Πηγές προκλήσεων (Πρωτοπρ. Θωμάς Βαμβίνης)

Ὁ φλοιός τοῦ κόσμου διαρκῶς ἀλλάζει, ὁ πυρήνας του ὅμως παραμένει ἴδιος, πυρακτωμένος, μέ φυλακισμένες ἰσχυρές δυνάμεις, πού ἀρκετές φορές δείχνουν τήν ἰσχύ τους μέ ἡφαιστειακές ἐκρήξεις· δηλαδή μέ θυμούς, ἐπαναστάσεις, πολέμους, καταστροφές, ἀλλά καί μέ δημιουργικές ἐνέργειες σέ ὅλα τά πεδία τῆς ζωῆς τοῦ κόσμου. Τέτοιες δημιουργικές «ἡφαιστειακές ἐκρήξεις» εἶναι καί οἱ ἐμπνεύσεις γιά ὑψηλότερη ζωή, μέ ὑγιῆ θυμό, ὑπομονή καί ἀνδρεία, πού ὁδηγεῖ τούς θεουμένους στήν κατά τό δυνατόν ἀκριβέστερη τήρηση τῶν ἐντολῶν τοῦ Χριστοῦ, πού φθάνει μέχρι καί στίς λεπτότατες κινήσεις τοῦ νοῦ, τῆς καρδιᾶς καί τῆς διανοίας.Τό ἐξωτερικό, λοιπόν, περίβλημα τῆς ζωῆς τοῦ κόσμου διαρκῶς ἐξελίσσεται μαζί μέ τούς πολλούς κλάδους τῆς ἐπιστήμης, τίς κοινωνικές ἀλλαγές καί τήν ἀνάπτυξη τῆς τεχνολογίας. Αὐτή ἡ πολυμερής ἐξέλιξη δημιουργεῖ στόν λαό τῆς Ἐκκλησίας, στήν θεολογία καί τήν ποιμαντική της, πολλῶν εἰδῶν προκλήσεις. Ἔργο τῶν ποιμένων τῆς Ἐκκλησίας εἶναι νά ἐκφράζουν τήν θεολογία καί τήν ἐμπειρία τῶν ἁγίων της ἀπέναντι στίς προκλήσεις αὐτές καί νά κρατοῦν τόν λαό της ἀνεπηρέαστο ἀπό παραπλανητικές ἐπιδράσεις, σταθερά προσηλωμένο στό ἀποστολικό κήρυγμα καί τήν ζωή τῆς Ἐκκλησίας. Αὐτή ἡ ποιμαντική μέριμνα χρειάζεται ὅλον τόν πλοῦτο τῆς ἀποστολικῆς καί πατερικῆς διδαχῆς, ἡ ὁποία «νομοθετεῖ» ὅλες τίς δυνάμεις τῆς ψυχῆς καί φωτίζει τόν «κρυπτό τῆς καρδίας ἄνθρωπο», δηλαδή τόν «πυρήνα» τῆς ζωῆς τῶν ἀνθρώπων, ὁ ὁποῖος, ἄν δέν ἐκχυθῆ ἡ εἰρήνη τοῦ Θεοῦ σέ αὐτόν, εἶναι εὐεπίφορος σέ καταστροφικές «ἡφαιστειακές ἐκρήξεις».

Θά καταγράψουμε στήν συνέχεια δύο πηγές προκλήσεων πού δέχεται ἡ Ἐκκλησία (δέν εἶναι μόνον αὐτές), βλέποντας τά πράγματα μέσα στίς συνθῆκες πού δημιούργησε ἡ πανδημία τοῦ κορωνοϊοῦ· ἡ μία πηγή εἶναι ἐσωτερική καί ἡ ἄλλη ἐξωτερική. Ἡ ἐσωτερική εἶναι ἡ εὐαισθησία καί ἡ ὑγιής ἀντίδραση σέ κάθε ἀλλοίωση τῆς πίστης καί τῆς ζωῆς τῆς Ἐκκλησίας, ἡ ὁποία ὅμως κάτω ἀπό τήν καθοδήγηση ὁρισμένων ποιμένων (κυρίως μέσῳ τοῦ διαδικτύου) χάνει τόν προσανατολισμό της καί διχάζει τόν λαό τῆς Ἐκκλησίας· καί ἡ ἄλλη εἶναι ἡ ἐξέλιξη τῆς ἐπιστήμης.

