Ἀπό τά πρῶτα κεφάλαια τῆς Γενέσεως τίθεται ἕνα θεμελιακό ὅριο, ἀπό τό ὁποῖο ἐξαρτᾶται ἡ σωτηρία τοῦ ἀνθρώπου. Μιά σωτηρία, πού ἔχει ὑπαρκτικές καί ὀντολογικές συνέπειες.
Ποιό ἦταν τό θεμελιακό αὐτό ὅριο; Ὁ πρωταρχικός νόμος, τό γεγονός δηλαδή ὅτι ὁ ἄνθρωπος εἶναι κτίσμα, ἄρα ὄχι αὐτοδημιούργητος. Ἡ δημιουργία, ἡ κτίση ἕγινε ἐκ τοῦ μηδενός.
Στήν «ἀντίπερα ὄχθη» ὑπάρχει ὁ Θεός. Ὁ Θεός εἶναι ἄκτιστος, ἄρα ἐκτός δημιουργίας. Μεταξύ Θεοῦ-δημιουργοῦ καί κτίσματος ὑπάρχει μιά οὐσιώδης καί ἀνυπέρβλητη ὀντολογική διάφορά, πού δέν μπορεῑ νά γεφυρωθεῖ παρά μόνο διά τῆς ἑνώσεως κτιστοῦ καί ἀκτίστου. Αὐτό ἦταν τό σχέδιο τῆς θείας Οἰκονομίας ἀπό καταβολῆς κόσμου. Ἢ ἀλλιῶς τό σεσιγημένον μυστήριον (Ρωμ. 14, 24).






