Ἡ Μονή τῆς ἁγίας Αἰκατερίνης τοῦ Σινᾶ εἶναι ἡ ἀρχαιότερη ἐν λειτουργίᾳ μονή τῆς Ὀρθοδοξίας.[1] Ἱδρύθηκε τόν 6ο αἰῶνα ἀπό τόν Ἰουστινιανό καί ἔκτοτε ἀποτελεῖ ζωντανή μοναστική ὀντότητα μέχρι σήμερα. Δηλαδή 16 αἰῶνες ἀδιάκοπης ζωῆς καί λειτουργίας. Ἐπίσης διαθέτει τήν πλουσιότερη καί ἀντιπροσωπευτικότερη συλλογή Βυζαντινῶν εἰκόνων, ὁρισμένες ἀπό τίς ὁποῖες εἶναι πρωϊμότατες καί χρονολογοῦνται ἤδη ἀπό τόν 6ο αἰῶνα μ.Χ. Ὅπως ἔχει γραφεῖ, «δέν ὑπάρχει καμμία ἄλλη συλλογή εἰκόνων ἐκτός Σινᾶ, πού νά ἐπιτρέπει τή μελέτη τους χωρίς διακοπή ἀπό τόν 6ο αἰ. ὥς σήμερα».[2] Ἡ ἰδιομορφία αὐτή καί συνάμα τό μοναδικό αὐτό «προνόμιο» τῆς Μονῆς τοῦ Σινᾶ ὀφείλεται πρῶτον ὅτι εἶναι τό ἀρχαιότερο χριστιανικό μοναστῆρι σέ ἀδιάκοπη λειτουργία ἀπό τόν 6ο αἰῶνα, καί δεύτερον ὅτι περιέχει καί εἰκόνες τῆς προεικονομαχικῆς περιόδου. Πολύ συνέβαλε καί τό ξηρό κλῖμα τῆς ἐρήμου στή διατήρηση τῶν παλαιοτάτων εἰκόνων.Ἐπίσης σημαντική εἶναι ἡ συμβολή τοῦ γεγονότος ὅτι ἀπό τό 633 μ.Χ., ἄρα καθ’ὅλη τήν εἰκονομαχική περίοδο βρίσκεται ἐκτός τῶν συνόρων τῆς Βυζαντινῆς/Ρωμαϊκῆς ἐπικράτειας. Ὑπάρχουν ἀντιπροσωπευτικά δείγματα εἰκόνων ἀπό ὅλες τίς βυζαντινές καί μεταβυζαντινές περιόδους∙ καί ἀπό τήν πρώϊμη Βυζαντινή τέχνη, τήν προεικονοκλαστική περίοδο, ὅπως ἤδη ἔχουμε πεῖ, τήν μεσοβυζαντινή τέχνη, τήν ὑστεροβυζαντινή, τήν παλαιολόγεια ἐποχή, τήν μεταβυζαντινή καί ἀδιάκοπα μέχρι τή σημερινή ἐποχή.
Κατά τόν καθηγητή Ἀθανάσιο Παλιούρα «μεγαλύτερη ἱστορική καί καλλιτεχνική ἀξία ἔχουν οἱ λεγόμενες κηρόχυτες ἤ ἐγκαυστικές εἰκόνες».[3] Ἡ ἐγκαυστική τεχνική ἐχρησιμοποιεῖτο ἤδη ἀπό τήν ἀρχαιότητα καί ἦταν ἐν χρήσει μέχρι τόν 7ο μ.Χ. αἰ. Οἱ εἰκόνες αὐτές ἀνήκουν στήν πρώϊμη, προεικονομαχική περίοδο καί ὁρισμένες ἀπό αὐτές φέρουν ἀξιοσημείωτη ὁμοιότητα μέ τά νεκρικά πορτραῖτα τοῦ Φαγιούμ. Ὅθεν θά περιορισθοῦμε σ’αὐτές.





