Ο π. Νικόλαος Λουδοβίκος, καθηγητής στο Πανεπιστήμιο Ιωαννίνων, έδωσε διάλεξη, ως προσκεκλημένος ομιλητής στο Πανεπιστήμιο Πατρών, με θέμα: “Ποια Επιστήμη; Ποια Κοινωνία; Ποια Θρησκεία; Ερωτήματα στην Eποχή της Τεχνητής Νοημοσύνης” την Τρίτη, 25 Φεβρουαρίου στο Συνεδριακό και Πολιτιστικό Κέντρο του Πανεπιστημίου Πατρών.
Ποια Επιστήμη; Ποια Κοινωνία; Ποια Θρησκεία; Ερωτήματα στην Eποχή της Τεχνητής Νοημοσύνης (π. Νικόλαος Λουδοβίκος)
Μήπως είδατε πού κρύβεται η «Πολιτική Ορθότητα»; (Απόστολος Νικολαΐδης, Ομ. Καθηγητής Πανεπιστημίου Αθηνών, Πρόεδρος Ινστιτούτου «Άγιος Μάξιμος ο Γραικός»)
Αυτές τις ημέρες ξαναμπήκε στη δημόσια συζήτηση το διαχρονικό ερώτημα, αν μπορεί ένας καλλιτέχνης στο όνομα του δημοκρατικού του δικαιώματος που σχετίζεται με την απόλυτη ελευθερία δημιουργίας και έκφρασης, να προσβάλλει, και μάλιστα με αυθαίρετο και προκλητικό τρόπο, δημοκρατικά δικαιώματα άλλων ατόμων και ομάδων, όπως ο σεβασμός στις θρησκευτικές πεποιθήσεις και τα θρησκευτικά τους σύμβολα, όντας μάλιστα στο απυρόβλητο, καλυπτόμενος πίσω από την ελευθερία της τέχνης. Οποιαδήποτε δε προσπάθεια αντίδρασης προς τα «καλλιτεχνικά» ανοσιουργήματα επισύρει την κατηγορία της λογοκρισίας. Είναι βέβαια η ίδια κατηγορία που εξαπολύεται και εναντίον όλων εκείνων που παρεμποδίζουν κάποιους να προβαίνουν σε κριτικά σχόλια σε ζητήματα που εγείρει και καθιερώνει η woke ατζέντα και ο «πολιτισμός της ακύρωσης» με την προστασία της λεγόμενης «πολιτικής ορθότητας».
Εθνική Πινακοθήκη και αντιχριστιανική προπαγάνδα (ΜΕΤΕΩΡΩΝ ΛΙΘΟΠΟΛΙΣ, Σύλλογος Διαφύλαξης και Ανάδειξης Αγιομετεωρίτικης Κληρονομιάς)
Στην επίσημη ιστοσελίδα της Εθνικής Πινακοθήκης – Μουσείο Αλεξάνδρου Σούτσου αναφέρεται χαρακτηριστικά ότι “ο θεσμικός ρόλος της Εθνικής Πινακοθήκης είναι η συλλογή, διαφύλαξη, συντήρηση, μελέτη και έκθεση έργων τέχνης, με σκοπό την αισθητική καλλιέργεια του κοινού, την δια βίου εκπαίδευση μέσα από την τέχνη και την ψυχαγωγία που αυτή προσφέρει, αλλά και την αυτογνωσία των Ελλήνων με τη βοήθεια της ιστορίας της τέχνης, η οποία εκφράζει σε συμβολικό επίπεδο τον εθνικό βίο”.
Και είναι αλήθεια ότι σε έναν κόσμο που διαρκώς μεταβάλλεται και οδεύει προς την αυτοκαταστροφή, σε μια εποχή που προαιώνιες και παγκόσμιες αξίες και σταθερές συνθλίβονται και ποδοπατούνται, που η βία -οικογενειακή, εργασιακή, εφηβική, θρησκευτική ή άλλου είδους- τείνει να εξελιχθεί σε παράγοντα που καθορίζει τις ανθρώπινες σχέσεις, η Τέχνη μπορεί και πρέπει να παίξει ουσιαστικό ρόλο στην ψυχαγωγία – στην αγωγή δηλ. της ψυχής, στην αισθητική καλλιέργεια και την εκπαίδευση των νεοΕλλήνων.