Ἔχει παρατηρηθῆ ὅτι τόν τελευταῖο καιρό δέν γίνεται πολύς λόγος γιά θεμελιώδη θέματα τῆς πίστεως. Τό ἐνδιαφέρον μονοπωλεῖ ἡ πανδημία τοῦ κορωνοϊοῦ, οἱ ἐπιπτώσεις πού ἔχει στήν ἐκκλησιαστική ζωή καί οἱ ἑρμηνεῖες τῆς ἐξαπλώσεώς του, κυρίως οἱ διάφορες θεωρίες συνωμοσίας, οἱ ὁποῖες ἀπό ἀρκετούς ἐκλαμβάνονται ὡς ἡ ἀλήθεια πού δέν λέγεται ἀπό τούς ἔγκυρους ἐπιστήμονες, οὔτε ἀκόμη ἀπό τήν ἡγεσία τῆς Ἐκκλησίας. Τό ἀνησυχητικότερο ἀπό ὅλα, ὅμως, εἶναι ὅτι ἐμφανίζονται ὡς κριτήρια τῆς ἐκκλησιαστικῆς ζωῆς πράγματα πού δέν ἔχουν καμμιά σχέση μέ τήν ἐκκλησιαστική ζωή. Ἔτσι, παραθεωρεῖται καί ἀδυνατίζει τό κήρυγμα τῆς μετανοίας, καθώς καί τό κήρυγμα τῆς πίστεως, πού ἔχει ὡς περιεχόμενο τήν σωτηριολογική σημασία τῶν ὀρθῶν δογμάτων.

Σέ αὐτήν τήν ἀτμόσφαιρα ἐμφανίζεται πολύ ἔντονα ὁ πειρασμός τῆς ἐπιστήμης, κυρίως τῆς μοριακῆς βιολογίας καί τῆς γενετικῆς μηχανικῆς, ἡ ἄλλη πηγή προκλήσεων. Μιά ἔνδειξη τῆς ἰσχύος αὐτῆς τῆς προκλήσεως εἶναι ὁ θόρυβος πού δημιουργήθηκε γιά τά ἐμβόλια καί κάποιες θεραπευτικές ἀγωγές, πού προκάλεσε ἔντονες συζητήσεις στό διαδίκτυο. Τά θέματα αὐτά, ὅμως, ἐκτός ἀπό τήν Πολιτεία, τά ἀντιμετωπίζει ὑπεύθυνα καί ἡ Ἐκκλησία, μέ δική της ἐπιτροπή εἰδικῶν ἐπιστημόνων πού εἶναι ταυτόχρονα ἐνεργά μέλη της. Ἡ ἐπιτροπή εἰσηγεῖται στήν Ἱερά Σύνοδο, ἡ ὁποία παίρνει τίς τελικές ἀποφάσεις. Γι’ αὐτό τά μέλη τῆς Ἐκκλησίας, γιά θέματα ἐπιστημονικά, ἔχουν στέρεο στήριγμα, ὥστε νά μή σαλεύονται ἀπό ποικίλες διδασκαλίες.

Ὁ καθένας μας, ὅλες αὐτές τίς προκλήσεις ὀφείλει νά τίς ἀντιμετωπίζη ὡς μέλος τῆς Ἐκκλησίας, ἐνταγμένος ὀργανικά στόν θεσμό της, ἀντλώντας καθοδηγητικούς λόγους ἀπό τούς κανονικούς ποιμένες της καί τίς διδασκαλίες τῶν ἁγίων Πατέρων της. Τό σημειώνουμε αὐτό γιά δύο λόγους:

Πρῶτον, ἄν θέλουμε νά ζοῦμε ὡς πραγματικά μέλη τῆς Ἐκκλησίας, δέν μποροῦμε νά ἀγνοοῦμε αὐτούς πού τώρα ἔχουν τήν εὐθύνη τῆς διαποίμανσης τοῦ λαοῦ, δηλαδή τήν Ἱερά Σύνοδο, τούς Ἐπισκόπους, ἀλλά καί τούς Πρεσβυτέρους πού διακονοῦν τόν λαό τῆς Ἐκκλησίας ὑπό τήν εὐλογία καί εὐθύνη τῶν Ἐπισκόπων τους. Ὅπως ἔχει εἰπωθῆ, ἡ Ἐκκλησία δέν εἶναι ἕνα «ἀσύντακτο σῶμα». Ἔχει ἱεραρχική διάρθρωση καί διοικεῖται συνοδικά. Δέν αὐτονομούμαστε, λοιπόν, χαράζοντας δικούς μας δρόμους ἤ δέν ἀφήνουμε τόν ἑαυτό μας ἔκθετο σέ ὁρισμένους πού ἐνσπείρουν ὑπόνοιες γιά τούς ποιμένες τῆς Ἐκκλησίας, ἀσκώντας μιά «ποιμαντική ὑπονοιῶν» μέ τήν ἐπίκληση τοῦ πολέμου τῶν «σκοτεινῶν δυνάμεων», τῶν ὁποίων αὐτοί (δῆθεν) γνωρίζουν πολύ καλά τίς ὑποχθόνιες μεθοδεύσεις τους.

