Εισόδημα και γονιμότητα: Τι αποκαλύπτουν τα νέα δεδομένα (Josh Wood)

(4 άτομα το έχουν διαβάσει)

Μισθοί, καριέρα, μητρότητα και οικογένεια: Μια μεγάλη μελέτη ανοίγει ξανά την συζήτηση για τους λόγους που οι σύγχρονες κοινωνίες κάνουν όλο και λιγότερα παιδιά.

 

Ένα έγγραφο του Δεκεμβρίου 2025 από την Ομοσπονδιακή Τράπεζα του Σικάγου (Federal Reserve Bank of Chicago) αποκάλυψε μια πραγματικότητα που οι περισσότεροι υπεύθυνοι, ειδικοί χάραξης πολιτικής και πολιτιστικοί σχολιαστές αρνούνται να αναγνωρίσουν. Η μελέτη γονιμότητας με τίτλο «Γονιμότητα και Προσφορά Οικογενειακής Εργασίας» των Jakobsen, Jørgensen και Low, χρησιμοποιώντας δεδομένα δεκαετιών από τα μητρώα της Δανίας, έδειξε κάτι που θα έπρεπε να προβληματίσει: Ότι όταν οι μισθοί των γυναικών αυξάνονται, η γονιμότητα μειώνεται. Όταν οι μισθοί των ανδρών αυξάνονται, η γονιμότητα αυξάνεται.

 

Η μελέτη με βάση τα στοιχεία της Δανίας


Αυτό δεν είναι ιδεολογικό κατασκεύασμα, αλλά εκεί κατέληξε η Ομοσπονδιακή Τράπεζα του Σικάγου, με βάση δεδομένα από την Δανία, ενός από τα πιο προοδευτικά και ακριβοδίκαια ​​​​απέναντι στα φύλα- έθνη στη γη. Και δεν περιγράφει απλώς ένα μοτίβο. Αποκαλύπτει έναν μηχανισμό.

Ο χρόνος των γυναικών είναι το μη ανταλλάξιμο νόμισμα για την μητρότητα. Όσο περισσότερο πληρώνεται αυτός ο χρόνος στην αγορά εργασίας, τόσο πιο ακριβά γίνονται τα παιδιά. Όχι σε χρήμα αλλά στην δυνατότητα να υπάρξουν. Καμία επιδότηση, καμία πολιτική, κανένα πρόγραμμα δεν μπόρεσε να εξουδετερώσει αυτή την διαπραγμάτευση στην Σκανδιναβία, ούτε πουθενά.

Επίσης, η εργασία διαπίστωσε ότι η υποτίμηση του ανθρώπινου κεφαλαίου – δηλ. το γεγονός ότι οι επαγγελματικές δεξιότητες, η επαγγελματική δικτύωση και η πορεία των κερδών μιας μητέρας συστέλλονται κατά την διάρκεια της απουσίας της από την αγορά εργασίας – αποτελεί σημαντικό αιτιολογικό παράγοντα για το μακροπρόθεσμο χάσμα αμοιβών μεταξύ των φύλων, εξηγώντας περίπου το ένα τέταρτο του σταθερού οικονομικού χάσματος των κερδών ανδρών και γυναικών. Η μητρότητα δεν έχει μόνο προσωρινό κόστος. Έχει ένα κόστος που δείχνει να παγιοποιείται και για το μέλλον. Αυτό το οικονομικό κόστος είναι που οδηγεί στην αποφυγή της.

 

 

Αμοιβές γυναικών (a) και ανδρών (b) πριν και μετά την γέννηση των παιδιών τους

  

Συνδυάστε αυτές τις διαπιστώσεις και φτάνετε σε ένα δίλημμα, σε ένα σταυροδρόμι. Βρίσκεστε αντιμέτωποι με δύο θεμελιωδώς διαφορετικά οράματα για την ανθρώπινη πρόοδο, το καθένα με την δική του λογική, τη δική του ελκυστικότητα και τον δικό του αναπόφευκτη κατάληξη.


Πριν την απόφαση. Τα αποτελέσματα του Σκανδιναβικού προτύπου.

