Ως εκ νεκρών ζων († Αρχ. Βασίλειος Γοντικάκης, Προηγούμενος Ιεράς Μονής Ιβήρων Αγίου Όρους)

(6 άτομα το έχουν διαβάσει)

Με αφορμή τα 33 χρόνια από την κοίμηση του Ν. Γ. Πε­ντζί­κη (13 Ιανουαρίου 1993), δημοσιεύουμε το παρόν άρθρο του π. Βασιλείου Γοντικάκη, που είχε γραφεί για την πρώτη έκδοση του βιβλίου τού Πεντζίκη “Ομιλήματα” (1972) και είχε πρωτοδημοσιευθεί στο περιοδικό “Ευθύνη”.

***

ΩΣ ΕΚ ΝΕ­ΚΡΩΝ ΖΩΝ

῾Η «τῶν σα­λευ­ο­μέ­νων με­τά­θε­σις»[1] ἀ­πο­κα­λύ­πτει τῶν αἰ­ω­νί­ων τὸ ἄπτωτο, ἀ­κί­νη­το καὶ ἀ­ει­κί­νη­το.

῞Ο­λη ἡ ἐ­ξω­τε­ρι­κὴ ἀ­συ­ναρ­τη­σί­α, τὴν ὁ­ποί­α μπο­ρεῖ κα­νεὶς στὴν ἀρ­χὴ νὰ βρῆ, στὸν πα­ρα­μέ­σα χῶ­ρο βλέ­πει νὰ ὑ­πάρ­χη σὰν ζω­ὴ ἐ­χε­φρο­σύ­νης μὲ μι­ὰ ἄ­ρι­στη πε­ρι­χώ­ρη­σι καὶ κυ­κλο­φο­ρί­α τοῦ αἵ­μα­τος.

῾Ο αὐ­το­ε­ξευ­τε­λι­σμός καὶ αὐ­το­δι­α­συρ­μὸς ποὺ ἐ­πί­μο­να γί­νε­ται ἀ­πὸ τὸν συγ­γ­ρα­φέ­α δὲν τὸν ρί­χνει στὰ μά­τι­α τοῦ ἀ­να­γνώ­στη, τὸν ἐ­ξα­φα­νί­ζει, τὸν θα­να­τώ­νει. Καὶ τὸν κά­νει νὰ πα­ρου­σι­ά­ζε­ται «ἐν ἑ­τέ­ρᾳ μορ­φῆ»[2] μπρο­στά μας «ὡς ἐκ νε­κρῶν ζῶν»[3].

Τὸ ἀ­νί­λε­ο χτύ­πη­μα ποὺ γί­νε­ται ἀ­πὸ τὸν ἴ­δι­ο εἶ­ναι κά­τι σκλη­ρό, ποὺ χτυ­πᾶ ἄ­σκη­μα σ’ ἕ­ναν ποὺ βα­σα­νί­ζε­ται μά­ται­α νὰ σώ­ση τὴν «ἀ­ξι­ο­πρέ­πει­ά» του. Στὸ τέ­λος-τέ­λος ὅ­μως βλέ­πει κα­νεὶς πὼς ὅ­λα τὰ ἄ­σχε­τα ἔ­χουν σχέ­σι. ῞Ο­λα τὰ ἀ­νι­σόρ­ρο­πα μι­λοῦν ἔλ­λο­γα καὶ ἐ­ναρ­μό­νι­α. ῞Ο­σα φαί­νο­νται ὑ­πέρ­με­τρα καὶ σκλη­ρά, ἐν­στα­λά­ζουν ρα­νί­δες ἀ­λη­θι­νῆς πα­ρα­κλή­σε­ως, βα­θι­ᾶς πα­ρη­γο­ρι­ᾶς στὰ ἔ­γκα­τα τοῦ ἀν­θρώ­που.

