«…παρά να μένουν ήθελαν κοντά στους Λωτοφάγους,
λωτό να τρώνε, τη γλυκιά πατρίδα λησμονώντας»
(Ομήρου Οδύσσεια ι,96-97)
Στη δέκατη ραψωδία της Οδύσσειας (στίχοι 82-104), ο Οδυσσέας αφηγείται στον Αλκίνοο την περιπέτειά του με τους συντρόφους του στη χώρα των Λωτοφάγων. Ιδού η αφήγηση, σε απόδοση στη Νεοελληνική, από το Ζήσιμο Σίδερη. Ας την απολαύσουμε:
«Μέρες εννιά παράδερνα μ’ ανάποδους ανέμους στο ψαροθρόφο πέλαγο. Τη δέκατη πια μέρα στους Λωτοφάγους πήγαμε, πόχουν θροφή λουλούδια, Τότε όξω βγήκαμε νερό να πάρουμε από βρύση, κι εκεί τραπέζι ετοίμασαν κοντά στα πλοία οι ναύτες. Και μια μπουκιά άμα φάγαμε και βρέξαμε τα χείλια, τότε συντρόφους έστειλα να πάνε και να μάθουν, ποιοι κατοικούσαν άνθρωποι στον τόπο σιτοφάγοι, π’ όλους δυο διαλέγοντας και τρίτον έναν κράχτη. Κι εκεί που πήγαν τρέχοντας, τους Λωτοφάγους βρήκαν. Αυτοί κακό δε σκέφτηκαν να κάμουν στους συντρόφους μόνο τους έδωσαν λωτό να φάνε. Κι αν κανένας το μελιστάλαχτο καρπό τον έβαζε στο στόμα, πίσω δεν ήθελε να ρθει, μήτε είδηση να φέρει, παρά να μένουν ήθελαν κοντά στους Λωτοφάγους, λωτό να τρώνε, τη γλυκιά πατρίδα λησμονώντας. Μα εγώ τους πήρα στανικώς, κι ας έκλαιγαν, στα πλοία και σέρνοντας τους έδεσα στους μπάγκους από κάτω. Τότε στους άλλους φώναξα τους ποθητούς συντρόφους, γλήγορα απάνω στα γοργά καράβια να πηδήσουν, λωτό μη φάνε κι έπειτα ξεχάσουν την πατρίδα. Κι εκείνοι αμέσως μπήκανε και κάθισαν στους μπάγκους, αράδα και τη θάλασσα με τα κουπιά χτυπούσαν».
Θα αναρωτηθεί βέβαια ο αναγνώστης, γιατί αυτός ο πρόλογος και η αναφορά στα μυθοποιημένα γεγονότα και πρόσωπα ενός μακρινού παρελθόντος, στον Οδυσσέα και στους Λωτοφάγους; Διαβάστε περισσότερα »