Σε κάθε Θεία λειτουργία, ιδιαίτερα όμως στις περιόδους της άσκησης και της περισυλλογής (όπως η Σαρακοστή), πολλοί από μας προσερχόμαστε στη Θεία Κοινωνία.[1] Κι όμως, πολλές φορές ούτε καταλαβαίνουμε βαθιά τι έχει συμβεί -δεν εννοώ διανοητικά, αλλά με όλη την καρδιά και το είναι μας- ούτε (ακόμα χειρότερα) φέρουμε τους καρπούς που θα ’πρεπε να φέρουμε.
Δεν καταλαβαίνουμε πάντα ότι στη Θεία Κοινωνία γινόμαστε ένα με τον Χριστό. Σύμφωνα με την εικόνα που μας δίνει ο Άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς, η θεότητα του Χριστού και η καθαρή, τέλεια, αναμάρτητη ανθρωπότητά Του διεισδύουν μέσα μας κατά τον ίδιο τρόπο που η φωτιά εισχωρεί και διαπερνά ένα ξίφος που πυρακτώθηκε μέσα σ’ ένα καμίνι. Από κρύο μέταλλο που ήταν, όταν το βγάλουμε έξω είναι όλο φωτιά, σε τέτοιο βαθμό που μπορούμε τώρα να κάψουμε το σίδερο και να κόψουμε με τη φωτιά. Αυτό συμβαίνει και σ’ εμάς (έστω σπερματικά), όταν δεχόμαστε τη Θεία Κοινωνία. Γινόμαστε κοινωνοί της αναμάρτητης, τέλειας και καθαρής ανθρωπότητας του Χριστού· και αυτή είναι ξέχειλη από τη θεία Του φύση και ουσία.





