Πίστη και Επιστήμη (π. Δημήτριος Μπαθρέλλος, Εφημ. Ι.Ν. Αναλήψεως Ντράφι – Επισκ. Καθηγ. Παν. Emory)

 

Πολύ συχνά ἀκοῦμε ὅτι στήν ἐποχή τῆς ἐπιστήμης ἡ θρησκεία δέν ἔχει θέση. Οἱ λεγόμενοι “νέοι ἀθεϊστές”, ὅπως, γιά παράδειγμα, ὁ Ρίτσαρντ Ντόκινς, ὑποστηρίζουν ὅτι στήν ἐποχή μας ἡ ἐπιστήμη ἀποτελεῖ τή μόνη ἀξιόπιστη πηγή γνώσης, ἐνῶ ἡ θρησκεία εἶναι μία μορφή δεισιδαιμονίας, πού θά πρέπει ἐπιτέλους νά ἐγκαταλείψουμε. Ἡ ἐπιστήμη θά πρέπει νά κυριαρχήσει καί ἡ πίστη νά ἐγκαταλειφθεῖ.
Προφανῶς, τό πρόβλημα ἐν προκειμένῳ δέν εἶναι ἡ ἐπιστήμη ἀλλά ὁ ἐπιστημονισμός. Αὐτό πού ἡ θεωρία αὐτή ὑποστηρίζει δέν εἶναι ἡ ἀξία τῆς ἐπιστήμης, ἀλλά ἡ ἀντίληψη ὅτι ἡ ἐπιστήμη ἀποτελεῖ τή μόνη ἀξιόπιστη πηγή γνώσης. Εἶναι ὅμως ἔτσι;

Ἡ ἀξία τῆς ἐπιστήμης εἶναι αὐτονόητη. Χάρη σ’ αὐτήν ἡ ζωή μᾶς ἔχει γίνει εὐκολότερη, οἱ γνώσεις μᾶς ἔχουν πολλαπλασιαστεῖ, οἱ δυνατότητές μας ἔχουν αὐξηθεῖ, τό προσδόκιμο ζωῆς μας ἔχει ὑπερδιπλασιαστεῖ. Μπορεῖ, ὡστόσο, ἡ ἐπιστήμη νά δώσει ἀπάντηση σέ ὅλα μας τά ἐρωτήματα; Ἀναμφίβολα ὄχι.

Ἄν πάρουμε, γιά παράδειγμα, ἕνα βιβλίο, ἡ ἐπιστήμη μπορεῖ νά μᾶς πεῖ ἀπό ποιά ὑλικά εἶναι κατασκευασμένο, μπορεῖ νά κάνει χημική ἀνάλυση τῶν ὑλικῶν αὐτῶν, νά μᾶς προσδιορίσει τό βάρος καί τίς διαστάσεις του καί οὕτω καθεξῆς. Δέν μπορεῖ ὅμως νά μᾶς κάνει λόγο γιά τό περιεχόμενο καί τίς ἰδέες τοῦ βιβλίου. Ἡ ἐπιστήμη μπορεῖ νά μᾶς πεῖ ἀπό ποιά ὑλικά εἶναι κατασκευασμένος ἕνας ζωγραφικός πίνακας. Δέν μπορεῖ ὅμως νά μᾶς πεῖ ποῦ ἀκριβῶς ἔγκειται ἡ αἰσθητική του ἀξία, τί τόν καθιστά ἔργο τέχνης. Ἡ πεζογραφία, ἡ μουσική, ἡ ζωγραφική, ἡ ποίηση, οἱ ἠθικές ἀξίες καί τόσοι ἄλλοι χῶροι τῆς ζωῆς καί τοῦ πολιτισμοῦ δέν εἶναι δυνατόν νά καταστοῦν ἀντικείμενο τῆς ἐπιστήμης. Ὁ ἐπιστημονισμός, λοιπόν, δέν ταυτίζεται μέ τήν ἐπιστήμη. Εἶναι, θά λέγαμε, μία ἰδεολογία, πού ἐπιδιώκει νά ἐπιβάλει τήν πρωτοκαθεδρία τῆς ἐπιστήμης ἀκόμη καί σέ χώρους ἄσχετους πρός τό ἀντικείμενό της.

