Στον οινοποιό Σ.
μοναδικό. Και αυτόν τώρα τον απαρνιέσαι. Δεν είναι ο αδελφός μου, λες, αλλά αδελφός
χωρίς αδελφοσύνη! Όντως, έκανε μεγάλο έγκλημα. Διέρρηξε το σπίτι ενός γέρου,
τον σκότωσε και του πήρε τα λεφτά. Δικάστηκε, και καταδικάστηκε σε θάνατο.
Τώρα κάθεται στη φυλακή και περιμένει
την τελευταία του ώρα. Από τη φυλακή σου έγραψε γράμματα και σε παρακαλούσε να
τον συγχωρέσεις σαν αδελφό. Σου ζητούσε μετά από τον θάνατό του να προσεύχεσαι
γι’ αυτόν και να τελείς μνημόσυνα. Και να μεταφέρεις το σώμα του και να το
κηδέψεις δίπλα στους τάφους των γονιών σας. Κι εσύ πώς αντιδράς σ’ όλα αυτά;
Εσύ τον σιχαίνεσαι, στα γράμματά του δεν απαντάς, στη φυλακή δεν τον
επισκέπτεσαι, το όνομά του δεν λες. «Μου λέρωσε την τιμή», λες δυνατά, να σε ακούσουν
οι άνθρωποι.





