὰ σωθικά, καὶ φεύγει ὁ πόνος, ὅπως λέει, καὶ ξερνάει τὸ φαρμάκι ποὺ εἶχε καὶ γίνεται ὅλος πῦρ, ὅλος φωτιά. Καὶ πάει ἡ φωτιὰ στὰ χέρια του, στὰ πόδια του καὶ στὰ ὀπίσθιά του.
Καὶ ὁ διάβολος, ὁ ὁποῖος ἐμπαίζει τὸν κόσμο καὶ κρατάει ὅλο τὸν κόσμο, σὰν νὰ κρατοῦσε κάποιος ἕνα λαβωμένο σπουργίτι στὰ χέρια του, αὐτὸς ὁ διάβολος δὲν μπορεῖ νὰ πλησιάση αὐτὸν τὸν ἄνθρωπο, τὸν ἐλάχιστο, ὁ ὁποῖος εἶναι γεμᾶτος πῦρ ἀπὸ τὴ χάρι τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Κι αὐτὸς ὁ ἄνθρωπος μένει ἄγνωστος, κι αὐτὸς ὁ ἄνθρωπος εἶναι ὁ θεολόγος, κι αὐτὸς ὁ ἄνθρωπος μπορεῖ νὰ γίνη ὁ καθένας μας. Ὁπότε, βλέπετε τί γίνεται στὴν Ἐκκλησία: Μᾶς λέει τὴν ἀλήθεια. Μᾶς σώζει.
Ἐὰν τυχὸν ὁ ἄνθρωπος αὐτός, αὐτῆς τῆς ἱστορίας, δὲν πέρναγε ἐκείνη τὴ δοκιμασία, τὸν πόνο, τὴν ἀρρώστια, τὸν σφαγμό, τὴν ἀπορία, τὴν ἐξάντλησι, τὴν ἐγκατάλειψι, νὰ μείνη μόνος, νὰ τὸν καταπιῆ ὁ Ἅδης ζωντανό, ὅπως λέει, νομίζω ὅτι δὲν θὰ πέρναγε στὴ δεύτερη περίοδο, στὴν περίοδο τῆς Χάριτος, ὅπου γεμίζει ἀπὸ φῶς. Καὶ βλέπετε ὅτι αὐτὸς ὁ ἄνθρωπος ἐξακολουθεῖ νὰ θεωρῆται ἀπὸ τοὺς ἄλλους σὰν χαμένος καὶ σὰν πονεμένος, ταλαίπωρος καὶ ἀξιοδάκρυτος καὶ ἄξιος οἰκτιρμῶν.
Ἀλλ’ ὅμως, αὐτὸς ἔχει ἐκείνη τὴ μικρὴ χαρὰ ποὺ νικᾶ τὸν θάνατο καὶ δὲν ἔχει ἀνάγκη ἀπὸ τίποτε. Δὲν ἔχει ἀνάγκη οὔτε ἀπὸ ἐπαίνους, οὔτε ἀπὸ θέσεις, οὔτε ἀπὸ τίποτε κοσμικό.
Ὁ Θεὸς ζητάει ἕνα πράγμα ἀπὸ μᾶς: Ζητάει τὴ μετάνοια αὐτή.
Νὰ σᾶς πῶ κάτι; Εἶναι μεγάλο πράγμα νὰ μπορῆ κανεὶς νὰ πονᾶ καὶ νὰ διαλυθῆ καὶ νὰ γίνη στάχτη. Καὶ κάποτε εἶχα διαβάσει αὐτὴ τὴν ὁμιλία σὲ κάποιους ἐπισκέπτες, καὶ δὲν τὴν κατάλαβαν. Δὲν εἶναι νὰ ξέρης γράμματα, ἀλλὰ εἶναι νὰ ἔχης τὴν εὐλογία ἀπ᾿ τὸν Θεὸ νὰ σὲ ἐπισκεφθῆ ὁ πόνος. Πῶς λέμε στὴ Μεγάλη Ἑβδομάδα γιὰ τὸν Κύριο, “ἄνθρωπος ἐν πληγῇ ὢν καὶ εἰδὼς φέρειν μαλακίαν“[2], εἶναι ἄνθρωπος πληγωμένος καὶ ξέρει νὰ ὑποφέρη τὸν πόνο.
