Θρίαμβος τοῦ κυνισμοῦ
Κάποτε, στό μεσουράνημα τοῦ γουοκισμοῦ, εἶχαν διαβληθῆ κάποιες λέξεις ὡς ἀκατάλληλες πρός χρήση ἀπό τούς ἀνθρώπους, πού εἶχαν εὐαισθησία στά δικαιώματα ὅλων τῶν συνανθρώπων τους, δικαίων καί ἀδίκων. Γι’ αὐτό γινόταν προσπάθεια, μέσα μάλιστα καί ἀπό πανεπιστημιακά μαθήματα σέ ἐκπαιδευτικούς, νά ἀντικατασταθοῦν οἱ λέξεις αὐτές μέ ἄλλες λέξεις ἤ καί μέ περιφραστικές διατυπώσεις. Γίνονταν διάφορες προτάσεις. Γιά παράδειγμα: ἀντί κλέφτης, νά λέμε αὐτός πού νομίζει ὅτι ὅλα ἀνήκουν σέ ὅλους, ἀντί γιά ζητιάνος, νά λέμε αὐτός πού ζητᾶ ἰδιωτική χρηματοδότηση, ἐπίσης τόν πρωτόγονο νά τόν λέμε ἄνθρωπο μέ διαφορετική κουλτούρα καί τό πιό φρικτό: τόν κανιβαλισμό νά τόν ὀνομάζουμε ἐνδοφυλετική βρώση.
Στίς μέρες μας ὅλα αὐτά ἔχουν γίνει παρελθόν καί τά διαβάζουμε ὡς κάποια ἀστεῖα ἀνέκδοτα. Δέν ἦταν ἀνέκδοτα. Ἦταν ἡ ὑπερβολή πού μᾶς ἔφερε στό ἄλλο ἄκρο. Τώρα πιά δέν φοβόμαστε τίς λέξεις, ὅσο ἄγριες καί ἀπάνθρωπες καί ἄν εἶναι. Ἡ ἀφοβία μάλιστα ἔφθασε νά γίνη κυνισμός.





