Η ανεύρεση της βαθειάς καρδιάς κατά τη Μεγάλη Τεσσαρακοστή (Αρχιμανδρίτης Ζαχαρίας Ζάχαρου, Ιερά Μονή Τιμίου Προδρόμου Έσσεξ Αγγλίας)

(11 άτομα το έχουν διαβάσει)

Ἡ χάρη τοῦ Θεοῦ μᾶς σύναξε σήμερα, στὴν ἀρχὴ τῆς Μεγάλης Τεσσαρακοστῆς, γιὰ νὰ ἐκφράσουμε στὸν Κύριο τὸν πόθο μας γιὰ τὴν ἀπόκτηση τοῦ πνεύματος τῆς σοφίας καὶ τῆς συνέσεως τῶν ἐντολῶν Του.

Ἡ Γραφή, ὅμως, μᾶς προειδοποιεῖ: «Κτήσασθαι σοφίαν ἀκάρδιος οὐ δυνήσεται»[1]. Τί εἶναι ἡ καρδιὰ γιὰ ἐμᾶς τοὺς Χριστιανοὺς καὶ ποιός ἄνθρωπος ὀνομάζεται «ἀκάρδιος»;


Ἡ καρδιὰ τοῦ κάθε ἀνθρώπου πλάσθηκε ἀπὸ τὸν Θεὸ μὲ ἰδιαίτερο καὶ μοναδικὸ τρόπο [2]. Εἶναι ἀνεπανάληπτη καὶ ἀποτελεῖ τὸ κέντρο τῆς ἀνθρώπινης ὑποστάσεως [3]. Ὁ ἄνθρωπος εἶναι μεγαλειώδης ὅταν πλησιάζει τὸν Θεὸ μὲ «καρδίαν βαθεῖαν» [4], γιατί ἐκεῖ εἶναι «ὁ τόπος τῆς πνευματικῆς προσευχῆς» [5] καὶ γενικὰ τὸ «πεδίο τῶν πνευματικῶν ἀγώνων» [6]. Ἡ αὐθεντικὴ θεωρία καὶ γνώση τοῦ Θεοῦ εἶναι ἀναπόσπαστη ἀπὸ τὴν αἴσθηση τῆς βαθειᾶς καρδιᾶς. Γι’ αὐτὸ καὶ ὁ λόγος τοῦ Θεοῦ βεβαιώνει ὅτι «ὁ κρυπτὸς τῆς καρδίας ἄνθρωπος» εἶναι «ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ πολυτελής» [7]. Ἡ κλήση τοῦ Κυρίου στὸν ἄνθρωπο ἀπευθύνεται στὴν καρδιά, «τὸ πνευματικὸ κέντρο τοῦ προσώπου» [8], ποὺ κατέχει τὴν ἱκανότητα νὰ προσλάβει τὴν αἰωνιότητα καὶ «νὰ γνωρίζη τὸ ἀρχέτυπον αὐτῆς τὸν Ζῶντα Θεὸν»[9].

Ὁ ἄνθρωπος, ὅμως, ποὺ δὲν αἰσθάνεται τὴν καρδιά του, ἀλλὰ στὴ θέση τοῦ λαμπεροῦ κατοικητηρίου τοῦ Θεοῦ ἔχει μόνο μία ἀντλία ποὺ στέλνει αἷμα στὸ σῶμα, εἶναι «ἀκάρδιος», καὶ «κτήσασθαι σοφίαν οὐ δυνήσεται». Ὁ ἄνθρωπος εἶναι ζωντανὸς ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ, μόνο ὅταν ἔχει θεία καὶ νοερὰ αἴσθηση[10] στὴν καρδιά του.

