Η λέξη νηστεία είναι σύνθετη και προέρχεται από το αρνητικό μόριο νη και το ρήμα εσθίω, που είναι άλλος τρόπος του έσθω και του έδω και που σημαίνει τρώγω. Νήστις
– η πρώτη λέξη που δημιουργήθηκε – σημαίνει αυτός που δεν εσθίει, που
δεν τρώγει. Από την λέξη αυτή στη συνέχεια προήλθε το ρήμα νηστεύω και το αφηρημένο ουσιαστικό νηστεία, που αρχικά σήμαινε την πλήρη αποχή από τροφές και ποτά, δηλαδή την ασιτία και ατροφία.
διάρκειας και την προοδευτική διαμόρφωση του θεσμού της νηστείας,
νηστεία δεν σήμαινε μόνο την πλήρη αποχή από στερεές ή υγρές τροφές,
αλλά και την μερική αποχή, την αποχή δηλαδή από ορισμένες τροφές και την
λήψη άλλων, συγκεκριμένων τροφών. Έτσι έχουμε την διάκριση σε νηστήσιμες και αρτυμένες ή αρτύσιμες τροφές.
Αρτύσιμα, αντίθετα,
θεωρούνται τα διάφορα φαγητά που μαγειρεύουμε με την χρήσι ελαίου ή
βουτήρου και διαφόρων καρυκευμάτων, όπως και το κρασί (Όταν δεν τρώμε
λάδι, δεν πίνουμε και κρασί).