Περιγράφοντας την εργασιακή κατάσταση σε σχέση με την μητρότητα, ένα λογικό άτομο θα μπορούσε να επιχειρηματολογήσει: το πρόβλημα δεν είναι δομικό. Οφείλεται στο γεγονός ότι δεν έχουμε δημιουργήσει αρκετή υποστήριξη για την γυναίκα. «Αν υπήρχε καλύτερη γονική άδεια, οικονομικά προσιτή φροντίδα παιδιών και δίκτυο πραγματικής ασφάλειας για τη γυναίκα, οι γυναίκες δεν θα αναγκαζόταν να μπουν σε μια τόσο σκληρή εσωτερική διαπραγμάτευση μεταξύ της σταδιοδρομίας και της απόκτησης παιδιών. Ο μηχανισμός που περιγράφει η Ομοσπονδιακή Τράπεζα του Σικάγο έχει λογική αλλά είναι δυνατόν να αντιμετωπισθεί με μια “σωστά δομημένη” πολιτική».

Αυτή είναι μια δίκαιη ένσταση. Με βάση αυτή, η Δανία προχώρησε αποφασιστικά, δημιουργώντας ακριβώς το σύστημα που ζητά αυτό το επιχείρημα. Η γονιμότητα, όμως, εξακολουθεί να μειώνεται.

Δείτε τι προσφέρει στη πράξη η Δανία στους γονείς. Κάθε γονέας απολαμβάνει 24 εβδομάδες γονεϊκής άδειας μετ’ αποδοχών μετά την γέννηση του παιδιού, συνολικά 52 εβδομάδες, έχοντας την επιλογή της παράτασης της γονικής άδειας από 32 έως 46 εβδομάδες. Για τους εργαζόμενους, 11 από αυτές τις 24 εβδομάδες δεν μεταβιβάζονται από τον ένα γονέα στον άλλο, καθώς είναι ειδικά σχεδιασμένες για να ενθαρρύνουν την πατρική συμμετοχή. Ο βρεφονηπιακός σταθμός είναι διαθέσιμος από την ηλικία των 26 εβδομάδων, με το Κράτος να επιδοτεί τουλάχιστον το 75% του κόστους. Κάθε παιδί στην Δανία έχει σίγουρα μια θέση σε δημοτικό παιδικό σταθμό σύμφωνα με το νόμο. Οι οικογένειες με χαμηλό εισόδημα δεν πληρώνουν τίποτα. Σύμφωνα με τα στοιχεία του ΟΟΣΑ για το 2021, ένα ζευγάρι στην Δανία ξοδεύει περίπου το 9% του εισοδήματος του νοικοκυριού για φροντίδα παιδιών, σε σύγκριση με πάνω από 22% στο Ηνωμένο Βασίλειο και ακόμη περισσότερο στις ΗΠΑ.

Οι παροχές, όμως, δεν σταματούν εκεί. Η υγειονομική περίθαλψη είναι καθολική και δωρεάν, συμπεριλαμβανομένου του συνόλου της μητρικής και της παιδιατρικής περίθαλψης. Η εκπαίδευση είναι δωρεάν από το δημοτικό σχολείο έως το πανεπιστήμιο και οι φοιτητές λαμβάνουν κρατικές επιχορηγήσεις κατά την εγγραφή τους. Οι οικογένειες λαμβάνουν τριμηνιαίο επίδομα τέκνου για κάθε παιδί κάτω των 18 ετών. Διατίθενται επιδοτήσεις στέγης για τις επιλέξιμες οικογένειες. Το μοντέλο εργασίας «ευελιξία με ασφάλεια» σημαίνει ότι ακόμη και αν ένας γονέας χάσει τη δουλειά του, τα γενναιόδωρα επιδόματα ανεργίας και τα προγράμματα επανεκπαίδευσης αποτρέπουν την οικονομική στέρηση.