Σέ ἕνα δεύτερο ἐπίπεδο, ὁ ἐπιστημονισμός ἐπιδιώκει νά ἐκτοπίσει ὄχι ἁπλῶς τούς χώρους τῆς ζωῆς καί τοῦ πολιτισμοῦ πού μόλις ἀναφέραμε ἀλλά καί τόν ἴδιο τόν Θεό. Καί ἐδῶ ἔγκειται ἕνα ἀκόμα λάθος αὐτῆς τῆς ἰδεολογίας. Ἡ ἐπιστήμη ἀσχολεῖται μέ τήν ὑλική δημιουργία καί τούς φυσικούς νόμους. Λέγεται ὅτι ὅταν ὁ πρῶτος Ρῶσος ἀστροναύτης, ὁ Γιούρι Γκαγκάριν, ἐπέστρεψε ἀπό τό διάστημα, δήλωσε ὅτι δέν εἶδε πουθενά τόν Θεό. Προφανῶς αὐτό συνέβη, ὄχι ἐπειδή ὁ Θεός δέν ὑπάρχει, ἀλλά ἐπειδή δέν ἀποτελεῖ ὑλικό ἀντικείμενο, τοῦ ὁποίου τήν παρουσία ἤ τήν ἀπουσία θά μποροῦσε κανείς νά πιστοποιήσει μέ τίς αἰσθήσεις του ἤ τά ὄργανα καί τίς μεθόδους τῆς ἐπιστήμης. Ὁ Θεός δέν εἶναι μέρος τοῦ κόσμου ἀλλά ὁ Δημιουργός του.

Ἑπομένως, ναί, ἡ ἐπιστήμη εἶναι ἀξιόλογη καί χρήσιμη – ἀλλά εἶναι ἀπαραίτητο νά γνωρίζουμε τά ὅριά της.

II.
Πέραν ὅμως αὐτοῦ, ἡ ἐπιστήμη δέν εἶναι σέ θέση νά μᾶς δώσει μία τελική ἐξήγηση οὔτε κἄν γιά τό ἴδιο της τό ἀντικείμενο. Δέν μπορεῖ, δηλαδή, νά μᾶς δώσει ἀπάντηση στό θεμελιῶδες ἐρώτημα: γιατί ὑπάρχει κάτι καί ὄχι τίποτα; Ἡ χριστιανική θεολογία διδάσκει ὅτι αὐτό συμβαίνει ἐπειδή ὁ Θεός δημιούργησε τόν κόσμο. Εἶναι ὅμως ὁ ἰσχυρισμός αὐτός συμβατός μέ τά πορίσματα τῆς ἐπιστήμης;

Καταρχάς τά πορίσματα αὐτά δέν εἶναι σταθερά καί μόνιμα. Παλαιότερα πολλοί ἔκαναν λόγο γιά τήν αἰωνιότητα τοῦ σύμπαντος. Σήμερα ὅμως οἱ ἐπιστήμονες, στή συντριπτική τους πλειονότητα, ἀσπάζονται τή θεωρία τῆς μεγάλης ἔκρηξης. Σύμφωνα μέ τή θεωρία αὐτή, ὁ κόσμος ἦρθε στήν ὕπαρξη μετά ἀπό μία μεγάλη ἔκρηξη πού συνέβη πρίν ἀπό περίπου δεκατέσσερα δισεκατομμύρια χρόνια. Ἡ ὕλη, ἡ ἐνέργεια, ὁ χῶρος, καί ὁ χρόνος ἀποτελοῦν συνέπεια αὐτοῦ του γεγονότος. Πρίν ἀπό αὐτό δέν ὑπῆρχε τίποτε, ἐνῶ μετά ἀπό αὐτό ἀρχίζουν νά ὑπάρχουν τά πάντα. Ὅ,τι ὅμως ἔρχεται στήν ὕπαρξη ἔχει αἰτία. Ἐφόσον τίποτα δέν μπορεῖ νά προέλθει ἀπό τό τίποτα καί μάλιστα αὐτό τό ἀχανές καί θαυμαστό σύμπαν πού, χάρη στήν ἐπιστήμη, σήμερα τό γνωρίζουμε καλύτερα ἀπό ποτέ ἄλλοτε– ἡ πίστη στόν Θεό Δημιουργό ἀποτελεῖ τήν πλέον εὔλογη ἀπάντηση στό ἐρώτημα γιά τήν προέλευση τοῦ κόσμου.

Ἐδῶ, βέβαια, θά ἀναρωτηθοῦμε: ἀποτελεῖ κάτι τέτοιο ἀπόδειξη γιά τήν ὕπαρξη τοῦ Θεοῦ; Αὐτό θά μπορούσαμε καί θά ἔπρεπε νά τό συζητήσουμε. Ἀλλά ἐν πάσῃ περιπτώσει μᾶς δείχνει ὅτι ἡ σχέση τῆς χριστιανικῆς πίστης μέ τήν ἐπιστήμη εἶναι πολύ πιό σύνθετη καί πολύ πιό θετική ἀπό ὅ,τι ἰσχυρίζονται πολλοί ἀπό ὅσους ἀρνοῦνται τήν ὕπαρξη τοῦ Θεοῦ.

 

(Από το περιοδικό “Εφημέριος” Ιούνιος 2020 τεύχος 3 σελ 8-10)

 

(Πηγή ψηφ. κειμένου: antifono.gr)

 

 

[Ψήφοι: 1 Βαθμολογία: 5]