Πρόλογος
Το παρόν δοκίμιο επιχειρεί να προσεγγίσει ένα από τα πιο ευαίσθητα και σύνθετα ζητήματα της σύγχρονης κοινωνίας: την καύση και την ταφή του νεκρού.
Πρόκειται για δύο διαφορετικές ανθρωπολογικές και κοσμολογικές τάσεις, οι οποίες δεν μπορούν να ταυτιστούν, αλλά οφείλουν να συνυπάρχουν μέσα σε ένα πλαίσιο αμοιβαίου σεβασμού.
Η καύση, για πολλούς ανθρώπους, αποτελεί συνειδητή υπαρξιακή επιλογή και προσωπική επιθυμία. Συνδέεται με τον τρόπο που αντιλαμβάνονται τον θάνατο, τη φθορά και την ανάγκη απομάκρυνσης από τον πόνο. Η επιλογή αυτή, ως έκφραση ελευθερίας, οφείλει να γίνεται σεβαστή χωρίς απαξίωση, χωρίς ηθική στοχοποίηση και χωρίς κοινωνικό στιγματισμό.
Την ίδια στιγμή, η ταφή αποτελεί για τους Ορθοδόξους χριστιανούς όχι απλώς μια παραδοσιακή πρακτική, αλλά έκφραση πίστης, θεολογικής συνέπειας και εκκλησιαστικής ταυτότητας. Η ταφή συνδέεται με την πίστη στην Ανάσταση, με τον σεβασμό προς το ανθρώπινο σώμα και με μια συγκεκριμένη θεώρηση του ανθρώπου και του κόσμου. Και αυτή η επιλογή οφείλει να γίνεται σεβαστή, χωρίς ειρωνεία, χωρίς απαξιωτικούς χαρακτηρισμούς και χωρίς πίεση προς αλλοίωση της πίστης.
Ιδιαίτερη έμφαση πρέπει να δοθεί στον σεβασμό προς τους λειτουργούς της Ορθόδοξης Εκκλησίας. Οι ιερείς που, από πίστη και συνείδηση, αρνούνται να τελέσουν εκκλησιαστικές ακολουθίες σε περιπτώσεις καύσης, δεν ενεργούν από σκληρότητα ή ιδεολογική εμμονή. Ενεργούν μέσα στα όρια της θεολογικής τους ευθύνης. Δεν μπορεί και δεν πρέπει να υφίστανται πίεση, καταπίεση, διώξεις ή εξευτελισμό επειδή παραμένουν πιστοί στην παράδοση και τη διδασκαλία της χριστιανικής πίστης.
Ο σεβασμός, επομένως, δεν είναι μονόπλευρος. Αφορά όλους: εκείνους που επιλέγουν την καύση, εκείνους που επιλέγουν την ταφή και εκείνους που καλούνται ποιμαντικά να υπηρετήσουν την Ορθόδοξη Εκκλησία χωρίς να προδώσουν τη συνείδησή τους. Μόνο μέσα σ᾽ αυτό το πνεύμα μπορεί να υπάρξει ουσιαστικός διάλογος, χωρίς φανατισμούς, χωρίς απλουστεύσεις και χωρίς αμοιβαίες προσβολές.
Το κείμενο που ακολουθεί δεν επιδιώκει να επιβάλει επιλογές. Επιδιώκει να φωτίσει, να ερμηνεύσει και να καλλιεργήσει σεβασμό. Διότι απέναντι στο μυστήριο του θανάτου, η μεγαλύτερη ευθύνη μας είναι να διαφυλάξουμε την ανθρώπινη αξιοπρέπεια και την αλήθεια της συνείδησης.






