Εἶναι μεγάλο πρᾶγμα ὁ ἄνθρωπος· εἶναι ἡ κορωνίδα τῆς δημιουργίας, εἶναι ἀκριβῶς αὐτὸς ποὺ ἐπλάσθη «κατ’ εἰκόνα Θεοῦ καὶ καθ’ ὁμοίωσιν». Εἶναι μεγάλο πρᾶγμα, ἀλλὰ ἐφόσον ἔχει μέσα του τή χάρη τοῦ Θεοῦ, ἐφόσον ἔχει μέσα του τὸν Θεό, ἐφόσον ἔχει ἀληθινὴ κοινωνία μὲ τὸν Θεὸ· ὄχι ἁπλῶς νὰ θυμᾶται τὸν Θεὸ ἢ ἁπλῶς νὰ κάνει καμιὰ προσευχὴ στὸν Θεό, ἀλλὰ νὰ ἔχει ἀληθινὴ ἐπικοινωνία μὲ τὸν Θεό. Ὄντως δηλαδὴ νὰ αἰσθάνεται ὅτι ὁδηγεῖται, ὅτι ἄγεται ἀπὸ τὸν Θεό, ὅτι ὁ Θεὸς τοῦ δίνει ζωή, ὅτι ἐμπνέεται ἀπὸ τὸν Θεό, ὅτι εἶναι μέσα του ὁ Θεός.
Αὐτὴ ἡ σχέση, αὐτὴ ἡ κοινωνία χάλασε μὲ τὴν πτώση, μὲ τὴν ἁμαρτία. Χάλασε τελείως καὶ δὲν διορθωνόταν μὲ τίποτε. Ἅπαξ καὶ ἁμάρτησαν οἱ πρωτόπλαστοι, ἔχασαν ὅλη ἐκείνη τὴ χάρη ποὺ εἶχαν καὶ μέσα τους καὶ ἐξωτερικά, ποὺ ἦταν σὰν ἔνδυμα· γι’ αὐτὸ αἰσθάνθηκαν μετὰ ὅτι ἦταν γυμνοὶ (βλ. Γέν. 3:7).