Μεγάλη εὐλογία ὁ πόνος, τὴ στιγμὴ ποὺ ὁ Κύριος διὰ τοῦ Σταυροῦ ἔφερε “χαρὰ ἐν ὅλῳ τῷ κόσμῳ“[3]… Μεγάλη εὐλογία νὰ εἴμαστε μέλη τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας καὶ νὰ παίρνωμε τὴ σωστὴ ἀγωγή. Μεγάλη εὐλογία, γιατὶ στὸ τέλος ἕνας ἄνθρωπος σωστὸς φτάνει σ’ ἕνα σημεῖο, νὰ ἔχη ὑγεία πνευματική. Κι αὐτὴ ἡ ὑγεία φαίνεται, ὅπως λέει ὁ Ἀββᾶς Ἰσαάκ, ἀπὸ τὸ ὅτι ἀποκτᾶ τὸ δυνατὸ στομάχι ποὺ χωνεύει κάθε τροφή[4]. Καὶ ὁ ἄνθρωπος αὐτός, ποὺ ἔχει αὐτὴ τὴν ὑγεία, δὲν ἔχει κανένα παράπονο πρὸς οὐδὲ ἕνα, ἀλλὰ εἶναι εὐγνώμων πρὸς ὅλους. Καὶ πιὸ πολύ εἶναι εὐγνώμων πρὸς ἐκεῖνα τὰ πρόσωπα ἢ πρὸς ἐκεῖνα τὰ γεγονότα τὰ ὁποῖα τὸν πίκραναν, τὰ ὁποῖα τὸν διέλυσαν, τὰ ὁποῖα, ἂν θέλετε, τὸν παλάβωσαν. Κι ὅμως, αὐτὸς δὲν διαλύθηκε, δὲν παλάβωσε, δὲν πέθανε· γιατὶ εἶπε ὅτι “καὶ διαλυμένος καὶ νεκρός, ἐγὼ μένω ἐδῶ καὶ περιμένω”. Καὶ ἡ ἐπίσκεψις ἔρχεται.
Κι ἂν τυχὸν δὲν ὑπῆρχαν αὐτὲς οἱ δοκιμασίες, ἴσως νὰ μὴ γινότανε ὅλη ἡ ὕπαρξί μας αὐτὴ ἡ κραυγή, ἕνα “Κύριε ἐλέησον”, κι ἴσως δὲν θὰ δεχόμασταν αὐτὴ τὴν ἐπίσκεψι.
Ἀναπαύομαι στὴν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία, γιατὶ ξέρετε τί γίνεται; Ἀποδεικνύεται ὅτι μεγάλοι εἶναι οἱ μικροί, εἶναι οἱ ταπεινοί, εἶναι οἱ ἀνώνυμοι, εἶναι οἱ διαλυμένοι. Μεγάλοι δὲν εἶναι αὐτοὶ ποὺ κάνουν θόρυβο. Μεγάλοι δὲν εἶναι αὐτοὶ ποὺ ἔχουν μεγάλες θέσεις. Ἀλλὰ μεγάλοι εἶναι οἱ ἄνθρωποι ποὺ ἔχουν τὴν πνοὴ τοῦ Θεοῦ μέσα τους – καὶ ὅλοι τὴν ἔχομε – καὶ ἀνέχονται καὶ συγχωροῦν καὶ δὲν αἰτιῶνται κανένα γιὰ τίποτα καὶ δὲν ἔχουν κανένα παράπονο. Ἔτσι, μιὰ στιγμὴ αὐτοὶ οἱ ἄνθρωποι διὰ τῆς ταπεινώσεως γίνονται κατὰ χάριν χώρα τοῦ Ἀχωρήτου.
Θυμᾶμαι μιὰ παλιὰ γριά, Μικρασιάτισσα, ποὺ τῷ καιρῷ ἐκείνῳ ποὺ δὲν ὑπῆρχαν πλυντήρια, ἔπλενε τὰ ροῦχα στὸ σπίτι μας. Κι ὅταν πιὰ γέρασε πολύ, δὲν μποροῦσε νὰ τὰ πλένη. Κι ὅταν ἐρχόταν στὸ σπίτι, πήγαινε ἀπὸ τὸ αὐλιδάκι στὴν κουζίνα, γιατὶ δὲν ἤθελε νὰ πάη στὸ σαλόνι. Κι ἐμεῖς, τὰ μικρὰ παιδιά, πηγαίναμε καὶ τῆς φιλάγαμε τὸ χέρι, γιατὶ τὴ συμπαθούσαμε, ὅπως συμπαθεῖ κανεὶς ἕνα μικρὸ πουλὶ πληγωμένο. Πέρασαν τὰ χρόνια, καὶ ἡ κυρα-Ζαχαρένια αὐτὴ μένει μέσα μου, σὰν μεγάλο παράδειγμα. Σὲ μιὰ συζήτησι εἶχε πῆ… (Αὐτὴ ἦταν μόνη. Αὐτὴ δὲν εἶχε συγγενεῖς, δὲν εἶχε σπίτι, δὲν εἶχε περιουσία κι ἔμενε σὲ μιὰ τρύπα, ἔξω ἀπὸ τὰ τείχη τοῦ Ἡρακλείου). Μιὰ φορὰ στὴ συζήτησι εἶχε πῆ: “Ἄνθρωπο μέ ᾿παν καὶ μένα”. Αὐτὸ ποὺ εἶχε ἦταν ἕνα πράγμα, ὅτι ἦταν ἄνθρωπος. Τίποτε ἄλλο.