Διαφορετικά, ἔχει τὴ φύση του διηρημένη, ἄλλο ζητεῖ ἡ καρδιά, ἄλλα σκέφτεται ὁ διασκορπισμένος νοῦς καὶ τὸ ἀχαλίνωτο σῶμα ἐπιζητεῖ ἐπίμονα τὴν ἱκανοποίηση τῶν ἀναγκῶν καὶ τῶν παθῶν του. Ὁ νοῦς ἀποσυνδεδεμένος ἀπὸ τὴν καρδιὰ διαχέεται μὲ τὶς αἰσθήσεις στὸν κτιστὸ κόσμο. «Κλυδωνίζεται καὶ περιφέρεται παντί ἀνέμῳ»[11] τῆς φαντασίας καὶ εὔκολα αἰχμαλωτίζεται ἀπὸ δαιμονικὴ ἐνέργεια καὶ πλάνη. Ἡ καρδιὰ χωρὶς τὴν ἐπισκοπὴ τοῦ ἡγεμονεύοντος νοῦ στὶς εἰσόδους της μένει πωρωμένη καὶ εἶναι γῆ ἐκφέρουσα διαλογισμοὺς πονηρούς, ποὺ ἀποπνίγουν τὴν ἄφθαρτη σπορὰ τοῦ λόγου τοῦ Θεοῦ. Γίνεται τότε καταγώγιο κάθε φαυλότητας. Ἡ ἁμαρτία, ὡς πνευματικὸ γεγονός, διαπράττεται μυστικὰ στὸ βάθος τῆς καρδιᾶς τοῦ ἀνθρώπου. Γιὰ νὰ γίνουν, λοιπόν, τὸ σῶμα καὶ τὸ πνεῦμα τοῦ ἀνθρώπου τόπος ἐμφανείας τῆς δόξης τοῦ Θεοῦ, γιὰ νὰ μπορέσουμε νὰ φθάσουμε νὰ ἑορτάσουμε τὸ προσωπικό μας Πάσχα, χρειάζεται νὰ βροῦμε τὴ βαθειὰ καρδιά μας. Ὁ σκορπισμένος νοῦς στὶς μάταιες καὶ ἀνούσιες μέριμνες πρέπει νὰ ἐπιστρέψει καὶ νὰ ἑνωθεῖ μὲ τὸ «ἐνδότατον σῶμα» τοῦ σώματος, τὴν καρδιά [12].

Τὸ θησαυροφυλάκιο τῶν χαρισμάτων τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, ἡ Ἁγία καὶ Ἀμόλυντη Ἐκκλησία, θέσπισε τὴν περίοδο τῶν Ἁγίων Νηστειῶν ὡς ἕνα φῶς ποὺ καταυγάζει καὶ ἐξαγοράζει τὸν ὑπόλοιπο χρόνο τῆς ζωῆς μας. Ἡ Μεγάλη Τεσσαρακοστὴ εἶναι γιὰ μᾶς μιὰ μεγάλη εὐκαρία, ἕνα προνόμιο, ποὺ μᾶς δίνει ὁ Θεὸς γιὰ νὰ συνεργήσουμε μαζί Του, γιὰ νὰ ἀναζωπυρώσουμε τὴ χάρη ποὺ λάβαμε στὸ Ἅγιο Βάπτισμα καὶ νὰ ζωογονήσουμε τὴν καρδιά μας.

Αὐτὴ ἡ περίοδος, λοιπόν, μᾶς βοηθᾶ νὰ προσφέρουμε τὸ δικό μας ἐλάχιστο μέρος στὸν Θεό, γιὰ παράδειγμα μὲ τὴν ἐκπλήρωση τῆς ἐντολῆς τῆς νηστείας. Ἡ νηστεία ταπεινώνει τὸ σῶμα καὶ τὸ πνεῦμα μας, γιὰ νὰ δημιουργηθεῖ χῶρος στὴν καρδιὰ γιὰ τὴν ἐπίσκεψη τῆς χάριτος. Ἡ χάρη αὐτὴ μᾶς ἑνώνει μὲ τὰ ὑπόλοιπα μέλη τῆς Ἐκκλησίας καὶ ἔτσι γινόμαστε κοινωνοὶ ἀκόμη καὶ τῶν χαρισμάτων τῶν δυνατῶν Της μελῶν, δηλαδή, ὅλων τῶν Ἁγίων.

Ἡ νηστεία, σύμφωνα μὲ τὸν Γέροντα Σωφρόνιο, ἐκλεπτύνει τὴν καρδιὰ καὶ τὴν καθιστᾶ διορατικὴ[13], ἱκανὴ κατὰ χάρη νὰ δεχθεῖ πνευματικὴ γνώση. Μὲ τὸ ἴδιο πνεῦμα διδάσκει ὁ ἅγιος Σιλουανὸς ὅτι ἡ νηστεία βοηθᾶ, ὅταν συνδυάζεται μὲ τὴν ἐγκράτεια, τὴν ἀγρυπνία, τὴν ἡσυχία καὶ τὶς ἄλλες ἀρετές. Τὴν κύρια δύναμή της, ὅμως, τὴν ἀντλεῖ ἀπὸ τὴν ταπείνωση[14].

