«Τους τρεις μεγίστους φωστήρες της τρισηλίου Θεότητος» εορτάζει η Εκκλησία και η Παιδεία αυτές τις ημέρες.
Σοφία και αγιότητα διέθεταν και οι Τρεις, γι᾽ αυτό και έγιναν αιώνιες προσωπικότητες. Σε αυτές ενσαρκώθηκε το «κατ᾽εικόνα» και «καθ᾽ ομοίωσιν» του πλασμένου και εν Χριστώ αναγεννημένου ανθρώπου.
Όπως τα ουράνια σώματα λαμβάνουν το φως τους από τον ήλιο, κατά παρόμοιο τρόπο και οι Τρεις αυτοί άγιοι Πατέρες, Βασίλειος ο Μέγας, Γρηγόριος ο Θεολόγος και Ιωάννης ο Χρυσόστομος, έλαβαν το άκτιστο Θείο Φως από την πηγή της Τρισηλίου Θεότητος και φώτισαν με αυτό την οικουμένη.
Αναφερόμενη ο ορθόδοξος θεολογία στον Τριαδικό Θεό λέγει ότι ο Πατήρ είναι ο νους, ο Υιός είναι ο λόγος και το Άγιο Πνεύμα είναι η καρδία, η οποία ενώνει τα Τρία Πρόσωπα σε μία κοινωνία αγάπης. Οικονομικώς θα μπορούσαμε κατ᾽ αντιστοιχίαν να πούμε το ίδιο και για τους Τρεις προαναφερθέντες Πατέρες, οι οποίοι παρουσιάσθηκαν στον επίσκοπο Ευχαίτων Ιωάννη ως ομού δοξαζόμενοι στην Βασιλεία του Θεού, αποτελώντας μία τριαδική κοινωνία αγάπης, στην οποία ο Άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος είναι ο νους, ο Άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος είναι ο λόγος και ο Μ. Βασίλειος είναι η καρδία.
Ο Άγιος Γρηγόριος, ο «νους», έλαβε την προσωνυμία Θεολόγος, διότι η ζωή του ήταν μυστική και κρυμμένη εν Χριστώ και κατ᾽ αυτόν τον τρόπο συνέλαβε στο βάθος του κεκαθαρμένου νου του την οντολογική έννοια του Τριαδικού δόγματος, την οποία και δίδαξε, αφού πρώτα την βίωσε ο ίδιος.
Η ζωή του ήταν θεολογική. Και αυτό σημαίνει ότι ήταν απόλυτα ταυτισμένη με το θέλημα του Θεού. Έτσι αγάπησε τον Θεό υπαρξιακά και τον συνάνθρωπο οντολογικά. Πονούσε καρδιακά, όταν έβλεπε να πολεμήται είτε ο ίδιος είτε ο συνάνθρωπος από τον εχθρό του ανθρώπου, τον διάβολο. Και αυτός ο πόνος εκφραζόταν στην ποίησή του, όπου ως προσευχητικό παράπονο απευθυνόταν στον Θεό, ζητώντας την βοήθειά Του. Όλα αυτά φανερώνουν ότι ήταν οντολογικά Θεολόγος, ο οποίος είχε δεχθή και ενθρονίσει στην καρδία του τον Τριαδικό Θεό και εκινείτο από Αυτόν και στους λόγους, αλλά και στα έργα του.
Ο Άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος, ως «λόγος», είχε και αυτός την θεολογία και την φλεγομένη καρδία, αλλά διακρίθηκε κυρίως για τον Χριστοκεντρικό ρητορικό του λόγο. Ο Τριαδικός Θεός χρησιμοποίησε αυτόν τον Άγιο Πατέρα ως «στόμα» της όλης Εκκλησίας. Μέσα από αυτόν εξήλθε η ερμηνεία της αποκαλυφθείσης Αληθείας. Αν δεν υπήρχε αυτή η ερμηνευτική πηγή, η οποία εξήλθε από τον λόγο του ιερού Χρυσοστόμου, δύσκολα όλα τα άλλα μέλη της Εκκλησίας θα είχαν ερμηνεύσει την Ευαγγελική αλήθεια. Δεν θα ήταν δυνατόν να μεταφερθή με τέτοιο γλυκύ και ελκυστικό τρόπο, ώστε να γίνη κτήμα του αγωνιζομένου πιστού λαού του Θεού. Για να το κατορθώση, όμως, αυτό ο ιερός Πατήρ αγωνίσθηκε σκληρά από μικράς ηλικίας και έδωσε όλον τον εαυτόν του στον Θεό.