Τὸ κα­κὸ εἶ­ναι ὅ­τι πο­λυ­συ­νη­θί­σα­με νὰ ζοῦ­με ἔ­ξω ἀ­πὸ τὴν ᾿Εκ­κ­λη­σί­α, στὸν ἄ­κα­μπτο χῶ­ρο τοῦ ὀρ­θοῦ λό­γου, ποὺ μᾶς ἔ­φε­ρε στὸ ἀ­παγ­χο­νί­ζον πα­ρά­λο­γο.

Πά­ψα­με νὰ χτί­ζου­με ἐκ­κ­λη­σί­ες ὅ­πως οἱ Βυ­ζα­ντι­νοί, σε­βό­με­νοι τὸν κό­σμο τῆς κα­θε­ μι­ᾶς πέ­τρας. Χά­σα­με τὴν αἴ­σθη­σι ποὺ μᾶς δεί­χνει τὸν πλοῦ­το ποὺ κρύ­βει ἡ προ­τρο­πὴ τοῦ πα­λιοῦ ᾽Αβ­βᾶ: «Προ­σπά­θη­σε νὰ κα­τα­φρο­νη­θῆς ἀ­να­φαν­δὸν ὑ­πὸ πά­ντων τῶν ἀν­θρώ­πων»[4].

Κά­να­με τὸν βί­ο ἀ­βί­ω­το. Φέ­ρα­με τὸν ἑ­αυ­τό μας σὲ χῶ­ρο κλει­στό, ἀ­νή­λι­ο καὶ ἀ­νά­ε­ρο. Γι­’ αὐ­τό, καὶ τὰ κεί­με­να αὐ­τὰ τὰ «πα­ρεμ­φε­ρῆ», βρί­σκο­νται σὲ γρα­φὴ ἀ­δι­ά­βα­στη. Εἶ­ναι γραμ­μέ­να σ’ ἄλ­λη ἐ­πο­χή, σ’ ἄλ­λο χῶ­ρο: σ’ αὐ­τὸν τὸν βα­θι­ὰ ἀν­θρώ­πι­νο καὶ ἐ­φε­τό, ἀ­πὸ τὸν ὁ­ποῖ­ο ὅ­μως ἑ­κού­σι­α ἢ ἀ­κού­σι­α ἐκ­πα­τρι­στή­κα­με, καὶ ρί­ξα­με τὸν ἑ­αυ­τό μας σὲ τού­τη τὴν ἀλ­λο­δα­πὴ χώ­ρα τῆς μη­χα­νῆς καὶ τῆς μη­χα­νι­κό­τη­τος, ὅ­που, ὅ­ταν κά­τι τσα­λα­κω­θῆ, παύ­ει νὰ ὑ­πάρ­χη.

᾿Ε­νῶ ὁ ἄν­θρω­πος ὑ­πάρ­χει μέ­σα σ’ ὅ­λες τὶς με­τα­βο­λές. Καὶ ὄ­χι μό­νο αὐ­τό, ἀλ­λὰ οἱ ἀ­πει­λὲς τοῦ γί­νο­νται εὐ­λο­γί­ες. Οἱ κα­τά­ρες, εὐ­χές. Οἱ πό­νοι, πα­ρη­γο­ριά. Καὶ ὁ θά­να­τος, ζω­ή, Καὶ δὲν εἶ­ναι τί­πο­τε ἄλ­λο τὸ μυ­στή­ρι­ο τῆς ἐν Χρι­στῷ ζω­ῆς, τῆς κοι­νω­νί­ας μας μὲ τὴ Ζω­ή, ποὺ «θα­νά­τῳ θά­να­τον» πά­τη­σε.

