«Μαμά καί μπαμπά, τρία χρόνια τώρα εἶμαι σέ μιά κατάσταση κατάθλιψης. Καί μπορεῖ αὐτός ὁ κόσμος νά ἔχει τά ὡραῖα του, ἀλλά ἴσως ἕνας ἄλλος κόσμος νά εἶναι καλύτερος. Φέτος εἶναι ἡ χρονιά πού θά δώσω Πανελλήνιες ἐξετάσεις, ἀλλά φοβᾶμαι ὅτι δέν θά πάω καλά. Τό ξέρω ὅτι δέν θά πάω καλά καί ἔτσι θά καταλήξω μέ μιά δουλειά πού δέν θά μοῦ δίνει λεφτά. Πλέον δέν μέ εὐχαριστεῖ τίποτα ἀπό τή ζωή. Δέν μπορῶ νά δῶ τίποτα θετικό. Μαμά καί μπαμπά, δέν θέλω πιά νά ζῶ. Αὐτός ὁ κόσμος δέν εἶναι πιά γιά μένα»…
Τί κόσμο ἔχουμε ἑτοιμάσει γι’ αὐτά τά παιδιά; Πῶς δυό κορίτσια δεκαεπτά ἐτῶν φοροῦν τά ἀκουστικά τους καί πηδοῦν στό κενό ἀπό τήν ταράτσα τῆς πολυκατοικίας τους, ἔχοντας προσχεδιάσει τό ἀπονενοημένο διάβημα; Πῶς ἔχουμε καταφέρει νά κάνουμε ἐφιάλτη ἀκόμη καί τίς Πανελλήνιες;