Η Δανία είναι μια χώρα που δεν έχει παραμελήσει την οικογενειακή υποστήριξη. Διαθέτει ένα από τα πλέον υποστηρικτικά για την οικογένεια περιβάλλοντα που έχουν δημιουργηθεί ποτέ. Παρ΄ όλα αυτά, το συνολικό ποσοστό γονιμότητας είναι περίπου 1,5 παιδιά ανά γυναίκα, πολύ κάτω από το επίπεδο αντικατάστασης (TFR-Total Fertility Rate), 2,1 που απαιτείται για τη διατήρηση ενός πληθυσμού. Κορυφώθηκε στο 1,9 το 2010 και έχει μειωθεί κατά 22% έκτοτε. Ένα πρόσφατο άρθρο του περιοδικού Ms. Magazine αναγνώρισε ότι οι πολιτικές της Δανίας αντισταθμίζουν μόνο το 80% περίπου της «ποινής μητρότητας» και το υπόλοιπο 20% είναι προφανώς αρκετό για να διατηρήσει την γονιμότητα κάτω από το ποσοστό αντικατάστασης.

Οι Σκανδιναβικές χώρες στο σύνολό τους εκφράζουν την ίδια αντίληψη. Η Φινλανδία, με παρόμοια αρχιτεκτονική κοινωνικής πρόνοιας, έχει υποχωρήσει σε TFR 1,25, το χαμηλότερο στην ιστορία της, χαμηλότερο από οποιαδήποτε στιγμή από την έναρξη της τήρησης αρχείων το 1776. Η Σουηδία βρίσκεται στο 1,43. Η Νορβηγία στο 1,44. Η Ισλανδία έφτασε σε ιστορικό χαμηλό το 2024. Αυτές οι χώρες που πήραν την θεωρία του «εξασφαλίστε περισσότερη υποστήριξη» πιο σοβαρά, και επένδυσαν τα περισσότερα, εξακολουθούν να μην μπορούν να παράγουν αρκετά παιδιά για να αντικαταστήσουν τον δικό τους πληθυσμό.

Αυτές οι παρατηρήσεις δεν είναι επιχειρήματα κατά της γονικής άδειας ή της επιδοτούμενης φροντίδας παιδιών. Αυτά είναι καλά μέτρα που βοηθούν τις οικογένειες. Δεν επαρκούν, όμως, για να λύσουν την κρίση γονιμότητας, επειδή η κρίση δεν είναι πρωτίστως πρόβλημα πολιτικής. Είναι διαρθρωτικό ζήτημα. Τα στοιχεία της Ομοσπονδιακής Τράπεζας του Σικάγου μας εξηγούν ότι ο μηχανισμός που καταστέλλει την γονιμότητα (το αυξημένο κόστος της περιόδου ευκαιριών των γυναικών) λειτουργεί με τέτοιο τρόπο ώστε οι πολιτικές υποστήριξης μπορούν να μετριάσουν την οικονομική δυσπραγία, αλλά δεν μπορούν να την αντιστρέψουν.

Η Δανία έχει αποδείξει ότι μπορείς να χτίσεις το πιο γενναιόδωρο δίκτυο ασφάλειας στην ανθρώπινη ιστορία και παρόλα αυτά να μην φτάσεις στην αναπλήρωση της γονιμότητας.

Με όσα έχουν περιγραφεί, προσεγγίζουμε ρεαλιστικά το δίλημμα. Δεν είναι το ερώτημα εάν «πρέπει να αποκτήσουμε καλύτερες πολιτικές», αλλά να ξεκαθαρίσουμε το «ποιο θα είναι το θεμελιώδες όραμα της κοινωνίας, γύρω από το οποίο θα οργανωθούμε;»


Δρόμος Πρώτος: της Ισοτιμίας

Ο πρώτος δρόμος είναι αυτός που ο δυτικός κόσμος χτίζει εδώ και μισό αιώνα. Η βασική του δέσμευση είναι στην οικονομική ισότητα και την αυτονομία του ατόμου, ανεξάρτητα από το φύλο. Σε αυτόν τον δρόμο, ο στόχος είναι η ελαχιστοποίηση των διαφορών μεταξύ της οικονομικής ανταμοιβής των ανδρών και των γυναικών. Οι γυναίκες πρέπει να κερδίζουν ό,τι κερδίζουν οι άνδρες, να εργάζονται όπου εργάζονται οι άνδρες και να μην στερούνται ποτέ, οικονομικά ή κοινωνικά, εξαιτίας της βιολογίας τους.

