Ὁ ἅγιος Νεκτάριος σχετικά μέ τό αὐτεξούσιο
τοῦ ἀνθρώπου μᾶς λέγει ὅτι «Ἡ προτίμηση τοῦ καλοῦ ἤ τοῦ κακοῦ εἶναι
χαρακτηριστικό τοῦ αὐτεξουσίου. Ἡ θέληση καί ἡ πράξη τοῦ ἀγαθοῦ, εἶναι
χαρακτηριστικό τῆς ἠθικῆς ἐλευθερίας. Τό αὐτεξούσιο εἶναι ἠθικό χαρακτηριστικό
κάθε ἀνθρώπου, κι ἡ ἠθική ἐλευθερία χαρακτηριστικό μόνο τῶν ἐναρέτων. Τό αὐτεξούσιο
κάνει τόν ἄνθρωπο δυνάμει ἠθικό, ἐνῶ ἡ ἠθική ἐλευθερία ἐνεργείᾳ ἠθικό. Τό αὐτεξούσιο
παραπλανώμενο ἀπό τίς ὁρμές, ἐπιθυμίες ἤ λανθασμένες σκέψεις, κατεβάζει τόν ἄνθρωπο
στήν τάξη τῶν ἀλόγων ζώων. Ἡ δέ ἠθική ἐλευθερία τόν ἀνεβάζει ὡς τίς τάξεις τῶν
οὐρανίων ἀΰλων πνευμάτων. Τό αὐτεξούσιο ὠθεῖ τόν ἄνθρωπο καί στήν φωτιά καί
στόν θάνατο, ἀλλά ἡ ἠθική ἐλευθερία, πού προτιμάει πάντα τό καλό, τόν ὁδηγεῖ
στό ὕδωρ τό ζῶν καί στήν αἰώνια ζωή. Ὁ ἄνθρωπος εἶναι αὐτεξούσιος νά προτιμήσει
τήν εὐλογία ἤ τήν κατάρα, ἀλλά ὅποιος μέν προτίμησε τήν εὐλογία φάνηκε ἠθικά ἐλεύθερος,
ὅποιος δέ τήν κατάρα, αὐτός ἔγινε ἠθικά δοῦλος»1.