Η αγάπη του Θεού για τον άνθρωπο (Ιερομόναχος π. Ευσέβιος Βίττης)
Ο Θεός ο υπεράγαθος και υπεράγιος, ο Θεός, που είναι η αγάπη η άπειρη και απερινόητη, δεν ανεχόταν να περιορίζεται σε μόνον τον εαυτό του το αγαθό, που τον χαρακτηρίζει, και η χωρίς όρια μακαριότης του, χωρίς αυτά τα αγαθά να μετέχονται και από άλλους εκτός του εαυτού του. Γι’ αυτό δημιούργησε τις νοερές αγγελικές δυνάμεις, τον αισθητό κόσμο και ανάμεσά τους τον άνθρωπο, τον περιβεβλημένον υλικό σώμα αλλά και προικισμένο με πνευματικό πλούτο μέσα σε αυτό. Όλα έγιναν από πολλή αγάπη και μόνο, γιατί ο Θεός είναι ανενδεής, δηλαδή δεν έχει ανάγκη από τίποτε. Είναι τέλειος, και δεν χρειάζεται συμπλήρωση από τίποτε. Είναι απολύτως μακάριος και δεν χρειάζεται να του προσθέσει κανένας άλλη μακαριότητα. Είναι παντοδύναμος και δεν χρειάζεται προσθήκη άλλης δυνάμεως. Είναι πάνσοφος και δεν χρειάζεται συμβούλους και έξωθεν σοφία, όντας αυτός αυτοσοφία και πηγή κάθε σοφίας. Ο μόνος λόγος νοερής και υλικής δημιουργίας ήταν η απέραντη αγάπη του, για να μετάσχουν και τα δημιουργήματά του από τον πλούτο των αγαθών, των οποίων είναι ο ίδιος φορέας, και να γεύονται τον πλούτο της αγάπης του.
Έτσι έχουμε μια κίνηση αγάπης, που εκπορεύεται από τον Θεό, διαπερνάει και διαποτίζει όλα τα όντα, πνευματικά και υλικά, και επιστρέφει πάλι στον ίδιο τον Θεό ως πηγή της. Ιδιοποιούμενα δε τα πλάσματά του αυτήν την αγάπη, την προσφέρουν με τη σειρά τους στην αέναη πηγή της, για να συνεχίζει ακατάπαυστα αυτή η θεία ροή και η υπερλογική ανακύκληση. Έτσι ο λόγος «τα σα εκ των σων» αποτελεί μια ατελείωτη και αδιάκοπη και διαρκώς επαναλαμβανόμενη περίοδο αγάπης, που ζωοποιεί και χαρίζει ό,τι καλό σε όλους τους αποδέκτες της, και προπάντων στους λογικούς αποδέκτες της, που του προσφέρουν με τη σειρά τους ως δική τους, την αγάπη τους στον Θεό, από τον οποίο και ξεκίνησε.
Η κίνηση αυτή είναι κίνηση αγαπητική κοινωνίας με τον Θεό. Ιδιαίτερα τα λογικά πλάσματα, ακριβώς γιατί έχουν λογικό και αυτοσυνειδησία, κοινωνούν συνειδητότερα και βαθύτερα με τον Θεό. Η κοινωνία αυτή βέβαια δεν είναι κοινωνία ίσων προς ίσον, αλλά κοινωνία πλασμάτων σχετικών και περιορισμένων προς τον άπειρο Δημιουργό τους. Με άλλα λόγια, αλλιώς αγαπάει ο Θεός τα πλάσματά του και αλλιώς τα πλάσματα τον Θεό. Η αγάπη του Θεού είναι απροσμέτρητη και άπειρη σε μέγεθος και βάθος και πλάτος και γνησιότητα. Η αγάπη των πλασμάτων προς τον Δημιουργό τους είναι πάντοτε περιορισμένη και σχετική και οπωσδήποτε ανάλογη με τη δύναμη προσφοράς τους.
![]()
Ο άνθρωπος, όπως είπαμε, δημιουργήθηκε από τον Θεό ως έκφραση της απέραντης αγαθότητας και κοινωνικότητάς του. Και δημιουργήθηκε με κέντρο της υπάρξεώς του τον Δημιουργό του, από τον οποίο την πήρε και η οποία μόνο από αυτόν μπορεί να συνεχίζεται και να διατηρείται αλώβητη, όπως π.χ., τηρουμένων πάντοτε των αναλογιών, η γη διατηρείται και διατηρεί όλον τον πλούτο της από τον ήλιο, που τη συγκρατεί στην τροχιά της και την ζωογονεί με το φως και τη θερμότητά του.