Αυτός ο δρόμος έχει αποφέρει εξαιρετικά κέρδη. Οι γυναίκες είναι πιο μορφωμένες από ποτέ. Η συμμετοχή των γυναικών στο εργατικό δυναμικό έχει μεταμορφώσει τις οικονομίες. Το χάσμα αμοιβών μεταξύ των φύλων, μετρημένο χονδρικά, έχει μειωθεί. Για εκατομμύρια γυναίκες, αυτός ο δρόμος σήμανε την ελευθερία, την αξιοπρέπεια και ευκαιρίες που οι προηγούμενες γενιές δεν θα μπορούσαν να φανταστούν.

Αυτός ο δρόμος, όμως, δίνει ένα συγκεκριμένο αποτέλεσμα και τα στοιχεία της Ομοσπονδιακής Τράπεζας του Σικάγο μας βοηθούν να το δούμε καθαρά.

Εάν το κύριο έργο είναι η αύξηση της ατομικής εισοδηματικής δύναμης των γυναικών και της προσήλωσής τους στην αγορά εργασίας, τότε η γονιμότητα θα συνεχίσει να μειώνεται. Όχι επειδή οι γυναίκες είναι εγωίστριες, ούτε επειδή η πολιτικές έχουν «αποτύχει», αλλά επειδή ο μηχανισμός είναι δομικός: όσο περισσότερο αξίζει η ώρα μιας γυναίκας στην αγορά, τόσο περισσότερο της κοστίζει να τον διαθέσει για να κάνει παιδί. Το φαινόμενο της «υποκατάστασης» (ο όρος των οικονομολόγων για το αυξημένο κόστος του χρόνου της) υπερνικά οποιεσδήποτε επιδοτήσεις, πολιτικές αδειών ή προγράμματα παιδικής φροντίδας.

Κάθε έθνος που έχει περπατήσει αυτόν τον δρόμο το επιβεβαιώνει. Η Νότια Κορέα, με τεράστιες κυβερνητικές επενδύσεις σε πολιτικές φιλογονιμότητας συνολικού ύψους άνω των 270 δις. δολλαρίων από το 2006, κατέγραψε συνολικό ποσοστό γονιμότητας μόλις 0,75 το 2024, το χαμηλότερο από οποιοδήποτε έθνος του ΟΟΣΑ. Ιαπωνία, Σιγκαπούρη, Ιταλία, Ισπανία: όλες έχουν επιδιώξει κάποια εκδοχή της «υποστήριξης των γυναικών του εργατικού δυναμικού με την ελπίδα ότι θα κάνουν μωρά» και όλες βλέπουν τους πληθυσμούς τους να αρχίζουν να εξαφανίζονται.

Το λογικό τέλος αυτού του δρόμου δεν είναι άγνωστο. Είναι μια κοινωνία εξαιρετικά παραγωγικών, αυτόνομων ατόμων που απλά δεν αντικαθιστούν τον εαυτό τους. Η οικονομία «βουίζει» για μια γενιά, ίσως δύο, και μετά αρχίζει να λυγίζει κάτω από το βάρος μιας ανεστραμμένης πυραμίδας ηλικίας: πάρα πολλοί ηλικιωμένοι, πολύ λίγοι νέοι. Η μετανάστευση μπορεί να καθυστερήσει τα μαθηματικά, αλλά δεν μπορεί να τα λύσει, επειδή οι μετανάστες αφομοιώνονται στην ίδια δομή κινήτρων που καταστέλλει τη γονιμότητα μέσα σε μια γενιά.

Στο τέρμα λοιπόν αυτού του δρόμου έχουμε έναν πολιτισμό που είναι πλούσιος, αλλά γερνάει, συρρικνώνεται, ώστε τελικά δεν μπορεί να διατηρήσει τις δικές του υποδομές, συντάξεις ή άμυνα. Έχουμε μια κοινωνία που απελευθέρωσε το άτομο από τις υποχρεώσεις της οικογένειας και στην συνέχεια ανακάλυψε – πολύ αργά – ότι η οικογένεια ήταν η μηχανή του μέλλοντος.

