Η συζήτηση για τη θρησκευτική πίστη συχνά εγκλωβίζεται σε ένα ψευδές δίλημμα: είτε η πίστη είναι αποτέλεσμα ελεύθερης και ώριμης επιλογής είτε είναι προϊόν επιβολής και κοινωνικής κληρονομιάς. Η χριστιανική παράδοση, όμως, προσεγγίζει το ζήτημα πιο βαθιά. Δεν αντιμετωπίζει τον άνθρωπο ως ένα ον που καλείται απλώς να αποδεχθεί έτοιμες απαντήσεις, αλλά ως πρόσωπο που πορεύεται προς την αλήθεια μέσα από την ελευθερία, τη σχέση και την παιδεία της συνείδησης.
Καταρχάς, είναι αυτονόητο ότι κάθε άνθρωπος γεννιέται μέσα σε ένα συγκεκριμένο πολιτισμικό και οικογενειακό περιβάλλον. Αυτό ισχύει για τη γλώσσα, τις συνήθειες, τις αξίες και, φυσικά, για τη θρησκευτική αγωγή. Όμως το γεγονός ότι κάποιος λαμβάνει την πίστη από το περιβάλλον του δεν σημαίνει πως η πίστη είναι απλώς προϊόν τυχαίας κληρονομιάς ή κοινωνικής συνήθειας. Όπως ο άνθρωπος μαθαίνει τη μητρική του γλώσσα πριν τη μελετήσει συνειδητά, έτσι και η θρησκευτική εμπειρία συχνά ξεκινά ως παράδοση που αργότερα καλείται να γίνει προσωπική επιλογή.
Η Εκκλησία δεν φοβάται την κριτική σκέψη. Αντιθέτως, η γνήσια χριστιανική παιδεία δεν επιδιώκει να παράγει παθητικούς αποδέκτες, αλλά ελεύθερα πρόσωπα που μπορούν να ερωτούν, να αναζητούν και να διακρίνουν. Η πίστη δεν θεμελιώνεται στον φόβο ούτε στη χειραγώγηση, αλλά στην ελεύθερη ανταπόκριση του ανθρώπου στο κάλεσμα του Θεού. Η ίδια η Αγία Γραφή είναι γεμάτη από πρόσωπα που ρωτούν, αγωνίζονται, αμφιβάλλουν και τελικά ωριμάζουν πνευματικά μέσα από τη σχέση τους με τον Θεό.
Είναι, επίσης, σημαντικό να διακρίνουμε ανάμεσα στην πίστη και στον φανατισμό. Ο φανατισμός επιβάλλει· η πίστη προτείνει. Ο φανατισμός ακυρώνει τη σκέψη· η πίστη τη φωτίζει. Ο φανατισμός απαιτεί άκριτη συμμόρφωση· η χριστιανική εμπειρία καλεί σε μετάνοια, δηλαδή σε διαρκή μεταστροφή του νου και της καρδιάς. Γι’ αυτό και η αληθινή θεολογία δεν αντιμάχεται τον λόγο, αλλά τον αξιοποιεί ως δώρο του Θεού.
Η εκπαίδευση, βεβαίως, πρέπει να καλλιεργεί την κρίση και την ελευθερία. Όμως η ελευθερία δεν ταυτίζεται με την αποκοπή από κάθε παράδοση. Ο άνθρωπος δεν γίνεται ελεύθερος επειδή αρνείται καθετί που παρέλαβε, αλλά επειδή μαθαίνει να το εξετάζει, να το κρίνει και, αν το θεωρήσει αληθινό, να το οικειοποιείται προσωπικά. Σε αυτό ακριβώς το σημείο η πίστη βρίσκει τη θέση της: δεν ζητά από τον άνθρωπο να παραιτηθεί από τη σκέψη του, αλλά να τη στρέψει προς το βάθος της ύπαρξης.
Η χριστιανική πίστη, τέλος, δεν είναι ένα κλειστό ιδεολογικό σύστημα. Είναι πρόσκληση σε σχέση με τον Θεό και με τον άλλο άνθρωπο. Και κάθε αυθεντική σχέση προϋποθέτει ελευθερία. Ο Θεός δεν εξαναγκάζει τον άνθρωπο να πιστέψει· τον καλεί. Δεν επιβάλλεται βίαια στη συνείδηση· στέκεται μπροστά της με σεβασμό. Γι’ αυτό και η πίστη, όταν είναι αληθινή, δεν ακυρώνει την προσωπικότητα, αλλά την αναδεικνύει.
Το ζητούμενο, λοιπόν, δεν είναι να αντιπαρατεθούν πίστη και κριτική σκέψη ως αντίπαλες δυνάμεις. Το ζητούμενο είναι να συνδεθούν η ελευθερία, η αλήθεια και η πνευματική ωριμότητα. Εκεί όπου υπάρχει ταπείνωση, αναζήτηση και ειλικρίνεια, η πίστη δεν λειτουργεί ως εμπόδιο της σκέψης, αλλά ως οικειοποίηση της αλήθειας μέσα από την προσωπική σχέση με τον Θεό.
(Πηγή: anastasiosk)



Posted in
Tags: 



