Ήταν το βράδυ του
μεγάλου και Μυστικού Δείπνου και των κατά σάρκα Παθών του Κυρίου. Ενώ
λοιπόν ετελείτο μεγαλοπρεπώς η Ακολουθία των Παθών στην Μεγίστη Λαύρα
κατά την συνήθεια, και ο Γρηγόριος συμμετείχε στην πανήγυρι και στους
ύμνους μαζί με τους προκρίτους των μοναχών, και συμπαραστεκόταν σ’
αυτούς, στολίζοντας, θα έλεγε κανείς, εκείνη την σύναξη με την παρουσία
του. Αλλά, όπως συμβαίνει συχνά, μερικοί από τους συμπαριστάμενους σαν
να λησμόνησαν τα τελούμενα, τις μεγάλες εκείνες και θαυμάσιες ωδές,
καθώς και το σκοπό της συναθροίσεως, εκτράπηκαν σε μάταιες ομιλίες και
μάλιστα πέρα από το μέτρο και υπερβολικά, αν μπορεί να μιλήσει κανείς
για μέτρο σε τέτοια ζητήματα. Δυσανασχετεί γι’ αυτό ο άνθρωπος του Θεού,
όπως είναι φυσικό· αλλά επειδή δεν θεωρούσε σωστό να παρατηρήσει σ’
εκείνους να σταματήσουν την ομιλία, αφού απομάκρυνε τον νου συγχρόνως
και από εκείνους και από την υμνωδία, τον στρέφει προς τον εαυτό του,
όπως συνήθιζε, και διά του εαυτού του προς το Θεό· και αμέσως τον
περιλάμπει από πάνω θείο φως, και αφού φωτίσθηκαν από τις ακτίνες
εκείνες οι οφθαλμοί τόσο του σώματος όσο και της ψυχής, βλέπει καθαρά
σαν να είναι στο παρόν αυτό που επρόκειτο να συμβεί μετά πολλά χρόνια.
Διαβάστε περισσότερα »