Η σκληρή ειρωνεία είναι ότι αυτός ο δρόμος προσβάλλει και τις γυναίκες με τους δικούς του όρους. Το χάσμα μισθών των φύλων, όπως δείχνει η εργασία, είναι κυρίως χάσμα λόγω μητρότητας, που οφείλεται στην υποτίμηση του ανθρώπινου (γυναικείου – μητρικού) κεφαλαίου. Οι γυναίκες που κάνουν παιδιά σε αυτό τον δρόμο πληρώνουν οικονομικό πρόστιμο προς ένα σύστημα που έχει σχεδιαστεί γύρω από την αδιάλειπτη ατομική παραγωγικότητα. Το σύστημα δεν ενσωματώνει την μητρότητα. Την τιμωρεί, και στην συνέχεια αποκαλεί την τιμωρία «οικονομικό κενό», το οποίο για να κλείσει πρέπει οι γυναίκες να συμπεριφέρονται περισσότερο σαν άνδρες.


Δρόμος Δεύτερος: Η Συμπληρωματική Οικογένεια

Ο δεύτερος δρόμος στην γυναικεία απασχόληση ξεκινά από μια διαφορετική υπόθεση. Λαμβάνει τα στοιχεία της Ομοσπονδιακής Τράπεζας του Σικάγο στην ονομαστική τους αξία και αναρωτιέται: τι θα συμβεί όταν οι άνδρες και οι γυναίκες δεν αποτελούν εναλλάξιμες οικονομικές μονάδες, αλλά συμπληρωματικές; Τι θα συμβεί εάν διοχετευθεί η ανδρική ικανότητα απόκτησης εισοδήματος προς τη συντήρηση μιας οικογένειας, ενώ παράλληλα απελευθερωθούν οι γυναίκες ώστε να επενδύσουν τον αναντικατάστατο χρόνο τους στα παιδιά, και αυτό όχι ως λείψανο της πατριαρχίας, αλλά ως μια ορθολογική, φιλοτεκνική και υποστηρικτική για την γυναίκα ρύθμιση;

Αυτός είναι ο δρόμος του γάμου. Όχι του γάμου ως απλό συναίσθημα ή τελετή, αλλά του γάμου ως οικονομικής και κοινωνικής δομής συγκροτημένης και χτισμένης  πάνω σε μια βιολογική πραγματικότητα: τα παιδιά χρειάζονται τον χρόνο της μητέρας τους με τρόπους που είναι εντατικοί, παρατεταμένοι και όχι πλήρως υποκαθιστούμενοι, και κάποιος πρέπει να εγγυηθεί οικονομικά για αυτό τον χρόνο.

Τα δεδομένα υποστηρίζουν αυτή την άποψη άμεσα. Όταν οι άνδρες κερδίζουν περισσότερα, η γονιμότητα αυξάνεται, επειδή το εισόδημα των ανδρών λειτουργεί ως πλούτος του νοικοκυριού που δεν ενεργοποιεί το φαινόμενο ανάγκης υποκατάσταση του χρόνου των γυναικών. Η αύξηση του μισθού ενός συζύγου δεν κάνει τις ώρες εργασίας της γυναίκας του πιο ακριβές. Κάνει την οικογένεια πιο ασφαλή. Είναι η μόνη οικονομική εισροή που όπως τα δεδομένα δείχνουν υποστηρίζει τη γονιμότητα στην πράξη.

 

Αποτελέσματα στη γονιμότητα όταν υπάρχει σταθερή αύξηση μισθού στην ηλικία των 25 ετών σε άντρες και γυναίκες. Εργαζόμενοι λιγότερο εκπαιδευμένοι (a), υψηλής εξειδίκευσης (b). Είναι εμφανής η πτώση της γυναικείας γονιμότητας και στις δύο κατηγορίες.

  