Ἀλλ᾿ αὐτή, ὅμως, εἶχε δεχθῆ τὴ Χάρι, καὶ αὐτὴ ἡ Χάρις, σὰν ἀνάπαυσις, μεταδίδεται στὸν ἄλλο. Κι αὐτὸ ποὺ ἔχομε ἀνάγκη εἶναι ἡ Χάρις· κι αὐτὴ ἡ χαρὰ ποὺ περιγελᾶ τὸν θάνατο, ξεπερνᾶ τὸν θάνατο. Κι ἂν θέλετε, τὸ Ἅγιο Ὄρος, εἶναι Ἅγιο Ὄρος, γιατὶ ἔχει κάποιους τέτοιους χαμένους, ἁπλοὺς καὶ ἀγνώστους.
Ὁ ἅγιος Ἰγνάτιος ὁ Θεοφόρος λέει: “Οὐδὲν φαινόμενον καλόν“[5]. Κι ἐγώ, ποὺ φαίνομαι κι εἶμαι γνωστὸς καί, ὅπως εἶπε ὁ Σεβασμιώτατος, εἶμαι μεγάλος, σημαίνει ὅτι εἶμαι τίποτα. Οἱ μεγάλοι εἶναι οἱ διαλυμένοι, εἶναι οἱ ἀνύπαρκτοι. Λέει ὁ ἅγιος Ἰσαὰκ ὁ Σῦρος ὅτι ὁ ταπεινὸς ἄνθρωπος εἶναι ὡς “ἄνθρωπος μὴ ἐλθὼν εἰς τὸ εἶναι“[6], εἶναι σὰν ἄνθρωπος ἀνύπαρκτος. Ὄχι ἀνύπαρκτος μόνο, ἀλλὰ ἄνθρωπος ποὺ δὲν ὑπῆρξε ποτέ.
Κι ὅταν ἀποδέχεσαι μὲ καρτερία αὐτὴ τὴν ταπείνωσι καὶ δὲν ἔχης καμιὰ ἰδέα γιὰ τὸν ἑαυτό σου, τότε γίνεσαι ἅξιος καὶ “σκεῦος ἐκλογῆς“[7], γιὰ νὰ χωρέσης τὴ χάρι τοῦ Πνεύματος καὶ νὰ μὴ μολύνης αὐτὴ τὴ χάρι καὶ νὰ μὴν πάρη ἀέρα τὸ μυαλό σου.
Ὁπότε, μεγάλο γεγονὸς ὅτι εἴμαστε ἄνθρωποι. Μεγάλο γεγονὸς ὅτι εἴμαστε Ὀρθόδοξοι. Μεγάλο γεγονὸς ὅτι βρισκόμαστε σήμερα στὴν ἐκκλησία μέσα. Καὶ μεγάλο γεγονὸς εἶναι νὰ κάνουμε ὑπομονή.
Τώρα λέω τὸ ἑξῆς: Ὁ ἅγιος Συμεὼν εἶπε ὅτι πέρασε αὐτὴ τὴ δοκιμασία, καὶ τὸ κείμενο αὐτὸ δὲν εἶναι ἕνα ἀποτέλεσμα κάποιων στοχασμῶν, ἀλλὰ εἶναι ἕνα ἀρτεσιανὸ φρέαρ, εἶναι μιὰ πηγὴ ποὺ πήδησε ἀπὸ μέσα του μόνη της, κι αὐτὸς ἔδωσε τὸ χέρι του καὶ τὄγραψε· γιατὶ πέρασε τὸν πόνο κι ἔφτασε στὴν ἀγαλλίασι.
Τὸ μεγάλο πράγμα εἶναι ὅτι εἴμαστε ἄνθρωποι. Καὶ τὸ ἄλλο μεγάλο πράγμα ξέρετε ποιὸ εἶναι; Εἶναι ὅτι ἔχουμε πόνους. Ἔχουμε προβλήματα, προβλήματα ποὺ μᾶς ξεπερνοῦν, προβλήματα προσωπικά, προβλήματα μὲ τὸ σπίτι, προβλήματα μὲ τὴ συμβίωσι. Μιὰ στιγμὴ βλέπεις ὅτι μπορεῖ τὸν ἄλλο … λέει τὸ Γεροντικό, τὸν γέροντά σου θὰ τὸν βλέπης κάποτε σὰν ἄγγελο καὶ θἄρθη καιρὸς ποὺ θὰ τὸν δῆς σὰν διάβολο. Καὶ δὲν εἶναι οὔτε ἄνθρωπος, οὔτε διάβολος. Εἶναι αὐτὸ ποὺ εἶναι.