Ἀπὸ τὰ πρῶτα βήματα τῆς θεραπευτικῆς διαδικασίας, ποὺ προτάσσει ἡ Ἐκκλησία αὐτὴ τὴν περίοδο εἶναι ἡ συναγωγὴ τοῦ νοῦ ἀπὸ τὴ διάχυσή του στὸ περιβάλλον μὲ τὶς αἰσθήσεις καὶ ἡ εἴσοδός του στὴν καρδιὰ μὲ τὴ μετάνοια. Ὁ νοῦς ἑνώνεται μὲ τὴν καρδιὰ σὲ μία καινούργια θεωρία· ὁ Θεὸς γίνεται τὸ κέντρο ὅλων τῶν πραγμάτων καὶ ὁ ἄνθρωπος ταπεινὰ φέρεται πρὸς Αὐτόν.

Τὸ πνεῦμα τῆς μετανοίας ἀναμοχλεύει τὰ βάθη μας καὶ φανερώνει τὰ κρυπτὰ τῆς καρδιᾶς μας. Τότε βλέπουμε μὲ τὰ μάτια τοῦ Θεοῦ τὴν πραγματικὴ κατάστασή μας. Ὅπως ἡ ἁμαρτία διαπράττεται στὸ βάθος τῆς καρδιᾶς, ἔτσι καὶ ἡ μετάνοια ἐπιτελεῖται στὸν πιὸ ἐνδόμυχο χῶρο τοῦ πνεύματός μας, στὴν καρδιά. Ἡ μετάνοια θεραπεύει καὶ ἐνισχύει τὴ φύση μας μὲ τὴ χάρη τοῦ Θεοῦ καὶ γεννᾶ μέσα μας ἀκατάσχετη ὁρμὴ καὶ πόθο πρὸς τὸν Θεό. Ἡ Ἁγία Ἐκκλησία κατὰ τὴν περίοδο τῆς Μεγάλης Σαρακοστῆς προσπαθεῖ νὰ ἐντείνει καὶ νὰ ἐμφυσήσει σὲ μᾶς τὴν ὁρμὴ τῆς μετανοίας μὲ τὴ νηστεία, τὶς κατανυκτικὲς καὶ πλούσιες ἀκολουθίες, τὶς μετάνοιες, τὶς γονυκλισίες καὶ ὅλα τὰ ἀγωνίσματά της. Σκοπός της εἶναι νὰ ἐμπνεύσει σὲ μᾶς ζέουσα προσευχή, ποὺ ἀποκαθαίρει ἀπὸ τὰ πάθη καὶ νὰ φυτεύσει μέσα μας τὸν ἅγιο πόνο τῆς θείας ἀγάπης, ὥστε οὔτε στὸ νοῦ οὔτε στὴν καρδιά μας νὰ μείνει ἄλλο νόημα, παρὰ τὸ μίσος γιὰ τὴν εὐπερίστατη ἁμαρτία [15] καὶ ἡ φλογερὴ ἔφεση πρὸς τὸν Σωτήρα Θεό. Κεντρικὸ σημεῖο αὐτῆς τῆς μετανοίας εἶναι νὰ φυλάξουμε τὴ συνθήκη ποὺ κάναμε στὸ Βάπτισμά μας μὲ τὸν Θεό, ὅτι πλέον θὰ εἴμαστε νεκροὶ γιὰ τὴν ἁμαρτία καὶ ζωντανοὶ γιὰ τὸν λόγο καὶ τὰ προστάγματά Του.