Ο δεύτερος δρόμος απαιτεί ένα θεμελιωδώς διαφορετικό σύστημα επενδύσεων. Αντί να μεγιστοποιεί την συμμετοχή των γυναικών στο εργατικό δυναμικό, δίνει προτεραιότητα στην οικονομική βιωσιμότητα των νοικοκυριών με ένα μοναδικό ή ένα πρωτογενές εισόδημα. Αντί να αντιμετωπίζει το μισθολογικό χάσμα ως αδικία που πρέπει να εξαλειφθεί, αναγνωρίζει το χάσμα ως απόδειξη ότι οι μητέρες κάνουν κάτι πολύτιμο που η αγορά δεν αποτιμά. Αντί να χτίζει ολοένα και μεγαλύτερα συστήματα παιδικής φροντίδας για να επιστρέψουν οι γυναίκες στην εργασία όσο πιο γρήγορα γίνεται, αναρωτιέται αν ο στόχος πρέπει να είναι να μένουν οι γυναίκες με τα παιδιά τους, χωρίς όμως να προκύπτει μια οικονομική οικογενειακή καταστροφή. Σε αυτό τον δρόμο μία γυναίκα μπορεί να μην εργάζεται ή να εργάζεται λιγότερο, λαμβάνοντας μικρότερη αμοιβή, έχοντας όμως την δυνατότητα να επιμεληθεί την ανατροφή των παιδιών της.

Αυτός ο δρόμος είναι πολιτισμικά εκτός μόδας. Θα ονομαστεί οπισθοδρομικός. Στην κατάληξή του, όμως, είναι μια κοινωνία που στην πραγματικότητα έχει και επόμενη γενιά.

Ο λογικός προορισμός αυτού του δρόμου είναι ένας πολιτισμός που αναπτύσσεται ή τουλάχιστον συντηρείται. Η βασική υπόθεση σε αυτή την επιλογή είναι ότι οι οικογένειες αποτελούν την θεμελιώδη μονάδα της κοινωνίας, όχι τα άτομα. Η φορολογική πολιτική, η πολιτική στέγασης και η πολιτική εργασίας βασίζονται στο να καταστεί βιώσιμο για τον έναν γονέα να είναι σπίτι, όχι ως μια γραφική προϊστορία αλλά ως στρατηγική επένδυση σε ανθρώπινο κεφάλαιο. Να είναι ο υποστηρικτικός άνθρωπος, αυτός που ετοιμάζει γεύματα για το σχολείο, διαβάζει ιστορίες πριν τον ύπνο και τελικά μεγαλώνει ανθρώπους, όχι μόνο για να χρηματοδοτεί την κοινωνική σας ασφάλιση, αλλά και για να υποστηρίξει διαχρονικά μία κοινωνία.

Αυτός ο δρόμος δεν είναι χωρίς κόστος. Οι γυναίκες που επενδύουν χρόνια στην φροντίδα είναι οικονομικά ευάλωτες εάν οι γάμοι αποτύχουν, πράγμα που σημαίνει ότι αυτός ο δρόμος απαιτεί ένα νομικό και πολιτιστικό πλαίσιο που λαμβάνει σοβαρά υπόψη την συζυγική δέσμευση. Δεν λειτουργεί ως παγίδα για τον άνδρα, αλλά ως διαθήκη, που προστατεύει το άτομο που έκανε τη μεγαλύτερη θυσία. Σημαίνει ότι οι πατέρες πρέπει να είναι παρόντες και προσανατολισμένοι στο να είναι πάροχοι και όχι περιστασιακοί. Σημαίνει ότι η κοινωνία πρέπει να πει, δυνατά, ότι η μητρότητα δεν είναι ένα κατώτερο λειτούργημα.


Η λάθος οπτική

Υπάρχει, όμως, κάτι που με ενοχλεί σε όλα όσα έχω γράψει μέχρι τώρα: ότι όλα είναι ενταγμένα μέσα στο οικονομικό πλαίσιο. Αυτό ακόμη το πλαίσιο είναι μέρος του προβλήματος. Αν δεχτείτε ότι η ανθρώπινη ζωή μετριέται καλύτερα με μισθούς, παραγωγικότητα και κόστος ευκαιριών, τότε το έγγραφο της Ομοσπονδιακής Τράπεζας του Σικάγο κάνει την γονιμότητα να μοιάζει με θυσία. Ο πρώτος δρόμος  θεωρείται η ορθολογική πορεία που ευεργετεί το άτομο. Ο δεύτερος δρόμος θεωρείται μια πορεία καθήκοντος που στηρίζει τον πολιτισμό. Αυτή η διατύπωση είναι ψέμα. Όχι επειδή τα οικονομικά είναι λάθος, αλλά επειδή τα οικονομικά μετρούν τα λάθος πράγματα.