Η ζω­ή, ἡ ὑ­πό­στα­σί μας δὲν εἶ­ναι τὸ ἄ­θροι­σμα «τῶν καυ­σου­μέ­νων στοι­χεί­ων»[5], οὔ­τε ἡ ἀρ­χι­τε­κτο­νι­κὴ τῶν σα­λευ­ο­μέ­νων. Με­τὰ ἀ­πὸ τὸ χώ­νε­μα τῶν καυ­σου­μέ­νων καὶ ἀ­πὸ τῶν «σα­λευ­ο­μέ­νων τὴν με­τά­θε­σιν» ὑ­πάρ­χει ὁ ἄν­θρω­πος, χά­ρι στὸν ἄ­φθαρ­το καὶ ἄρ­ρα­φο χι­τώ­να ποὺ ἐν­δύ­ε­ται στὸ Βά­πτι­σμα, ἀ­να­δυ­ό­με­νος ἀ­πὸ τὰ ὕ­δα­τα τοῦ θα­νά­του.

Αὐ­τὴ ἡ αἰ­ώ­νι­α ὕ­παρ­ξι τοῦ ἀν­θρώ­που, ἡ πέ­ραν τῆς φθο­ρᾶς, αὐ­τὴ ἡ ἄ­κτι­στη χά­ρι, δί­νει νό­η­μα στὸ ἐ­φή­με­ρο καὶ ἀ­νό­η­το.

Μέ­σα ἀ­πὸ τὰ ἐ­ρεί­πι­α, «τοὺς λί­θους καὶ κε­ρά­μους» φω­τί­ζει ἡ ἄ­φθαρ­τη μορ­φὴ τοῦ ἀν­θρώ­που μὲ μι­ὰ ἀ­ντο­χὴ ἀ­κα­τά­βλη­τη. ᾽Α­νή­κει στὸν ἄλ­λο κό­σμο· γι᾿ αὐ­τό, καὶ σὲ τοῦ­τον κι­νεῖ­ται ἄ­νε­τα. Πέ­ρα ἀ­πὸ τὴ με­τά­θε­σι μᾶς φέρ­νει τὸ χα­ρού­με­νο μή­νυ­μα (εὐ­αγ­γέ­λι­ο) πὼς ὑ­πάρ­χει κά­τι τὸ ἀ­με­τά­θε­το. Καὶ αὐ­τὸ τὸ ἀ­με­τά­θε­το με­τα­τί­θε­ται ἀ­κα­τά­παυ­στα, «ὅ­που θέ­λει πνεῖ»[6], ζω­ο­γο­νώ­ντας τὰ πά­ντα.

῎Ε­τσι, ἡ πρᾶ­ξι τοῦ συγ­γ­ρα­φέ­α νὰ μι­λᾶ μὲ τὸν τρό­πο ποὺ μι­λᾶ εἶ­ναι μι­ὰ ἐ­πί­σκε­ψι ξέ­νη· μι­ὰ ἄ­νω­θεν ἄ­φι­ξι ἐν τοῖς καθ᾽ ἡ­μᾶς. Κά­τι τὸ ἄλ­λο. ῞Ε­νας ἀ­σπα­σμὸς τοῦ πέ­ραν, τοῦ ἐ­πέ­κει­να· καὶ χρυ­σώ­νει τὸ τώ­ρα, τὸ πε­ρα­στι­κό, ποὺ ἔ­τσι ποὺ τὸ ζοῦ­με συ­χνὰ μᾶς ἀ­πο­γο­η­τεύ­ει, σὰν ξέ­νο καὶ ἀ­πο­ξε­νω­τι­κό.