«Σκοτεινές δυνάμεις» ὑπάρχουν, ἀλλά ὁ πόλεμος ἐναντίον τους γίνεται μέ τά «ὅπλα τοῦ φωτός», μέ τήν προσήλωση, δηλαδή, στό πρόσωπο τοῦ Χριστοῦ, τήν τήρηση τῶν ἐντολῶν Του, μέσα στόν θεσμό τῆς Ἐκκλησίας, πού εἶναι τό Σῶμα Του, καί ὄχι μέ τήν βύθιση στό σκοτάδι τῶν ὑπονοιῶν καί τήν ἀμφισβήτηση (στήν πράξη) τοῦ ἱεραρχικοῦ καί συνοδικοῦ πολιτεύματος τῆς Ἐκκλησίας.

Καί δεύτερον, μέσα στίς συνθῆκες τῆς σύγχρονης ζωῆς λαμβάνουμε φῶς καθοδηγητικό ἀπό τίς θεόπνευστες διδασκαλίες τῶν ἁγίων Πατέρων, μένοντας ἀταλάντευτα ἐνταγμένοι μέσα στόν «θεσμό τῆς Ἐκκλησίας». Αὐτή ἡ ἀλήθεια, δυστυχῶς, δέν εἶναι γιά ὅλους αὐτονόητη. Δέν εἶναι αὐτονόητη, δηλαδή, ἡ καταφυγή στούς Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας, ὅταν, γιά παράδειγμα, θέλουμε νά μιλήσουμε γιά ἀσθένειες τῆς ψυχῆς, τίς αἰτίες καί τά συμπτώματά τους, κι ἄς εἶναι αὐτοί πού γνωρίζουν πολύ καλά τήν ὑγεία καί τήν ἀσθένεια τῆς ψυχῆς τοῦ ἀνθρώπου. Αὐτό τό διαπιστώνουμε καθαρά σέ διαδικτυακές ἀντιδράσεις ἀπέναντι σέ κείμενα, τά ὁποῖα στηρίζονται στούς Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας, καί μάλιστα τούς νηπτικούς, στήν μελέτη καί ἀντιμετώπιση σύγχρονων προβληματικῶν καταστάσεων.

Ἀποκαλυπτικός αὐτῆς τῆς νοοτροπίας εἶναι ὁ ἀκόλουθος τίτλος σχετικοῦ κειμένου: «Πρός Θεοῦ! Ὄχι καί τούς ἁγίους Πατέρες στήν ὑπηρεσία τοῦ κορωνοϊοῦ». Δηλαδή, ἡ χρήση τῆς ἐν Ἁγίῳ Πνεύματι διεισδυτικῆς διδασκαλίας τῶν νηπτικῶν ἁγίων Πατέρων, στήν περιγραφή πνευματικῶν ἀσθενειῶν, πού ἐκδηλώθηκαν μέσα στίς συνθῆκες τῆς πανδημίας τοῦ κορωνοϊοῦ, θεωρεῖται ὑπαγωγή τους στήν ὑπηρεσία τοῦ κορωνοϊοῦ! Τό πιό ἀποκαλυπτικό αὐτῆς τῆς νοοτροπίας, εἶναι ὁ χαρακτηρισμός τῆς καταγραφῆς τῶν συμπτωμάτων τῆς πνευματικῆς ἀσθένειας τῶν ὑπονοιῶν, ὅπως μᾶς τήν δίνουν οἱ ἅγιοι Πατέρες, ὡς χλευασμός τῶν πιστῶν!

Ὑπάρχει ἕνας βασικός κανόνας: Ὅλα τά σύγχρονα γεγονότα πρέπει νά τά ἀντιμετωπίζουμε θεολογικά καί πατερικά. Οἱ Πατέρες μᾶς δίνουν τά πνευματικά κριτήρια γιά νά κρίνουμε τά γεγονότα.

