Το βράδυ της Κυριακής του Πάσχα ο Κύριος εμφανίζεται στους συγκεντρωμένους μαθητές. «Τῶν θυρῶν κεκλεισμένων», βρίσκεται ξαφνικά ανάμεσα τους· έτσι ακριβώς εισέρχεται και στις ψυχές που φαινομενικά είναι οι πιο κλειστές γι’ Αυτόν. Δύο φορές λέει στους μαθητές: «Εἰρήνη ὑμῖν». Υπάρχει μια απόχρωση ανάμεσα στις δύο αυτές ευλογίες. Την πρώτη φορά ο Κύριος δίνει την ειρήνη στις αναστατωμένες ψυχές των ίδιων των μαθητών. Τη δεύτερη τους τη δίνει για να τη μεταδίδουν στους άλλους, επειδή αμέσως προσθέτει: «Καθὼς ἀπέσταλκέ με ὁ πατήρ, κἀγὼ πέμπω ὑμᾶς». Κατόπιν φύσηξε στα πρόσωπα τους: «Λάβετε Πνεύμα Ἅγιον· ἄν τινων ἀφῆτε τὰς ἀμαρτίας, ἀφίενται αὐτοῖς, ἄν τινων κρατῆτε, κεκράτηνται». Έχουν λοιπόν ήδη δεχθεί το Άγιο Πνεύμα, κι όμως δεν είναι ακόμη Πεντηκοστή. Το Πνεύμα είναι μέσα τους άδηλο, αλλά την Πεντηκοστή θα δούμε την έκδηλη, δυναμική έλευσή του. Κατά παρόμοιο τρόπο το Πνεύμα μπορεί να αναπαύεται και στη δική μας ψυχή, χωρίς να δείχνει τη δράση και τη δύναμή Του – η ψυχή θα χρειαστεί ακόμη τη Χάρη της Πεντηκοστής.
Ο Θωμάς απουσίαζε. Η διήγηση των μαθητών περί της εμφανίσεως του Κυρίου τον αφήνει με αμφιβολίες: «Αν δεν δω στα χέρια Του τα ίχνη από τα καρφιά και αν δε βάλω το δάκτυλό μου στον τύπο των ήλων κι αν δεν ψηλαφήσω την πλευρά Του, δεν θα πιστέψω». Κυλάει μία βδομάδα· κι ο Ιησούς εμφανίζεται και πάλι στους μαθητές. Προσκαλεί τον Θωμά να ψηλαφήσει. Τον παρακινεί να μην είναι άπιστος, αλλά πιστός. Και ο Θωμάς ανταποκρίνεται με μια πράξη πίστης και λατρείας: «Ὁ Κύριός μου καὶ ὁ Θεός μου!». Ο Ιησούς επανέρχεται: «Μακάριοι οἱ μὴ ἰδόντες καὶ πιστεύσαντες».






