Κάθε ἄνθρωπος ἔρχεται στὸν κόσμο αὐτὸ μὲ καταβολές. Μπερδεύονται ὅμως τὰ πράγματα, καὶ δὲν μπορεῖ πολύ-πολὺ νὰ ξεκαθαρίσει κανεὶς τί ἀκριβῶς ἔχει τὸ παιδὶ ὡς καταβολές, ὅταν ἔρχεται στὸ κόσμο, καὶ τί προστίθεται ὕστερα ἀπ’ ἔξω.
Μιὰ νευρωτικὴ μητέρα, ἂν ἐπιτρέπεται νὰ ποῦμε ἔτσι, λίγο πολὺ θὰ δώσει ἀνάλογες καταβολὲς στὸ παιδί της, καὶ ἑπομένως θὰ ὑπάρχει μιὰ ἀνάλογη προδιάθεση μέσα στὸ παιδὶ ἀπὸ τὴ ρίζα του. Ἀλλὰ δὲν ξέρουμε πόσο δίνει, ἀπὸ τὴ στιγμὴ ποὺ τὸ παιδὶ ἀρχίζει νὰ ὑπάρχει μέσα της καὶ καθ’ ὅλη τὴ διάρκεια τῆς κυοφορίας, καὶ πόσο μετὰ τὴ γέννησή του, τὴν ὥρα ποὺ τοῦ μιλάει, τὴν ὥρα ποὺ τὸ μαλώνει, ὁπότε ἀναγκάζεται τὸ παιδὶ νὰ ζεῖ μέσα σὲ μιὰ ἀτμόσφαιρα ποὺ δημιουργεῖ αὐτὴ ἡ νευρωτικὴ μητέρα. Ἔτσι, καθὼς μεγαλώνει τὸ παιδὶ καὶ γίνεται πέντε, ἕξι, δέκα χρόνων, μοιάζει τὴ μητέρα του· ἔχει ἀρχίσει δηλαδὴ νὰ ἔχει νευρωτικές, τρόπον τινά, ἐκδηλώσεις, κομπλεξικὲς ἐκδηλώσεις. Καὶ διερωτόμαστε: Εἶναι ἔτσι τὸ παιδί, ἐπειδὴ γεννήθηκε ἀπὸ μιὰ τέτοια μητέρα, ἢ εἶναι ἔτσι, ἐπειδὴ τὸ μεγάλωσε μιὰ τέτοια μητέρα;