Τὰ «῾Ο­μι­λή­μα­τα» εἶ­ναι μι­ὰ ἐ­ξο­μο­λό­γησι ποὺ δὲν τολ­μᾶ κα­νεὶς νὰ κά­νη στὸν πνευ­μα­τι­κό του, καὶ αὐ­τὸς τὴν κά­νει, ὄ­χι δη­μό­σι­α, μὰ κα­τα­γρά­φο­ντάς την τρισ­δι­ά­στα­τα καὶ προ­συ­πο­γρα­φο­ντάς την ξε­κά­θα­ρα, μ’ ὅ­λα τὰ στοι­χεῖ­α τῆς ταυ­τό­τη­τάς του, γι­ὰ νὰ μὴ χω­ρᾶ κα­μμι­ὰ πα­ρε­ξή­γη­σι. Δὲν μᾶς δεί­χνει ἔ­τσι μό­νο ἕ­να νέ­ο τρό­πο γρα­ψί­μα­τος, ἀλ­λὰ μᾶς θυ­μί­ζει καὶ τὸν και­νὸ τρό­πο ζω­ῆς. Εἶ­ναι μι­ὰ νε­κρα­νά­στα­σι. Καὶ εἶ­ναι ἀ­λή­θει­α πὼς δὲν μπο­ρεῖ νὰ βι­ω­θῆ τού­τη ἡ ζω­ή, πα­ρὰ ἀ­φοῦ πε­θά­νη κα­νείς. Γι­’ αὐ­τό, ἡ ᾽Εκ­κ­λη­σί­α βα­πτί­ζο­ντάς μας στὸν θά­να­το μᾶς ντύ­νει στὴ ζω­ὴ τὴν ἀ­θά­να­τη. Καὶ ὁ Παῦ­λος ζη­τᾶ νὰ «πα­ρα­στή­σω­μεν ἑ­αυ­τοὺς τῷ Θε­ῷ ὡς ἐκ νε­κρῶν ζῶ­ντας».

Ποι­ός, πρά­γμα­τι, μᾶς κόλ­λη­σε αὐ­τὴ τὴ μα­νί­α νὰ σώ­σω­με τὸ κα­τα­δι­κα­σμέ­νο, νὰ λα­τρέ­ψω­με τὴν κτί­σι; Καὶ πνι­γό­μα­στε ἄ­δι­κα. ᾽Ε­νῶ πέ­ρα ἀ­πὸ τὸν θά­να­το τοῦ θνη­τοῦ, τὴ φθο­ρά τοῦ φθαρ­τοῦ, ὑ­πάρ­χει χά­ρι­τι Κυ­ρί­ου ἡ ἀ­θα­να­σί­α καὶ ἀ­φθαρ­σί­α ποὺ δι­α­περ­νᾶ ἀ­πὸ τώ­ρα τὸ εἶ­ναι μας, τὰ πά­ντα. Καὶ κα­τα­πί­νε­ται τὸ θνη­τὸ ἀ­πὸ τὴ ζω­ή, καὶ τὸ φθαρ­τὸν «ἐν­δύ­ε­ται ἀ­φθαρ­σί­αν»[7].

῾Ο Ν. Γ. Πε­ντζί­κης πα­ρου­σι­ά­ζε­ται ὡς ὁ τολ­μη­ρὸς ποὺ πε­θαί­νει καὶ πα­ρα­δί­νε­ται σ’ ἄλ­λα χέ­ρι­α. Καὶ δὲν μᾶς πέ­φτει λό­γος νὰ ποῦ­με τί­πο­τα. ᾽Αλ­λὰ καί ἂν ποῦ­με -ἐ­κεῖ­νο ἢ τὸ ἄλ­λο- τὰ χέ­ρι­α αὐ­τὰ δροῦν ἀ­σχέ­τως ἡ­μῶν.

Μό­να αὐ­τὰ πλά­θουν τὸν ἄ­γνω­στο Πα­ρά­δει­σο, τὸν «ἡ­τοι­μα­σμέ­νον πρὸ κα­τα­βο­λῆς κό­σμου»[8] γι­ὰ μᾶς ὅ­λους, τοὺς κα­θη­με­ρι­νούς. Αὐ­τὰ πλά­σα­νε τὸν ἄ­γνω­στο ἑ­αυ­τό μας, καὶ ἕ­ως «ἄρ­τι ἐρ­γά­ζο­νται»[9] πά­νω μας.

«῾Ο ἀ­πο­θα­νὼν δε­δι­καί­ω­ται»[10].

