Βιογραφικά
Γεννήθηκε
στην Βλάστη Κοζάνης το 1890 και ήταν η
έκτη θυγατέρα του Γιάννη Βλαχογιάννη
και της Μαρίας, που ήταν πολύ ευλαβής
γυναίκα και πολύ συνετή. Διηγείτο η
μητέρα της ότι οι πρόγονοί της φιλοξένησαν
στο σπίτι τους δύο φορές τον άγιο Κοσμά
τον Αιτωλό και τους ευλόγησε.
Κατερίνα παρακολούθησε μερικές τάξεις
στο Δημοτικό Σχολείο, έμαθε να διαβάζη
και σ’ όλη της την ζωή μελετούσε πολύ.
Ήταν πολύ όμορφη και όταν ήρθε στο χωριό
τους ένας νέος δάσκαλος, του άρεσε και
την έκλεψε. Ο πατέρας της έδωσε την ευχή
του, έγινε ο γάμος της Κατερίνας με τον
Κωνσταντίνο Δέρβα και εγκαταστάθηκαν
στο χωριό του συζύγου της, στην Τσαρίτσανη
Ελασσώνος. Όταν η Κατερίνα περίμενε το
τρίτο της παιδί, τον άνδρα της κάποιος
τον πυροβόλησε και τον σκότωσε. Έτσι σε
ηλικία 27 ετών έμεινε χήρα με τρία μωρά.
Για να ζήση εμαθε να ράβη.
Αργότερα οι
συγγενείς της της έκτισαν ένα σπίτι
στην Βλάστη δίπλα στο πατρικό της. Εκεί
έμαθε και πλεκτομηχανή. Ο γυιός της, ο
Γιώργος, έμαθε και αυτός ραπτική και
αργότερα εγκαταστάθηκε στην Θεσσαλονίκη,
όπου τον ακολούθησε και η μητέρα του
Κατερίνα.
εγκατάστασή της στην πόλη του Αγίου
Δημητρίου ήταν δώρο Θεού για την Κατερίνα,
γιατί αξιοποίησε τις πνευματικές
ευκαιρίες που υπήρχαν. Εκκλησιαζόταν
στον Άγιο Μηνά, στην Παναγία Χαλκέων,
στην Αγία Αικατερίνη και κυρίως στην
Αγία Σοφία, την οποία θεωρούσε σπίτι
της. Εκεί βρήκε τον π. Βασίλειο Καϊμάκη,
τον ενάρετο πνευματικό, στον οποίον
εξωμολογείτο.
μεγάλη ευλάβεια στα θεία και εσέβετο
πολύ τους ιερείς. Είχε ανεψιό τον π.
Ευσέβιο Βίττη, τον οποίον υπεραγαπούσε.
Στην ζωή της αξιώθηκε δύο φορές να
προσκυνήση τους Αγίους Τόπους.
εξωτερική της εμφάνιση ήταν μικρόσωμη.
Φορούσε πάντα μανδήλα στο κεφάλι και
μαύρα ρούχα. Ήταν περιποιημένη, δεν ήταν
ρακένδυτη και ατημέλητη. «Αυτά είναι
υπερβολές», έλεγε. «Ο άνθρωπος να είναι
καθαρός και περιποιημένος».
την μετάνοια και πενθούσε για τις
αμαρτίες της, αλλά εκφραζόταν αυτό ως
χαρά. Ζούσε το χαροποιό πένθος, την
χαρμολύπη, όπως λέγουν οι πατέρες. Ήταν
άνθρωπος που αγαπούσε την ζωή, την
ομορφιά της ζωής, την καθημερινή
πραγματικότητα. Δεν ένιωθε μέσα της ότι
εστερήθη, ότι εταλαιπωρήθη, ότι υπέφερε.
Δεν παραπονείτο για τίποτε, όλα τα
ξεπέρασε με την εμπιστοσύνη της στον
Θεό και την προσευχή.
πήγαινε άλλαζε την ατμόσφαιρα. Μετέδιδε
αυτό που βίωνε, και όταν την ρωτούσαν
κάτι, μετέδιδε τον λόγο του Θεού. Δεν
είχε μονοτονία στην συμπεριφορά της.
Ήταν πάντα ένας δροσερός άνθρωπος.
Έλεγε: «Μία καινούργια μέρα, μία καινούργια
ζωή». Δεν αγωνιούσε για τίποτε. Αν και
είχε περάσει πολλές δυσκολίες στην ζωή
της, έλεγε: «Αν ξαναερχόμουν στην ζωή,
πάλι εύκολα θα την περνούσα. Εμένα ο
Θεός με αξίωσε να περνώ άνετα, χωρίς να
έχω ούτε κτήμα ούτε σπίτι στο όνομά μου.
Δεν ξέρω τι θα πει εφορία, τι θα πει
δικηγόρος. Πέρασα σαν βασίλισσα». Ήταν
πάντα ειρηνική χωρίς εκρήξεις και
θυμούς.