Ἡ Ἐκκλησία κατὰ τὴν περίοδο αὐτὴ θέλει νὰ μᾶς καταστήσει μετόχους τοῦ λόγου τοῦ Κυρίου: «Ἐγενόμην νεκρός, καὶ ἰδοὺ ζῶν εἰμι» [16], δίνοντάς μας τὴν εὐκαιρία νὰ λάβουμε μία μικρὴ γεύση θανάτου μὲ τὴ νηστεία, τὴν ἐξομολόγηση, τὴν ἐλεημοσύνη καὶ γενικὰ τὴν ἄσκηση. Μὲ τὰ παθήματα τῆς Τεσσαρακοστῆς γινόμαστε ὅμοιοι καὶ συγγενεῖς τοῦ «παθητοῦ» στὸν κόσμο αὐτὸ Χριστοῦ, καὶ μᾶς μεταδίδεται «ἡ δύναμη τῆς Ἀναστάσεώς» Του, ὥστε καὶ ἐμεῖς ὡς φωτόμορφα τέκνα Της νὰ ψάλλουμε κατὰ τὴν κλητὴ καὶ ἁγία ἡμέρα τοῦ Πάσχα: «Χθὲς συνεθαπτόμην Σοι, Χριστέ, συνεγείρομαι σήμερον Ἀναστάντι Σοι». Κατὰ τὸ μέτρο ποὺ μετέχουμε στὰ παθήματα καὶ τὴν «κένωση» τοῦ Χριστοῦ παρέχεται σὲ μᾶς ὁ πλοῦτος τῶν χαρισμάτων Του καὶ τῆς δωρεᾶς τῆς Ἀναστάσεώς Του.

Ἕνας ἀκόμη τρόπος ἀνευρέσεως τῆς βαθειᾶς καρδιᾶς εἶναι ἡ συνεχὴς ἀνάγνωση τῶν Γραφῶν.
Ὁ λόγος τοῦ Χριστοῦ εἶναι ἄκτιστο Θεῖο Φῶς, ποὺ ἀπευθύνεται στὴ βαθειὰ καρδιὰ τοῦ ἀνθρώπου, ποὺ εἶναι ὁ τόπος καὶ τὸ κέντρο τῆς ὑποστατικῆς του ἀρχῆς. Πρῶτα ἀπὸ ὅλα, λοιπόν, γιὰ νὰ ἀνοίξει ἡ καρδιά μας στὸν λόγο τοῦ Χριστοῦ καὶ νὰ λάβουμε τὴ χάρη τῆς μετανοίας, πρέπει νὰ ἔχουμε ὁλοκληρωτικὴ πίστη στὴν Θεότητα τοῦ Χριστοῦ. Τότε ὁ ζωνταντὸς λόγος τοῦ Χριστοῦ θὰ πέφτει στὰ βάθη τῆς καρδιᾶς μας ὡς σπέρμα ἀγάπης ποὺ θὰ γεννᾶ στὴν ψυχὴ τὴ μετάνοια, δίνοντάς μας τὴ δυνατότητα νὰ ὑπερβοῦμε τὰ μέτρα τῆς συνήθους θρησκευτικῆς συνειδήσεως. Τότε, ἐμπειρικὰ θὰ πεισθοῦμε ὅτι ἡ διδαχὴ τοῦ Χριστοῦ ὑπερβαίνει τὸ ἐπίπεδο τῆς ἠθικῆς καὶ εἶναι θεοποιός.

Ἡ Εὐαγγελικὴ διδαχὴ μὲ τὴ λαμπρότητα τοῦ Λόγου τοῦ Θεοῦ φωτίζει τὴν ἐσωτερικὴ ὅραση καὶ ἐκλεπτύνει τὴν πνευματικὴ αἴσθηση τῆς καρδιᾶς μας, ὥστε οὔτε μία κίνηση οὔτε μία ἔννοια στὸ ἑξῆς νὰ μὴν ξεφεύγει ἀπὸ τὴν προσοχή μας. Ἡ παραμονὴ στὸν λόγο τοῦ Κυρίου μᾶς ὁδηγεῖ στὴν τήρηση τῶν θείων ἐντολῶν καὶ μὲ αὐτὴ θέτουμε τὸν ἑαυτό μας στὴν ὁδὸ τοῦ Κυρίου, ὁπότε Ἐκεῖνος, ποὺ εἶναι ἡ Ὁδός, γίνεται Συνοδοιπόρος μας. Ἔχοντας παραμείνει μὲ πόθο καὶ καρτερία στὸν Εὐαγγελικὸ λόγο, ὅπως ὁ Λουκᾶς καὶ ὁ Κλεόπας, ἀποκτοῦμε «καιομένη καρδιά»[17], ἕτοιμη νὰ δεχθεῖ καὶ νὰ ἀναγνωρίσει τὸν Ἀναστάντα Κύριο ἀπὸ τὴν πύρωση καὶ τὴν ἡδύτητα τῆς ἀγάπης Του.