῞Ε­νας ποὺ κά­νει τόν ἑ­αυ­τό του κου­ρέ­λι. ῞Ε­νας ποὺ κα­τα­φέρ­νει στὸν ἴ­δι­ο ἑ­αυ­τό του τέ­τοι­α θα­να­τη­φό­ρα γι­ὰ τὴν κοι­νω­νι­κή του εὐπρέ­πει­α πλή­γμα­τα, ἔ­χει τὴν ἄ­δει­α καὶ δυ­να­τό­τη­τα νὰ προ­χω­ρῆ ἐ­λεύ­θε­ρα, «τῶν θυ­ρῶν κε­κλει­σμέ­νων»[11].

Δὲν ἐ­νο­χλεῖ κα­νέ­να, γι­α­τὶ κα­νε­νὸς δὲν παίρ­νει τὴ θέ­σι. Κα­νέ­ναν δὲν πά­ει νὰ προ­σπε­ρά­ση, νὰ πα­ρα­γκω­νί­ση. ῎Ε­χει θέ­σι ποὺ κα­νεὶς δὲν τὴν ὑ­πο­βλέ­πει. Ποι­ὸς στ’ ἀ­λή­θει­α θὰ ἐ­πι­θυ­μοῦ­σε τὸν δι­α­συρ­μό, τὴ δι­α­γρα­φή, τὴν ἀ­πώ­λει­α;

Εἶ­ναι κά­τω ἀ­πὸ τὸν κα­θέ­να (πέ­ρα ἀ­πὸ τὶς ἐ­πι­δι­ώ­ξεις μας). Εἶ­ναι μέ­σα σ᾿ ὅ­λους. Εἶ­ναι ἀ­κίν­δυ­νος γι­ὰ ὅ­λους, ὅ­πως ὁ νε­κρὸς ποὺ κεί­τε­ται μπρο­στά μας ἀ­κί­νη­τος. ῎Ε­τσι, ἀ­κοῦ­με μὲ ἀ­νοι­χτὰ αὐ­τι­ὰ ὅ,τι μᾶς λέ­ει. Καὶ μπο­ροῦ­με ἄ­νε­τα νὰ ποῦ­με καὶ γι­’ αὐ­τὸν ἕ­να κα­λὸ λό­γο.

῎Ε­τσι, σώ­ζε­ται μέ­σα στὴν καρ­δι­ά μας καὶ ἀ­να­σταί­νε­ται στὴ ζω­ή μας. Καὶ κυ­κλο­φο­ρεῖ στὸ εἶ­ναι μας. Αὐ­τὸς εἶ­ναι οἱ ἄλ­λοι, καὶ μεῖς εἴ­μα­στε αὐ­τός.

Τό­τε βλέ­πο­με ὅ­τι μέ­σα στὴν ᾽Εκ­κ­λη­σί­α ὑ­πάρ­χει χῶ­ρος γι­ὰ ὅ­λους. ῞Ο­λοι βρί­σκο­νται μέ­σα μας. Καὶ ὁ­λό­κλη­ρος ὁ ἄν­θρω­πος «με­τα­βαί­νει ἐκ τοῦ θα­νά­του εἰς τὴν ζω­ὴν»[12] μπαί­νο­ντας στὴν ᾽Εκ­κ­λη­σί­α.

 

__________________

[1]῾Ε­βρ. 12, 27.

[2]Μαρκ. 16, 12.

[3]Πρβλ. Ρωμ. 6, 13.

[4]ἈββᾶςἸσαὰκ ὁ Σῦρος

[5]Β΄ Πέ­τρ. 3, 10

[6]Ἰω. 3, 8.

[7]Α΄ Κορ. 15, 53.

[8]Πρβλ. Ματθ. 25, 34.

[9]Πρβλ. Ἰω. 5, 17.

[10]Ρωμ. 6, 7.

[11]Ἰω. 20, 19.

[12]Β΄ Πέ­τρ. 3, 10.

 

 

Κοινοποίηση:
[Ψήφοι: 0 Βαθμολογία: 0]
Both comments and pings are currently closed.
Powered by WordPress and ShopThemes