Τα δεδομένα για το τι πραγματικά συμβάλλει σε μια καλή ζωή μαρτυρούν μια πολύ διαφορετική ιστορία από αυτήν που πουλάει ο πολιτισμός μας. Κοινωνιολογικές έρευνες από αξιόλογους ερευνητές των ΗΠΑ, σημειώνουν ότι ο γάμος είναι ο ισχυρότερος προγνωστικός παράγοντας της ευτυχίας. Ισχυρότερος από το εισόδημα. Ισχυρότερος από την εκπαίδευση. Ισχυρότερος από την ικανοποίηση από την σταδιοδρομία. Οι παντρεμένοι άνδρες και γυναίκες έχουν σχεδόν διπλάσιες πιθανότητες να αναφέρουν ότι είναι «πολύ ευτυχισμένοι» από τους ανύπαντρους συνομηλίκους τους.

Δεν είναι μόνο ο γάμος αφηρημένα. Η General Social Survey του 2022 του Πανεπιστημίου του Σικάγου διαπίστωσε ότι το 40% των παντρεμένων μητέρων ηλικίας μεταξύ 18 και 55 ετών ανέφεραν ότι ήταν «πολύ ευτυχισμένες» με την ζωή τους, το υψηλότερο ποσοστό από οποιαδήποτε άλλη ομάδα. Οι παντρεμένες μητέρες ήταν πιο πιθανό από οποιαδήποτε άλλη ομάδα γυναικών να πουν ότι η ζωή τους είχε νόημα τον περισσότερο καιρό ή όλο τον χρόνο. Ανέφεραν υψηλότερα επίπεδα σκοπού, σύνδεσης και σωματικής τρυφερότητας.

Παρακάτω είναι το μέρος που έχει τη μεγαλύτερη σημασία για το επιχείρημα: οι ανύπαντρες γυναίκες χωρίς παιδιά ανέφεραν ότι ήταν «πολύ ευτυχισμένες» σε ποσοστό 22%. Οι ανύπαντρες μητέρες; Μόλις 17%, το χαμηλότερο από οποιαδήποτε ομάδα. Διαβάστε το ξανά. Οι γυναίκες που είχαν παιδιά εκτός γάμου ήταν λιγότερο ευτυχισμένες από τις γυναίκες που δεν είχαν καθόλου παιδιά. Τα παιδιά από μόνα τους δεν φέρνουν άνθηση. Αυτό που δίνει χαρά είναι τα παιδιά μέσα στον γάμο. Είναι ένας σύζυγος που είναι παρών και αφοσιωμένος στην οικογένεια, μια συμφωνία που κάνει την θυσία αμοιβαία, μια σχέση σχεδιασμένη γύρω από την αλήθεια ότι η ανατροφή των παιδιών είναι πολύ σημαντική και πολύ απαιτητική για να πραγματοποιηθεί χωρίς την σταθερότητα και την αξιόπιστη συνδρομή κάποιου άλλου.


Τα δεδομένα δεν μας λένε ότι τα παιδιά είναι η λύση. Μας λένε ότι ο γάμος είναι το σχέδιο και τα παιδιά είναι ο καρπός.

Το κόστος της επιλογής αντίθετα σε αυτό το σχέδιο μπορεί να είναι δυσδιάκριτο στην αρχή. Δεν εμφανίζεται την μισθοδοσία στα 32 σας. Εμφανίζεται όμως στις καταθέσεις σας στα 55 σας. Ο οικονομολόγος του Πανεπιστημίου του Σικάγου, Sam Pelzman διαπίστωσε ότι η παρακμή του γάμου είναι η κύρια στατιστική εξήγηση για τη μείωση της ευτυχίας. Τα πράγματα που μας είπαν ότι θα μας έκαναν ευτυχισμένους – αυτονομία, επαγγελματική επιτυχία, ελευθερία από υποχρεώσεις – εμφανίστηκαν στην πιο αγχώδη, φαρμακοεξαρτημένη και μοναχική γενιά στην νεότερη δυτική ιστορία.