Στήν περίοδο πού διερχόμαστε, ἡ κόπωση ἀπό τά συνεχιζόμενα μέτρα, πρέπει νά μᾶς κάνη περισσότερο νηφάλιους. Σέ αὐτό μᾶς βοηθᾶ ἡ διαρκής τροφοδοσία μας ἀπό τήν πλούσια τράπεζα τῆς πατερικῆς διδασκαλίας. Αὐτή κρατᾶ σέ ὀρθό προσανατολισμό τήν σκέψη μας καί μᾶς ἀποτρέπει ἀπό τίς περιπλοκές σέ ὑπόνοιες καί συνωμοσιολογίες. Βλέπουμε τούς Ναούς κλειστούς ἤ μέ περιορισμένο ἀριθμό πιστῶν στίς ἀκολουθίες, βλέπουμε δηλαδή ἀντικειμενικές δυσκολίες στήν λειτουργική μυστηριακή ζωή τῆς Ἐκκλησίας. Αὐτά τά γεγονότα, κάτω ἀπό εἰδική καθοδήγηση, γίνονται ἀφορμή γιά τήν διασπορά ὑπονοιῶν καί «νοσογόνων λογισμῶν». Ὅμως μέ ὑπόνοιες, χωρίς ἐπίγνωση τῶν ἰδιαίτερων συνθηκῶν καί χωρίς τεκμηριωμένο λόγο (ἐπιστημονικά καί θεολογικά), δέν μπορεῖ κανείς νά σταθῆ ἀπέναντι σέ ἀποφάσεις πού ἀδικοῦν τόν λαό τῆς Ἐκκλησίας, μέ τό νά τοῦ στεροῦν τήν δυνατότητα τῆς μετοχῆς στήν θεία Λειτουργία καί τά ἄλλα μυστήρια.

Φθάσαμε στό σημείο οἱ ἀμφισβητίες νά θεωροῦνται «παραδοσιακοί», γνήσια τέκνα τῆς Ἐκκλησίας καί ὄχι κοινωνικά καί ἐκκλησιαστικά προβληματικοί. Τά λεξικά ὅμως δίνοντάς μας τήν σημασία τῆς λέξης «ἀμφισβητίας» ἐπιβεβαιώνουν τήν κοινωνική καί ἐκκλησιαστική προβληματικότητά τους. Ἐνδεικτικά, τό Λεξικό Τεγόπουλου-Φυτράκη γράφει: «[ἀμφισβητίας:] ὁ κατά σύστημα ἀρνούμενος τά καθιερωμένα». Τό Λεξικό Μπαμπινιώτη τόν περιγράφει ἀναλυτικότερα: Εἶναι τό «πρόσωπο πού συστηματικά ἀρνεῖται τήν ἰσχύ ἤ τό κύρος τῶν παραδεδεγμένων, πού ἐκφράζει ἀπόψεις ἀντίθετες πρός τίς ἐπικρατοῦσες καί ἀξίες καί ἀρχές ἀντίθετες πρός τίς καθιερωμένες». Εἶναι προφανές ὅτι αὐτός πού δέν θέλει νά κρίνεται ἀπό τό φῶς τῆς πατερικῆς διδασκαλίας καί δέν δέχεται νά κρίνη τά σύγχρονα θέματα μέ βάση τίς «παραδεδεγμένες» πατερικές διδασκαλίες κι ἀκόμη «ἐκφράζει ἀπόψεις ἀντίθετες πρός τίς» ἀποφάσεις τῆς Ἱερᾶς Συνόδου ὑπονομεύει τήν ἰδιότητά του καί τό ἔργο του μέσα στήν Ἐκκλησία.

Ἐν κατακλεῖδι. Εἶναι πολλές οἱ προκλήσεις πού δέχεται διαρκῶς ὁ θεσμός καί ἡ διδασκαλία τῆς Ἐκκλησίας. Πάντως, στίς μέρες μας, θά πρέπει μέ κάθε τρόπο νά ἐμποδισθῆ ἡ ἐξάπλωση τῆς καλλιέργειας τῶν ὑπονοιῶν, ὥστε νά ἀποτραπῆ ἡ μετάδοση τοῦ ἰοῦ τῆς ἀτεκμηρίωτης ἀμφισβήτησης, ὁ ὁποῖος, ὅταν δέν γίνονται ἀποδεκτά τά ἐκκλησιαστικά μέτρα προφύλαξης, δηλαδή ἡ ἀποστολική καί πατερική διδαχή καί τό ἱεραρχικό καί συνοδικό πολίτευμα τῆς Ἐκκλησίας, τότε μετατρέπει ζωντανά μέλη τῆς Ἐκκλησίας σέ κοινούς ἀμφισβητίες.

 

(Πηγή: parembasis.gr)

[Ψήφοι: 6 Βαθμολογία: 4.8]