«Επισκεπτόμουν το Άγιον Όρος από παιδί πολύ συχνά και το γεγονός που θα σας περιγράψω δεν μπορώ να το τοποθετήσω άριστα στον χρόνο. Ήταν μάλλον μετά το 1990, η δε περίοδος του χρόνου ήταν μάλλον Φθινόπωρο και ταξίδευα μόνος μου για τα Κατουνάκια, για τον παπα–Εφραίμ και τους Δανιηλαίους. Οι προσκυνητές ήσαν λίγοι. Το καΐκι που έκανε την διαδρομή Δάφνη–Λαύρα ήταν δεμένο στον ένα και μοναδικό τότε Αρσανά και το κουμαντάριζε ο δούλος του Θεού Ιορδάνης με την οικογένειά του. Άνθρωπος ευλαβής, πεισματάρης με την θάλασσα, γνώστης των καιρών και κυρίως των μικρών ιδιοτροπιών των πατέρων. Εκείνη την ημέρα ήταν νοτιάς, η θάλασσα είχε δυσκολία, ο Ιορδάνης είχε ακυρώσει το δρομολόγιο για την Λαύρα και φώναζε σε όλους μας, «τελευταίος σταθμός Αγία Άννα». Η αλήθεια ήταν ότι δεν με βόλευε, αλλά σκέφτηκα να μπω στο καΐκι και να κατέβω Αγία Άννα και να ανεβώ στο κάθετο καρδερίμι και μετά παράλληλα με την ακτή να περπατήσω με τα πόδια για τα Κατουνάκια. Ήμουν νέος και είχα τότε αντοχές για αυτές τις διαδρομές. Διαβάστε περισσότερα »
Ματαιότης ματαιοτήτων (Σαράντος Ι. Καργάκος, Συγγραφέας – Ιστορικός)
Tό πιό εὔκολο πρᾶγμα εἶναι νὰ βάλεις μία ταμπέλα στοὺς ἄλλους. Τὸ πιὸ δύσκολο –ἄν βέβαια θέλεις νὰ εἶσαι εἰλικρινὴς– εἶναι τὸ νὰ δώσεις «ταυτότητα» στὸν ἑαυτὸ σου. Διαβάστε περισσότερα »
Για ποια περιουσία μας κλαίμε; (Σάββας Ηλιάδης, Δάσκαλος)
Σιωπή. Νεκρική σιωπή σκέπασε τη γη και τον ουρανό της πατρίδας μας. Δεν ακούγεται άχνα. Μόνο πόνος. Μουγγός, εσώψυχος ο πόνος. Και το κλάμα του λαού αφανέρωτο. Βασίλισσα στέκει η σιωπή, παρακολουθώντας την άρδην ανατροπή των πάντων. Διαβάστε περισσότερα »
Το φιλί του Ψάλτη (Νώντα Σκοπετέα)
Κάθε σελίδα του και ένα δάκρυ… ένας γλυκός αναστεναγμός… μια θύμιση… Πενήντα ολάκερα χρόνια από νέος, ανύπαντρος ακόμα, ψάλτης στον Ταξιάρχη του όπως τον έλεγε με αγάπη. Τότε που στο χωριό υπήρχαν άλλες τέσσερις ενορίες… Η Παναγία στη Χώρα, η Υπαπαντή στο Ξεχώρι κι ο Σωτήρας στα Πρίπιτσα… Δεν έλειψε ποτές του από Λειτουργία Κυριακή…
Αποσπερού αρχίζει η γιορτή και ο ήχος της Βδομάδας! συνήθιζε να λέει όποτε έπαιρνε την θέση του στο ψαλτήρι για τον εσπερινό του Σαββάτου. Και ξελειτούργησε, χωρίς να προσμένει αντάλλαγμα, Παππούληδες που τον εκτίμησαν, τον πιστό και ταπεινό αυτόν διάκονο του αναλογίου… Και αυτός τους σεβάστηκε και δεν τους αρνήθηκε ποτέ. Πάντα τους υπάκουγε και τις μικροπαραξενιές τους τις υπέμενε κρυφοχαμογελώντας αγαθά… Και όλους τους έκλαψε σαν μικρό παιδί όταν έφυγαν για τα άνω σκηνώματα… Στο ξόδι τους τον θυμούνται να ψέλνει χαρμόσυνα δακρυσμένος, κοιτάζοντας κάθε τόσο με αγάπη από το υπερυψωμένο του στασίδι τις ησύχιες γνώριμες μορφές τους που τόσο τις αγάπησε.
Διαβάστε περισσότερα »
Κυριακή του Τελώνου και του Φαρισαίου (Άγιος Νικόλαος Βελιμίροβιτς)
Ένας άνθρωπος βάδιζε στο δάσος. Ήθελε να διαλέξει ένα καλό δέντρο, απ’ όπου θα έβγαζε δοκάρια για τη σκεπή του σπιτιού του. Εκεί είδε δύο δέντρα, το ένα δίπλα στο άλλο. Το ένα ήταν ίσιο, λείο και ψηλό, αλλά το εσωτερικό του, ο πυρήνας του, ήταν σάπιο. Το άλλο είχε ανώμαλη επιφάνεια κι ο κορμός του έδειχνε άσχημος. Το εσωτερικό του όμως ήταν γερό. Ο άνθρωπος αναστέναξε και είπε: «Σε τι μπορεί να μου χρησιμέψει το ψηλό και ίσιο αυτό δέντρο, αφού το μέσα του είναι σάπιο κι ακατάλληλο για δοκάρια; Το άλλο μοιάζει ανώμαλο, άσχημο, αλλά τουλάχιστο το μέσα του είναι γερό. Έτσι, αν καταβάλω λίγο μεγαλύτερη προσπάθεια, μπορώ να το διαμορφώσω και να το χρησιμοποιήσω για δοκάρια στο σπίτι μου». Και χωρίς να το σκεφτεί περισσότερο, διάλεξε το δέντρο εκείνο, το γερό.
Το ίδιο θα κάνει κι ο Θεός για να ξεχωρίσει δύο ανθρώπους που βρίσκονται μέσα στο ναό Του. Δε θα διαλέξει εκείνον που φαίνεται επιφανειακά δίκαιος, αλλά τον άλλον, εκείνον που η καρδιά του είναι γεμάτη με την αληθινή δικαιοσύνη του Θεού. Διαβάστε περισσότερα »





