Θεοφύλακτος Βουλγαρίας

Κυριακή ΙΔ’ Λουκά: Περί του τυφλού (Θεοφύλακτος Αρχιεπίσκοπος Βουλγαρίας)

theologia

(Λουκ. ιη΄35-43)

Κεφάλαιον ιη΄

«Ὅταν πλησίαζε στὴν Ἱεριχώ, κάποιος τυφλὸς καθόταν στὸ δρόμο καὶ ζητιάνευε. Κι ὅταν ἄκουσε κόσμο νὰ περνᾶ, ρωτοῦσε τί σήμαινε αὐτό. Τοῦ εἶπαν ὅτι περνοῦσε ὁ Ἰησοῦς ὁ Ναζωραῖος. Τότε φώναξε δυνατά· Ἰησοῦ, Γιέ τοῦ Δαυΐδ σπλαχνίσου με. Στάθηκε ὁ Ἰησοῦς καὶ εἶπε νὰ τὸν φέρουν κοντά του. Τὸν ἔφεραν καὶ τὸν ρώτησε. Τί θέλεις νὰ τοῦ κάμω; Κι αὐτὸς εἶπε· Κύριε, νὰ ξαναδῶ. Κι ὁ Κύριος τοῦ εἶπε· ξαναδές· ἡ πίστη σου σ’ ἔσωσε. Βρῆκε ἀμέσως τὸ φῶς του καὶ τὸν ἀκολούθησε δοξάζοντας τὸ Θεό. Κι ὅλος ὁ κόσμος δοξολογοῦσε τὸ Θεό». Εἶναι ἕνα πάρεργο στὸ δρόμο του, τὸ θαῦμα τοῦ τυφλοῦ ποὺ κάνει ὁ Κύριος, γιὰ νὰ μὴν εἶναι καὶ τὸ πέρασμά του ἀκόμα διδασκαλία ἀνώφελη σ’ ἐμᾶς καὶ τοὺς μαθητὰς τοῦ Χριστοῦ, ἀλλὰ γιὰ νὰ εἴμαστε παντοῦ καὶ πάντα καὶ μὲ κάθε ἐκδήλωσή μας ὠφέλιμοι καὶ ποτὲ ἄχρηστοι. Διαβάστε περισσότερα »

Κυριακή ΙΓ’ Λουκά: Περί του επερωτήσαντος τον Ιησούν (Θεοφύλακτος Αρχιεπίσκοπος Βουλγαρίας)

theologia

(Λουκ. ιη, 18 – 27)

Κεφάλαιον ΙΗ΄

«Τὸν ρώτησε κάποιος ἀπὸ τοῦς ἄρχοντες· Δάσκαλε ἀγαθέ, μὲ τί πράξεις θὰ κληρονομήσω τὴν αἰώνια ζωή; Κι ὁ Ἰησοῦς τοῦ εἶπε: Δὲν εἶναι κανένας ἀγαθὸς παρὰ μόνο ὁ Θεός. Τίς ἐντολὲς τὶς γνωρίζεις. Μὴ μοιχέψης, μή φονεύσης, μήν κλέψης, μήν ψευδομαρτυρήσης. Νὰ τιμᾶς τὸν πατέρα καὶ τή μητέρα σου. Κι ἐκείνος εἶπε· αὐτὰ τὰ φύλαξα ἀπὸ τὴ νεότητά μου. Ὅταν τ’ ἄκουσε ὁ Ἰησοῦς τοῦ ἀπάντησε· Ἕνα σοῦ ἀπομένει μονάχα· πούλησε ὅσα ἔχεις καὶ μοίρασέ τα στοὺς φτωχοὺς· ἔτσι θ’ ἀποχτήσης θησαυρὸ στὸν οὐρανό. Κί ἔλα, ἀκολούθησέ με. Ἐκεῖνος ὕστερ’ ἀπ’αὐτὸ ἔπεσε σὲ λύπη, γιατὶ ἦταν πολύ πλούσιος». Μερικοὶ ἔχουν τή γνώμη ὅτι ὁ ἄνθρωπος αὐτὸς ἦταν πανοῦργος καὶ τάχα ζητοῦσε νὰ παγιδέψη μὲ τοὺς λόγους του τὸν Ἰησοῦ. Διαβάστε περισσότερα »

Κυριακή Ασώτου: Η αποδημία σε μακρινή χώρα (Άγιος Θεοφύλακτος, Αρχιεπίσκοπος Βουλγαρίας)

theologia

Η παραβολή του Ασώτου παρουσιάζει το Θεό σαν άνθρωπο, τον αληθινά φιλάνθρωπο και τους δύο γιούς, καθώς και τις δύο κατηγορίες των ανθρώπων, τους δίκαιους και τους αμαρτωλούς. Ο μικρός είπε· δώσε μου το μερίδιό μου από την περιουσία μας. Η δικαιοσύνη είναι αρχική κατάσταση του ανθρώπου, γι’ αυτό κι ο μεγάλος δεν παρεκκλίνει· υστερογέννητο κακό η αμαρτία, γι’ αυτό και παρεκκλίνει ο μικρός, αυτός, δηλαδή που συναυξήθηκε με την αμαρτία που μπήκε στον κόσμο έπειτα. Και με άλλο νόημα λέγεται ο αμαρτωλός άνθρωπος «νεώτερος γιός», σαν νεωτεριστής κι αποστάτης στο πατρικό θέλημα. Διαβάστε περισσότερα »

Κυριακή Α’ Λουκά (Θεοφύλακτος Αρχιεπίσκοπος Βουλγαρίας)

theologia

(Λουκ. ε΄. 1-11)