Για να είμαστε σαφείς: αυτό δεν σημαίνει ότι κάθε άτομο που δεν κάνει οικογένεια ζει μια ζωή χωρίς νόημα. Πολλοί άνθρωποι έχουν στην ζωή τους ένα σημαντικό σκοπό και ζουν με χαρά εκτός γάμου και γονεϊκότητας. Ένας πολιτισμός, όμως, που αντιμετωπίζει τα παιδιά ως αξεσουάρ τρόπου ζωής και όχι ως κεντρική αποστολή του, ένας πολιτισμός που τιμωρεί την κατοχή και την ανατροφή τους αντί να τιμά την θυσία, δεν είναι ένας πολιτισμός που θα υπάρχει για πολύ καιρό. Ακόμη και αν αφήσουμε στην άκρη τα μαθηματικά του πολιτισμού, τα δεδομένα λένε ότι οι περισσότεροι άνθρωποι που δημιουργούν οικογένειες είναι χαρούμενοι που το έκαναν.

Τα παιδιά δεν είναι ένα οικονομικό μέγεθος που πρέπει να ελαχιστοποιηθεί. Είναι το ζητούμενο. Ο γάμος δεν είναι περιορισμός στην ελευθερία. Είναι η δομή μέσα στην οποία η ελευθερία βρίσκει το νόημά της. Το οικονομικό πλαίσιο δεν μπορεί να το δει αυτό επειδή δεν διαθέτει κάποια «επίσημη» μεταβλητή για την χαρά, κανένα συντελεστή για το σκοπό και καμία παράμετρο που να αποτυπώνει πώς νιώθει κανείς όταν τον χρειάζονται, τον αναζητούν, όταν μοιράζονται το αίμα και το όνομά του.


Η Επιλογή

Βρισκόμαστε σε ένα σταυροδρόμι που είναι ουσιαστικότερο από τις πολιτικές. Είναι βαθύτερο από την οικονομία. Είναι το ερώτημα για το τι πιστεύουμε ότι έχει νόημα για τους ανθρώπους. Η Ομοσπονδιακή Τράπεζα του Σικάγο (Chicago Fed) μέτρησε τους μισθούς και την προσφορά εργασίας και διαπίστωσε ότι οι άνδρες και οι γυναίκες ανταποκρίνονται στα οικονομικά κίνητρα με αντίθετους, συμπληρωματικούς τρόπους. H General Social Survey του University of Chicago, μέτρησε την ευτυχία και το νόημα και διαπίστωσε ότι ο γάμος και η γονεϊκότητα είναι οι επιλογές οι οποίες πραγματικά δίνουν νόημα στην ανθρώπινη ζωή.

Τα δεδομένα και από τις δύο κατευθύνσεις δείχνουν προς τον ίδιο προορισμό:

Η οικογένεια δεν αποτελεί εμπόδιο για την καλή ζωή. Είναι η καλή ζωή. Και ο θεσμός που την κάνει να λειτουργεί, που προστατεύει τις μητέρες, που κινητοποιεί τους πατέρες και δίνει στα παιδιά ό,τι χρειάζονται, είναι ο γάμος.

Τα έθνη που έχουν επιλέξει την ατομική οικονομική βελτιστοποίηση δεν είναι τα πιο ευτυχισμένα. Είναι τα πλουσιότερα, είναι τα πιο μοναχικά και είναι αυτά που εξαφανίζονται. Τα μαθηματικά δεν ενδιαφέρονται για τις προτιμήσεις μας. Ούτε καταγράφουν την ανθρώπινη καρδιά, η οποία συνεχίζει να λαχταρά ακριβώς τα πράγματα που τα οικονομικά μας μοντέλα της είπαν να εγκαταλείψει. Το ερώτημα δεν είναι αν μπορούμε να αντέξουμε οικονομικά να κάνουμε παιδιά. Το ερώτημα είναι αν μπορούμε να αντέξουμε την κενότητα της μοναχικής λύσης και το αν θα πάρουμε έγκαιρα την σοφή απόφαση πριν η μοναξιά γίνει μια αναγκαστική επιλογή για εμάς.

       

 

(Μετάφραση και επιμέλεια κειμένου: «Μαμά, Μπαμπάς και Παιδιά»)

 

(Πηγή: thembeforeus)

Κοινοποίηση:
[Ψήφοι: 0 Βαθμολογία: 0]
Both comments and pings are currently closed.
Powered by WordPress and ShopThemes