Ο άνθρωπος δημιουργήθηκε «κατ’ εικόνα και καθ’ ομοίωσιν Θεού». Και αυτό σημαίνει μεταξύ άλλων ότι δημιουργήθηκε και με τα ιδιαίτερα χαρίσματα της λογικότητας, της αυτοσυνειδησίας και της ελευθερίας και επομένως με τη δυνατότητα προσωπικής και αγαπητικής κοινωνίας με τον Θεό. Και αυτή πάντοτε εν ελευθερία. Αυτός είναι ο πρωταρχικός σκοπός, και για άλλα λογικά και πνευματικά όντα. Όχι βέβαια γιατί είχε ανάγκη ο Θεός – το τονίζουμε και πάλι αυτό – της κοινωνίας του ανθρώπου μαζί του, αλλά από αγαθότητα απέραντη και από αγάπη και με την επιθυμία να μετέχει διαρκώς και περισσότερο ο άνθρωπος στις πνευματικές και άλλες δωρεές του Θεού, στη μακαριότητα και στην απεριόριστη χαρά και ευτυχία του. Και, αν μπορούμε να το πούμε κι αλλιώς, να χαίρεται ο Θεός βλέποντας χαρούμενο και μακάριο τον άνθρωπο και διαρκώς προοδεύοντα στην μαζί του σχέση.
Ο Θεός φύσηξε τον Αδάμ πνοή ζωής. Και του έδωσε άφθονη τη θεία του χάρη, γιατί προίκισε τον Αδάμ με « ψυχήν ζώσαν» και όχι απλώς ψυχή, που είχαν άλλα έμβια όντα. Και δεν ήταν η ψυχή του ανθρώπου απλώς ζωή, αλλά ψυχή που δεχόταν την επίσκεψη του Αγίου Πνεύματος και που θα μπορούσε να τη διατηρεί, εφόσον θα ζούσε πνευματικά. Έτσι το Άγιον Πνεύμα θα γινόταν η ψυχή της ψυχής του, ο μόνιμος κάτοικός της, και επομένως θα γινόταν «τέλειος και ολόκληρος και εν μηδενί λειπόμενος». Όσο θα εξακολουθούσε αυτή η ψυχή του Αδάμ να είναι τέτοια, θα του έδινε συνεχή δόξα και θεόμορφη και θεοειδή λαμπρότητα. Θα έβλεπε τα πράγματα διορατικά και προφητικά και θα γινόταν συνδημιουργός του Θεού στην κλίμακα και τον κύκλο της ανθρώπινης υπάρξεώς του.
[Από το περιοδικό “Ο ΟΣΙΟΣ ΓΡΗΓΟΡΙΟΣ”, Έκδ. Ι. Μ. Οσίου Γρηγορίου Αγίου Όρους, τ. 29 (2004), άρθρο: «ΑΝΑΣΤΑΣΗ! Ο ΘΡΙΑΜΒΟΣ ΤΗΣ ΑΓΑΠΗΣ ΤΟΥ ΘΕΟΥ», σελ. 14 (αποσπάσματα)]
Κυριακή Δ’ Ματθαίου: Ερμηνεία της Αποστολικής περικοπής (Άγιος Ιωάννης Χρυσόστομος)
«Ἐλευθερωθέντες δὲ ἀπὸ τῆς ἁμαρτίας ἐδουλώθητε τῇ δικαιοσύνῃ (: Κι έτσι, αφού ελευθερωθήκατε από την αμαρτία, γίνατε δούλοι στην αρετή)» [Ρωμ. 6, 18]. Εδώ δείχνει δύο δωρεές του Θεού, και την απελευθέρωση από την αμαρτία, και την υποδούλωση στην αρετή, πράγμα που είναι καλύτερο από κάθε ελευθερία. Γιατί ο Θεός έκανε το ίδιο, όπως θα έκανε κάποιος αν, παραλαμβάνοντας ένα ορφανό παιδί που μεταφέρθηκε από τους βαρβάρους στην χώρα τους, δεν το ελευθέρωνε μόνο από την αιχμαλωσία, αλλά και γινόταν γι΄ αυτό πατέρας προνοητικός και το ανέβαζε στην πιο μεγάλη τιμή. Αυτό ακριβώς έγινε και σε μας. Γιατί όχι μόνον μας ελευθέρωσε από τα παλαιά κακά, αλλά και σε αγγελική ζωή μας οδήγησε, και άνοιξε για μας δρόμο άριστης διαγωγής, αφού μας παρέδωσε στην ασφάλεια της αρετής, θανάτωσε τα παλαιά κακά, νέκρωσε τον παλαιό μας άνθρωπο και μας οδήγησε στην αιώνια ζωή[…].