«Τὸν ἐστρίμωχναν τὰ πλήθη, γιὰ ν’ ἀκούσουν τὸ λόγο τοῦ Θεοῦ κι αὐτὸς στεκόταν κοντὰ στὴ λίμνη Γενησαρέτ. Εἶδε δυὸ βάρκες ἀραγμένες στὴν ἀκρολιμνιά· οἱ ψαράδες πιὸ κεῖ ἔπλυναν τὰ δίχτυα τους. Μπῆκε σὲ μιὰ ἀπ’ αὐτὲς ποὺ ἦταν τοῦ Σίμωνα καὶ τὸν παρακάλεσε νὰ ξεμακρύνη λίγο ἀπὸ τὴ στεριά. Κι ἀφοῦ κάθισε ἄρχισε νὰ διδάσκη τὸν κόσμο μέσ’ ἀπὸ τὴ βάρκα. Ὅταν τέλειωσε εἶπε στὸ Σίμωνα· Γύρισε στ’ ἀνοιχτὰ καὶ ρίξετε τὰ δίχτυα γιὰ ψάρεμα.

Τοῦ ἀποκρίθηκε ὁ Σίμωνας καὶ τοῦ εἶπε· Δάσκαλε, ὅλη τὴ νύχτα κοπιάσαμε καὶ δὲν πιάσαμε τίποτα. Θὰ ρίξω ὅμως τὸ δίχτυ ἀφοῦ τὸ ὁρίζεις. Ἔκαμαν ἔτσι κι ἔπιασαν τόσο μεγάλο πλῆθος ψάρια ποὺ ἄρχισε τὸ δίχτυ νὰ σπάζη. Φώναξαν τοὺς συνεταίρους τους τῆς δεύτερης βάρκας νὰ πᾶν νὰ τοὺς βοηθήσουν. Πῆγαν καὶ γέμισαν καὶ οἱ δύο βάρκες σὲ σημεῖο νὰ βουλιάζουν. Ὅταν τὸ εἶδε αὐτὸ ὁ Σίμωνας πέφτει στὰ γόνατα τοῦ Ἰησοῦ καὶ τὸν παρακαλεῖ. Ἕβγα ἀπ’ τὴ βάρκα μου, Κύριε, γιατὶ εἶμαι ἁμαρτωλός. Τὸν εἶχε γεμίσει θάμπος κι αὐτὸν κι ὅλους τοὺς συντρόφους του γιὰ τὰ ψάρια ποὺ εἶχαν πιάσει μ’ αὐτὸ τὸν τρόπο. Ὅμοια εἶχαν ξαφνιαστῆ κι ὁ Ἰάκωβος καὶ ὁ Ἰωάννης, γιοὶ τοῦ Ζεβεδαίου ποὺ ἦσαν συνέταιροι τοῦ Σίμωνα. Γι’ αὐτὸ ὁ Ἰησοῦς εἶπε στὸν Σίμωνα· Μὴ φοβᾶσαι, ἀπὸ τώρα θὰ ψαρεύης ἀνθρώπους. Κι ἀφοῦ ἔσυραν τὰ πλοῖα στὴ στεριά, τὰ παράτησαν ὅλα καὶ τὸν ἀκολούθησαν». Διαβάστε περισσότερα »

Κυριακή των Πατέρων της Α’ Οικουμενικής Συνόδου: Περί της προσευχής του Ιησού προς τον Πατέρα υπέρ των δεδομένων εαυτώ μαθητών (Θεοφύλακτος, Αρχιεπίσκοπος Βουλγαρίας)

theologia

(Ἰωάν. ιζ΄, 1-13)

Αὐτὰ εἶπε ὁ Ἰησοῦς, σήκωσε τά μάτια του στὸν οὐρανὸ καὶ προσευχήθηκε· Πατέρα, ἡ ὥρα ἔχει ἔρθει, δόξασε τὸ Γιὸ σου, γιὰ νὰ σὲ δοξάση κι ἐκεῖνος, ὅπως τοῦ ἔδωσες νὰ ἐξουσιάζη κάθε ἄνθρωπο. Γιὰ νὰ δώση ζωὴ αἰώνια σὲ ὅλα ὅσα τοῦ ἔδωσες. Κι ἡ αἰώνια ζωὴ εἶναι νὰ γνωρίζουν ἐσένα τὸ μόνο ἀληθηνὸ Θεὸ καὶ τὸν Ἰησοῦ Χριστὸ ποὺ ἔστειλες. Ἀφοῦ εἶπε στοὺς μαθητάς του «ὅτι θὰ δοκιμάσετε θλίψεις», καὶ τοὺς σύστησε νὰ ἔχουν θάρρος, τοὺς σηκώνει πάλι μὲ τὴν προσευχή, διδάσκοντάς μας κατὰ τοὺς πειρασμούς, ἀφοῦ τ’ ἀφήνομε ὅλα, νὰ καταφεύγωμε στὸ Θεό. Ἄλλωστε δὲν πρόκειται γιὰ προσευχὴ ἀλλὰ γιὰ συνομιλία μὲ τὸν Πατέρα. Ἄν σ’ ἄλλη περίπτωση προσεύχεται καὶ πέφτη στὰ γόνατα μὴ θαυμάσης. Γιατὶ ὁ Χριστὸς ἦρθε ὄχι γιὰ νὰ φανερώση μόνο τὸν ἑαυτό του ἀλλὰ γιὰ νὰ μᾶς διδάξη καὶ κάθε ἀρετή. Κι ὁ δάσκαλος δὲν πρέπει ν’ ἀσκῆ τὸ ἔργο του μὲ λόγια μόνο ἀλλὰ καὶ μὲ τὰ ἔργα του. Διαβάστε περισσότερα »