Στον συγκεκριμένο λόγο ο άγιος Γεράσιμος αναφέρεται στην προέλευση της εορτής της Υπαπαντής, η οποία ανάγεται στην απόφαση του Θεού να πλήξει όλα τα πρωτότοκα αρσενικά τέκνα των Αιγυπτίων, προκειμένου να ελευθερωθούν οι Εβραίοι από τη δουλεία του Φαραώ. Έκτοτε ο Θεός ζήτησε από τους Ιουδαίους να προσάγουν στον ναό προς αγιασμό όλα τα αρσενικά πρωτότοκα, ανθρώπων και ζώων, ως εκδήλωση ευγνωμοσύνης για τη σωτήρια εκείνη παρέμβασή του.
Η τεσσαρακονθήμερη χρονική περίοδος που μεσολαβούσε από τη γέννηση ενός τέκνου μέχρι τον εξιλασμό στον ναό, ήταν αναγκαία προκειμένου η μητέρα και το νεογέννητο να «καθαρισθούν» από τις συνέπειες του τοκετού. Αυτή τη διαδικασία δεν θα είχε λόγο να την υποστεί ο Θεός Λόγος -ούτε η πάναγνη Μητέρα του-, την υπέστη όμως: «ένα μεν διά να μην το γράψουσιν ευθύς οι Εβραίοι πως δεν υποτάσσεται εις τον νόμο, άλλο, διά να μην σκεφτούν και πουν ότι δεν είναι αληθής άνθρωπος».
Στο κείμενο αναφέρονται διάφοροι συμβολισμοί, όπως αυτός του προσαχθέντος Ιησού στη θέση του αμνού που -προσφερόταν κατά παράδοση την ημέρα αυτή-, ο οποίος εν προκειμένω έμελλε να θυσιαστεί αργότερα υπέρ των ανθρώπων. Τονίζεται βέβαια ότι ο Ιησούς είναι ο πάντων πρωτότοκος, ο καθολικός άγιος, άρα στο πρόσωπό του δύναται να «καθαγιαστεί» κάθε ύπαρξη που έρχεται στη ζωή. Υπάρχει επίσης ο συμβολισμός των δύο τρυγόνων, που προεικονίζουν την Εκκλησία λόγω της καθαρότητάς τους, και αυτός των δύο περιστεριών, που συμβολίζουν την Παλαιά και την Καινή Διαθήκη.
Παρακάτω μεταφέρεται στην νεοελληνική το μεγάλο μέρος του λόγου, που μακαρίζεται από τον συγγραφέα ο πνευματοφόρος πρεσβύτης Συμεών, που αξιώθηκε να κρατήσει στα χέρια του το βρέφος Ιησού.






