Καθὼς ὁ ἀββᾶς Μακάριος ὁ Αἰγύπτιος βάδιζε μέσα στὴν ἀχανῆ ἔρημο, τὸν ἀκολούθησε ἕνας ῎Αγγελος. ῎Εστρεψε νὰ δεῖ, κ᾿ ἐκεῖνος τὸν χαιρέτησε πολὺ σεβαστικά:
– Εὐλόγησον, ἅγιε Γέροντα!
῾Ο ἀββᾶς Μακάριος τὸν πέρασε γιὰ κάποιον ἀπὸ τοὺς Μοναχοὺς τῆς ἐρήμου καὶ τοῦ εἶπε, ἀνταποδίδοντας τὸν χαιρετισμό:
– ῾Ο Κύριος νὰ σ᾿ εὐλογήσει καὶ νὰ σὲ συγχωρήσει, τέκνο μου.
Περπάτησαν ἔτσι μαζὶ κάμποσο διάστημα. Καὶ ὁ ἅγιος Γέροντας, βλέποντας τὴν ὅλη παρουσία, ποὺ ἄστραφτε ἀπὸ φῶς καὶ ὡραιότητα, τοῦ λέει κάποια στιγμή:
– Τέκνον μου, σὲ βλέπω καὶ ἀπορῶ, θαυμάζοντας τὴ μορφή σου ποὺ ἀστραποβολεῖ καὶ τὴν ὡραιότητά σου τὴν ἀπαρομοίαστη. Καί ἐπειδή, ὡς ἄνθρωπος, δὲν ἔτυχε ποτὲ νὰ δῶ τόσην ὀμορφιά σὲ ἄνθρωπο τοῦ κόσμου, ἀρχίζω καὶ ἀναρωτιέμαι μήπως δὲν εἶσαι ἄνθρωπος; Σε ἐξορκίζω, λοιπόν, στὸ ὄνομα τοῦ Θεοῦ, νὰ μοῦ πεῖς τὴν ἀλήθεια.
Τότε ὁ ῎Αγγελος ἔβαλε μετάνοια στὸν ἅγιο Μοναχό, καὶ τοῦ λέει:
– Εὐλόγησον, ἅγιε πάτερ. ῞Οπως καλὰ τὸ διέκρινες, ἐγὼ δὲν εἶμαι ἄνθρωπος, ἀλλὰ εἶμαι ῎Αγγελος· καί ἦρθα νὰ σὲ διδάξω τά ἄγνωστα μυστήρια ποὺ δὲν ξέρεις καί ἔχεις τόσην ἐπιθυμία νὰ μάθεις. ᾿Αφοῦ, λοιπόν, γι᾿ αὐτὸ ἦρθα, ρώτησε με γιὰ ὅ,τι θέλεις νὰ μάθεις κ᾿ ἐγὼ θὰ σοῦ ἀποκριθῶ.
Καὶ ὁ ἅγιος Μοναχός, μὲ τὴ σειρά του, ἔβαλε κι αὐτὸς μετάνοια στὸν ἅγιον ῎Αγγελο, ἔστρεψε τὰ χέρια καὶ τό βλέμμα πρὸς τὸν οὐρανὸ καὶ εἶπε:
– Σ᾿ εὐχαριστῶ, πανάγαθε Κύριε, ποὺ μὲ λυπήθηκες καὶ μοῦ ἔστειλες ὁδηγὸ καὶ διδάσκαλο, γιὰ νὰ μὲ διδάξει ὅσα δὲν ξέρω κ᾿ ἐπιθυμῶ νὰ μάθω ἀπὸ τ᾿ ἀπόκρυφα καὶ ἄρρητα μυστήρια τῆς πίστεως!
Καὶ μὲ μιὰ πολὺ εὐγενικὴ προθυμία ὁ ῎Αγγελος λέει στὸν ἀββᾶ Μακάριο:
– ῎Ελα, λοιπόν, ἅγιε Γέροντα καὶ πάτερ· ἄρχισε τὶς ἐρωτήσεις σου.