Καὶ μέσα στὸ σπίτι πολλὲς φορὲς ἔρχεται πειρασμός, καὶ δημιουργοῦνται τέτοιες συγχύσεις, τέτοια μπλεξίματα, ποὺ δὲν μπορεῖ νὰ τὰ λύση κανείς. Λέμε: Ὁ Γόρδιος δεσμὸς δὲν λύνεται, ἀλλὰ κόβεται. Τὸ θέμα εἶναι νἄχουμε τὴ στάσι τοῦ ἀνθρώπου αὐτοῦ γιὰ τὸν ὁποῖο μιλάει ὁ ἅγιος Συμεών. Ἂν μπορῆ, νὰ πῆ κανείς: “Κλείνω τὸν διακόπτη τῆς λογικῆς. Δὲν κατακρίνω κανένα. Τὰ ἀνέχομαι ὅλα”.
Γιατί; Γιατὶ ὑπάρχει Αὐτὸς ποὺ εἶναι “ὁ ῥαπισθεὶς ὑπὲρ γένους ἀνθρώπων καὶ μὴ ὀργισθείς“[8]. Γιατὶ εἶναι Αὐτὸς ὁ ἀρχηγὸς τῆς πίστεως μας, ὁ ὁποῖος δέχτηκε νὰ ἐμπτυσθῆ, νὰ ὑβρισθῆ, νὰ κολαφισθῆ, νὰ σταυρωθῆ, καὶ παρακαλεῖ τὸν Πατέρα Του λέγοντας: “Πάτερ ἀνάστησον με καὶ ἀνταποδώσω αὐτοῖς“[9], ἀνάστησέ με, καὶ θὰ τοὺς τὸ ἀνταποδώσω. Τί; Θὰ τοὺς δώσω ζωὴ καὶ αἰωνιότητα, ἄσχετα ἂν αὐτοὶ μὲ κατεδίκασαν σὲ θάνατο. Ὁπότε, ἐπειδὴ ὑπάρχει αὐτὸς ὁ ἀρχηγὸς τῆς πίστεως, σχίζεται τὸ καταπέτασμα τῆς φθορᾶς. Δὲν ὑπάρχει “τὸ ὀδόντα ἀντὶ ὀδόντος“[10], δὲν βγαίνει τίποτα μὲ τὴ διαμάχη. Ἀνοίγουν ὅλες οἱ πόρτες μὲ τὴν ἀνοχὴ καὶ μὲ τὴ συγχώρησι.
Κι ἐγὼ λέω τὸ ἑξῆς: Ξέρετε, ἐπειδὴ εἴμαστε καὶ στὸ Ὄρος καὶ στὴν Παναγία τὴν Πορταΐτισσα, γράφει ὁ κόσμος τὸν πόνο του. Καὶ λέω τὸ ἑξῆς: Ἐὰν δὲν ὑπῆρχε Θεός, αὐτὸς ὁ Θεὸς ὅπως γνωρίζεται στὴν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία, ἔπρεπε ὅλοι νὰ πᾶμε νὰ πέσουμε στὴ θάλασσα. Ἀλλὰ ἐπειδὴ ὑπάρχει, δὲν πέφτουμε. Καὶ μακάριοι εἶναι οἱ πονεμένοι, μακάριοι εἶναι οἱ κλαμένοι, μακάριοι εἶναι οἱ πενθοῦντες, καὶ μποροῦμε νὰ περιμένωμε. Κι αὐτὸ ποὺ χρειάζεται, εἶναι νὰ ἡσυχάσωμε. Καὶ μιὰ στιγμὴ γίνεται αὐτὸ ποὺ ἔγινε ἐδῶ, ἔρχεται αὐτὴ ἡ ἀγαλλίασις.
Αὐτὸ ποὺ συμβαίνει στὴν παράδοσί μας, στὴν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία, δὲν συμβαίνει ἀλλοῦ.
________________
[1] Κατήχησις κγ΄, S. C. 113, 12-…
[2] Ἠσ. 53, 3.
[3]Πεντηκοστάριον, Ἀπόδειπνον τῆς Διακαινησίμου.
[4]Βλ. Λόγοι ἀσκητικοί (ἔκδ. Μ. Πιράρ), Ἅγιον Ὄρος 2012, Λόγος γ΄, σ. 247.
[5] Πρὸς Ρωμαίους 3, 3.
[6] Πρβλ. ὅ. π., Λόγος ξβ΄, σ. 744.
[7] Πράξ. 9, 15.
[8]Πεντηκοστάριον, Ὄρθρος Μεγάλης Πέμπτης, Τροπάριον τῆς Προφητείας.
[9] Ψαλμ. 40, 11.
[10] Δευτ. 19, 21.



Posted in
Tags: 