Ὁ νοῦς κατεβαίνει στὴν καρδιά, θεραπεύεται καὶ ἑνώνεται μαζί της, ὅταν σταυρωθεῖ μὲ τὰ Εὐαγγελικὰ προστάγματα.
Τότε μᾶς ἐπισκιάζει ἡ χάρη καὶ μᾶς καθιστᾶ ἱκανοὺς νὰ ἀποταγοῦμε ἀπὸ ὅλα τὰ ὁρατὰ πράγματα τοῦ κόσμου καὶ νὰ μαθητεύσουμε στὸ πνεῦμα τῆς ἄφθαρτης ἀγάπης τοῦ Χριστοῦ. Ἡ πραγματοποίηση αὐτῆς τῆς ἑνότητας γίνεται δυνατὴ μὲ τὴ σταύρωση ποὺ πραγματοποιεῖται σὲ δύο φάσεις: στὴν πρώτη καταβάλλουμε μεγάλο ἀγώνα γιὰ νὰ ἐκφύγουμε τὴ ματαιότητα τοῦ κόσμου καὶ τὴ δουλεία στὰ ὑψηλά του πρότυπα, ποὺ εἶναι βδέλυγμα μπροστὰ στὸν Θεὸ[18], κατὰ τὸν Ἀπόστολο Παῦλο: «ἐμοὶ κόσμος ἐσταύρωται»[19]. Στὴ δεύτερη φάση ἡ προσπάθειά μας συγκεντρώνεται στὸ νὰ παραδοθοῦμε πλήρως στὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ, νὰ ἐκριζώσουμε τὸ νόμο τῆς ἁμαρτίας ἀπὸ τὴν καρδιά μας καὶ νὰ ἀποδεσμευθοῦμε ἀπὸ τὴ δουλεία τοῦ ἑαυτοῦ μας, «κἀγὼ τῷ κόσμῳ».

Ἡ πνευματικὴ πάλη συνεχίζεται ὡσότου ὁ Εὐαγγελικὸς λόγος ἐγκαινιστεῖ μέσα μας ὡς ὁ μόνος καὶ αἰώνιος νόμος τῆς ὑπάρξεώς μας. Τότε γινόμαστε ναὸς τοῦ Θεοῦ καὶ περιφέρουμε μέσα μας ὡς ἔνοικο τὸ Πνεῦμα τῆς χάριτος, ἀνεξάρτητα ἀπὸ τὶς ἐξωτερικὲς συνθῆκες στὶς ὁποῖες διαβιώνουμε. Ὅλη ἡ κτίση γίνεται γιὰ μᾶς Ἐκκλησία καὶ τόπος παραστάσεως ἐνώπιόν του ζῶντος Θεοῦ[20].

Ὁ Γέροντας Σωφρόνιος διέκρινε στὰ δύο αὐτὰ στάδια δύο βαθμοὺς πνευματικῆς ἐλευθερίας: ὁ πρῶτος εἶναι ἡ ἀποταγή μας ἀπὸ τὸν κόσμο καὶ ἡ παραίτησή μας ἀπὸ τὸ νὰ ἐξουσιάζουμε τοὺς ἄλλους. Ὁ δεύτερος εἶναι ἡ τέλεια καρδιακὴ ἐλευθερία, ποὺ ἀπαιτεῖται γιὰ νὰ μπορέσουμε νὰ σταθοῦμε ἀκλόνητα στὴν παρουσία τοῦ Κυρίου. Πρόκειται γιὰ τὴν «ἐσωτερικὴ χειραφέτηση ἀπὸ τὴν ἐξουσία τῶν ἄλλων πάνω μας»[21]. Ἡ τελείωση τοῦ ἀνθρώπου στὴν ἐλευθερία εἶναι ἡ τελείωσή του ὡς προσώπου. Αὐτὸ εἶναι ἡ τέλεια καταξίωση καὶ ὁ ἔσχατος προορισμός μας, νὰ γίνουμε καθ’ ὁμοίωσιν Θεοῦ.