Τέλος, ο Μ. Βασίλειος, ως «καρδία», ήταν αδιαμφισβήτητα και αυτός ένας από τους μεγαλύτερους θεολόγους. Ωστόσο, διέθετε μία καρδία, η οποία συμπονούσε μυστικώς και τον πόνο αυτόν τον εξέφρασε με την ασκητική του ζωή και το δόσιμό του προς τον συνάνθρωπο. Ξεκινούσε από την ασκητική του ζωή, ως προσφορά του όλου εαυτού του στον Θεό και από εκεί πορευόταν στην θυσιαστική αγάπη προς τον πλησίον. Δεν μπορείς να αγαπήσης θυσιαστικώς τον συνάνθρωπο και να δοθής σε αυτόν, εάν προηγουμένως δεν έχης δώσει μέσω της ασκήσεως όλον τον εαυτόν σου στον Θεό, για να τον οδηγήση όπως Εκείνος θέλει. Ο Μ. Βασίλειος το κατόρθωσε αυτό με την από νεαροτάτης ηλικίας ασκητική ζωή του. Κατόρθωσε δηλαδή, με την βοήθεια που έδωσε στον συνάνθρωπο, κατ᾽ αρχήν μέσω του αγιοπνευματικού λόγου του και της αγιοπνευματικής ζωής του και κατόπιν μέσω των έργων του, με κορυφαίο το συγκρότημα αγάπης που ονομάσθηκε «Βασιλειάδα», να γίνη μία καρδιά που εφλέγετο από θείο έρωτα και από βαθυτάτη αγάπη προς τον πλησίον.
Οι τρεις αυτοί Πατέρες της Εκκλησίας κατάφεραν να παρουσιάσουν σε όλον τον κόσμο και σε όλους τους αιώνες ποιος είναι ο Τριαδικός Θεός και με ποιο τρόπο η πίστη σε Αυτόν τον ένα και αληθινό Θεό γίνεται βίωμα και πορεία προς την αιωνιότητα. Κατεστάθησαν με αυτόν τον τρόπο «οι φωστήρες της Τρισηλίου Θεότητος», οι τρεις στύλοι, οι οποίοι στήριξαν το οικοδόμημα, το οποίο λέγεται δογματική διδασκαλία και πνευματική ορθόδοξος εκκλησιαστική ζωή.
Εορτάζοντας αυτές τις ημέρες τους τρεις αυτούς Πατέρες επικεντρώνουμε την σκέψη μας κυρίως στο ότι αυτοί συνέδεσαν την Αρχαία Ελληνική Γραμματεία με την αποκαλυφθείσα Αλήθεια, χωρίς να σκεπτώμεθα βαθύτερα ότι αυτή η σύνδεση είχε ως προϋπόθεση όλα τα προαναφερθέντα βιώματά τους.
Απομακρυνθήκαμε από το βαθύτερο νόημα του τι είναι αυτοί οι Άγιοι Πατέρες και κρατήσαμε μόνο το ότι είναι προστάτες των Γραμμάτων. Αλλά αν τους προσεγγίσουμε μόνον με αυτή τους την ιδιότητα και όχι ως πρότυπα ζωής και ολοκληρωμένες προσωπικότητες, τις οποίες πρέπει να μιμηθούμε, θα χάσουμε τον δρόμο, τον οποίον αυτοί εβάδισαν. Θα εξέλθουμε δηλαδή από τον δρόμο της αληθείας, της οντολογικής αγάπης και της κοινωνίας με τον Δημιουργό μας Θεό και τον συνάνθρωπο.



Posted in
Tags: 



