Ένα από τα πιο αγαπημένα παιχνίδια του καλοκαιριού ήταν η «επιχείρηση τριαντάφυλλο», έτσι την είχαμε βαφτίσει και ήταν οργανωμένη μέχρι την τελευταία λεπτομέρεια. Κάναμε «επιδρομές» σε αυλές σπιτιών και κόβαμε τριαντάφυλλα, ενώ ένας κρατούσε τσίλιες. Μετά φτιάχναμε με σπάγκο ένα πρόχειρο μπουκέτο και το προσφέραμε στη γιαγιά, που έσκαγε στα γέλια.
Άλλες φορές, σε άλλες απογευματινές επιδρομές, ψάχναμε για σύκα, σκαρφαλώναμε ψηλά στο δέντρο, γιατί τα χαμηλά κλαδιά τα είχαν ξετινάξει – όλοι το ξέρουν άλλωστε ότι τα κλεμμένα σύκα είναι τα πιο γλυκά.
Ήταν καλοκαίρια χωρίς οθόνες, ούτε μικρές ούτε μεγάλες. Όλες οι περιπέτειες των διακοπών ήταν πραγματικές, είχαν σάρκα και οστά, τις ζούσαμε, στις παραλίες με τις χρωματιστές κροκάλες, στα αμπέλια του παππού και στο καλύβι, στην πλατεία του χωριού τα βράδια, που κάναμε ουρά για σουβλάκι.
Πιθανότατα εάν είχαμε τάμπλετ να το κρατούσαμε κι εμείς με τις ώρες, ευτυχώς όμως δεν είχαμε. Ευτυχώς. Κι έτσι ζούσαμε καλοκαίρια ατόφιας, αδιατάρακτης ευτυχίας, βιώναμε την κάθε μέρα με ένταση και συγκινήσεις.