Οἱ ἅγιοι Δωρόθεος Γάζης καὶ Γρηγόριος Παλαμᾶς ἑρμηνεύοντας τὸ χωρίο τοῦ Ἀποστόλου Παύλου «ἐμοὶ κόσμος ἐσταύρωται κὰγὼ τῷ κόσμῳ» ἐφαρμόζουν τὶς δύο φάσεις τῆς σταυρώσεως στὴ ζωὴ τοῦ μοναχοῦ. Καὶ οἱ δύο Πατέρες συνδέουν τὴν πρώτη φάση μὲ τὴν ἀποφυγὴ τῆς εὐπερίστατης ἁμαρτίας στὸν κόσμο[22], ἐνῶ τὴ δεύτερη μὲ τὴν ἐσωτερικὴ νέκρωση τοῦ ἀνθρώπου γιὰ τὰ ἁμαρτωλὰ πάθη, δηλαδὴ μὲ τὴν ἁγία ἀπάθεια [23].

Πῶς μποροῦμε, ὅμως, νὰ μὴν ἁμαρτάνουμε ζώντας μέσα στὸν κόσμο, ποὺ «ὅλος ἐν τῷ πονηρῷ κεῖται»[24]; Αὐτὸ εἶναι δυνατόν, ἂν μάθουμε νὰ ζοῦμε μὲ τὴν καρδιά μας, μεμφόμενοι τὸν ἑαυτό μας στὴν προσευχὴ τῆς μετανοίας καὶ νήφοντας ἐπικαλούμενοι τὸ ὄνομα τοῦ Κυρίου Ἰησοῦ. Μὲ τὴ νήψη θὰ βροῦμε στὴν καρδιὰ πηγὴ ὕδατος[25] καὶ φῶς, ὁπότε ὁ νοῦς θὰ ἑλκύεται ἐκεῖ. Οἱ ἐμπαθεῖς προτάσεις ἢ εἰκόνες, δὲν θὰ τυπώνονται στὸν νοῦ καὶ στὴν καρδιά, ἁπλῶς θὰ περιφρονοῦνται, διότι ἡ ἕλξη τοῦ ἔσω ἀνθρώπου πρὸς τὴν καρδιὰ θὰ εἶναι ἰσχυρότερη ἀπὸ τὶς ἐξωτερικὲς ἐντυπώσεις, διότι ὅπως λέει ἡ Γραφή: «ὅτι μείζων ἐστὶν ὁ ἐν ὑμῖν ἢ ὁ ἐν τῷ κόσμῳ»[26]. Χωρὶς νήψη ἡ χάρη δὲν διατηρεῖται στὴν καρδιά. Τὸ πνευματικὸ πένθος μᾶς κρατᾶ σὲ διαρκῆ ἐπαφὴ μὲ τὸ Πνεῦμα τῆς Ζωῆς, ἕως ὅτου ἡ χάρη τοῦ Θεοῦ, ποὺ συσσωρεύεται στὴν καρδιὰ φθάσει τὸ πλήρωμά της. Τότε, θὰ πραγματοποιηθεῖ ἡ νέα γέννησή μας ἐν Πνεύματι Ἁγίῳ.

Ὁ Χριστός, μὲ τὸν Σταυρὸ καὶ τὴν Ἀνάστασή Του, ἐκπλήρωσε τὴ μεγάλη ἐντολὴ ποὺ ἔλαβε «παρὰ τοῦ Πατρὸς Αὐτοῦ»[27] καὶ ἔδωσε στοὺς πιστοὺς «χάριν ἀντὶ χάριτος». Ὁ ἐπικαλούμενος τὸ Ὄνομα τοῦ Ἰησοῦ μυεῖται στὸ μυστήριο τοῦ Σταυροῦ καὶ τῆς Ἀναστάσεως τοῦ Χριστοῦ καὶ ἡ καρδιὰ του ζωντανεύει καὶ γίνεται ναὸς τῆς Θεότητας. Ἡ θεοπρεπὴς ἐπίκληση τοῦ Ὀνόματος τοῦ Χριστοῦ ζωοποιεῖ τὴν παρουσία τοῦ Αἰωνίου Θεοῦ στὴν καρδιά μας καὶ ὡς ἐνέργεια νέας ζωῆς διαπερᾶ ὅλο τὸ εἶναι μας. Ἡ ἐπανάληψη τοῦ Ὀνόματος τοῦ Χριστοῦ ὄχι μόνο γίνεται ἀνεπαχθής, ἀλλὰ μᾶς ὁδηγεῖ σὲ αὐξανόμενο πλήρωμα ἀγάπης καὶ γνώσεως. Οἱ ὀφθαλμοὶ μας διανοίγονται καὶ κατανοοῦμε μέσα στὴν καθημερινή μας ζωὴ τὰ μυστήρια τῆς ὁδοῦ τοῦ Χριστοῦ, τῆς ἀνεξιχνίαστης Πρόνοιάς Του, καὶ πλουτίζουμε σὲ πείρα αἰωνιότητας.

