«Τί γὰρ ὠφελήσει ἄνθρωπον, ἐὰν κερδήσῃ τὸν κόσμον ὅλον…» (Μαρκ. 8,36).
«Απάνω σ’ αυτό το χαμοβούνι, στην κορφή του, είναι χτισμένο ένα εκκλησάκι, ο άγιος Γιάννης ο Πέλικας. Απ’ όλα τούτα τα εξωκκλήσια ο άγιος Γιάννης είναι για μένα το πιο αγαπημένο. Στη χαμηλή την πόρτα από πάνω βρίσκεται μια μικρή θυρίδα, και μέσα είναι ζωγραφισμένος ο άγιος Γιάννης ο Πρόδρομος. Τον κυττάζεις μονάχα και ησυχάζουνε τα φυλοκάρδια σου, φεύγουνε από μέσα σου οι στενοχώριες, καθαρίζει κι’ αλαφρώνει η καρδιά σου, γίνεσαι αξέγνοιαστος σαν το παιδί από τη χαρά.». (Κυρ Φώτης Κόντογλου)
Το τελευταίο διάστημα βλέπω ξανά μια εικόνα που επαναλαμβάνεται σχεδόν ευλαβικά σε κάθε μεγάλη πυρκαγιά. Ένας τόπος που μέχρι χθες έσφυζε από ζωή, μέσα σε λίγες ώρες γίνεται στάχτη. Δέντρα μαυρισμένα, σπίτια καμένα, άνθρωποι συγκλονισμένοι να κοιτούν σιωπηλοί την καταστροφή και μέσα σε αυτό το τοπίο του πόνου, ένα μικρό εκκλησάκι μένει όρθιο.
Βλέπω ανθρώπους ανάμεσα στα αποκαΐδια να κάνουν τον σταυρό τους, να δακρύζουν και να δοξάζουν τον Θεό και να παίρνουν δύναμη γι’ αυτό το μικρό σημάδι που οι ίδιοι αισθάνονται ως ελπίδα.
Προφανώς δεν πανηγυρίζουν για την καταστροφή. Δεν χαίρονται επειδή χάθηκε ένα δάσος. Δεν ξεχνούν τον πόνο των ανθρώπων. Απλώς, μέσα στο σκοτάδι, κρατούν ένα μικρό φως και τότε εμφανίζεται η άλλη φωτιά. Η φωτιά των απαξιωτικών και ειρωνικών σχολίων. «Θαύμα! Κάηκε ολόκληρο το δάσος, μα σώθηκε το εκκλησάκι!».