Ὁ καιρὸς τῆς Νηστείας εἶναι καιρὸς ἐργασίας πάνω στὴν καρδιά μας καὶ ἕνα σχολεῖο ἑκουσίου θανάτου. Ἡ ὁδὸς τοῦ Κυρίου ἐκτείνεται διὰ μέσου του θανάτου τοῦ Σταυροῦ, τῶν καταχθονίων τοῦ ἅδη μέχρι καὶ τῆς ζωηφόρου Ἀναστάσεως. Καὶ ἐμεῖς, ὅταν ἀναλαμβάνουμε ἑκούσια παθήματα καὶ ἀποδεχόμαστε ἀγόγγυστα καὶ μὲ εὐχαριστία τὰ θλιβερὰ ποὺ ἡ Πρόνοια τοῦ Θεοῦ ἐπιτρέπει στὴ ζωή μας, ἐξερευνοῦμε μὲ πίστη τὸ ἄρρητο μυστήριο τῆς θείας Ἀγάπης, ποὺ ἔφθασε γιὰ χάρη μας μέχρι τῶν κευθμώνων τοῦ ἅδη. Ἡ γνώση τοῦ μυστηρίου τοῦ Χριστοῦ δὲν θὰ εἶναι ποτὲ ὁλοκληρωμένη, ἂν ἡ ἐμπειρία τοῦ ἀνθρώπου δὲν συμπεριλάβει καὶ τὸν ἅδη.

Ἡ πίστη στὴν Ἀνάσταση τοῦ Χριστοῦ καὶ ἡ ἐλπίδα στὴν δική μας ἀνάσταση μᾶς ἐμπνέουν νὰ ζήσουμε σύμφωνα μὲ τὶς ἐντολὲς τοῦ Θεοῦ, νεκρώνοντας τὸ θέλημα τῆς σαρκός μας. Ἔτσι, θὰ ἀναφανεῖ ἡ βαθειὰ καρδιά μας καὶ θὰ γνωρίσουμε ἐμπειρικὰ ὅτι μεταβήκαμε «ἐκ τοῦ θανάτου εἰς τὴν ζωήν». Μόνο ὅ,τι ἐργασθοῦμε πάνω στὴν καρδιά μας θὰ μᾶς συνοδεύσει στὴν αἰωνιότητα. Ἂν σὲ αὐτὴ τὴ ζωὴ καθαρίσουμε τὴν καρδιά μας, τότε σύμφωνα μὲ τὴν ἐπαγγελία τοῦ Θεοῦ θὰ δοῦμε τὸ Πρόσωπό Του: «μακάριοι οἱ καθαροὶ τῇ καρδίᾳ ὅτι αὐτοὶ τὸν Θεὸν ὄψονται»[28]. Ἡ τραγωδία τοῦ συγχρόνου ἀνθρώπου συνίσταται στὸ ὅτι ζεῖ ἔξω ἀπὸ τὴν καρδιά του, σκέφτεται, ἐργάζεται, μιλᾶ, ἀκόμη ἀγαπᾶ καὶ προσεύχεται ἔξω ἀπὸ τὴν καρδιά του.

Ἡ περίοδος ὅμως τῆς Μεγάλης Τεσσαρακοστῆς δίνει σέ μᾶς τοὺς Χριστιανοὺς μιὰ μεγάλη εὐκαιρία νὰ βροῦμε τὴν καρδιά μας καὶ νὰ ἐπιστρέψουμε σὲ αὐτὴν ὡς ὁ ἄσωτος υἱός. Ἡ θέα τοῦ ἐσωτερικοῦ μας ἅδη, κάτω ἀπὸ τὸ φῶς τῆς ἁγιότητας τοῦ Θεοῦ καὶ τῆς ζέσης τῆς ἄμωμης ἀγάπης Του, ποὺ ἦλθε νὰ δώσει ζωὴ καὶ ὄχι θάνατο, θὰ προκαλέσει στὴν ψυχή μας τὸν ἀκατάσχετο πόθο νὰ ἀπαλλαγοῦμε ἀπὸ τὸν ἀσφυκτικὸ ἐναγκαλισμὸ τῆς πτώσεώς μας καὶ νὰ παραδοθοῦμε ὁλοκληρωτικὰ στὸν Θεὸ τοῦ Φωτὸς καὶ τῆς ἀγάπης[29]. Ἡ φωνὴ τοῦ Κυρίου θὰ ἠχεῖ στὴν καρδιά μας: «Υἱέ μου, δός μοι σὴν καρδίαν»[30] καὶ ἡ ἴδια θὰ ἀντιφωνεῖ: «Υἱός μου εἶ σύ, ἐγὼ σήμερον γεγέννηκά σε»[31].

Μὲ τὸν ζῶντα λόγο Του ὁ Κύριος Ἰησοῦς ἔσπειρε «ἄφθαρτον σπορὰν» καὶ μὲ τὴ χάρη τοῦ Πνεύματός Του μᾶς ἔδωσε τὴ δωρεὰ τῆς υἱοθεσίας. Γέννησε, δηλαδή, τὴν Ἐκκλησία καὶ μᾶς ἔκανε τέκνα τῆς Ἀναστάσεώς Του. Ἡ νίκη τοῦ Χριστοῦ πάνω στὸν ἔσχατο ἐχθρό, τὸν θάνατο, γίνεται μέσα στὴν καρδιά μας καὶ ἐκεῖ λαμβάνει χώρα καὶ ὁ θρίαμβος τῆς Ὀρθοδόξου πίστεως. Μὲ ἄλλα λόγια, ἡ χάρη θὰ ἀποτυπώσει στὴν καρδιά μας τὴν εἰκόνα τοῦ Κυρίου Ἰησοῦ καὶ θὰ μᾶς μεταδώσει τὴν παγκόσμια νίκη Του πάνω στὸν θάνατο.

Ἂς εὐχαριστήσουμε τὸν Θεὸ ποὺ μᾶς δίνει τὴν περίοδο τῆς Μεγάλης Τεσσαρακοστῆς διεγερμένη ἀπὸ τὴ χάρη Του, γιὰ νὰ μᾶς βοηθήσει νὰ βροῦμε τὴν βαθειὰ καρδία μας καὶ ἐκεῖ νὰ εἰσέλθουμε στὴ ζωοποιὸ Παρουσία τοῦ Χριστοῦ, ἐγηγερμένου ἐκ νεκρῶν. Ὁ Χριστός, ὁ Νυμφίος τῆς Ἐκκλησίας, κρούει τὴ θύρα τῆς καρδιᾶς μας, ζητώντας τὴν τέλεια ἕνωση τῆς ψυχῆς μας μὲ τὸ Ἅγιο Πνεῦμα Του. Κάθε προσέγγιση καὶ εἴσοδος στὴν θαυμαστὴ Παρουσία τοῦ Κυρίου Ἰησοῦ εἶναι τὸ δικό μας Πάσχα. Εἴθε κανεὶς πιστὸς νὰ μὴ μείνει ἔξω τοῦ Νυμφῶνος Χριστοῦ, ἀλλὰ ἔχοντας ὅλοι νομίμως διαβεῖ τὴν ψυχωφελῆ Τεσσαρακοστὴ ὡς καιρὸ ἀνανεώσεως καὶ σταθμὸ χάριτος, νὰ κροτήσουμε Πάσχα Αἰώνιο. Ἀμήν.

 

– – – – – – – – – – – –

[1] Παροιμ. Σολομ. 17, 16.

[2] Βλ. Ψαλμ. 32 [ΛΒ´], 15.

[3] Ἀρχιμ. Σωφρονίου, Ὀψόμεθα τὸν Θεὸν καθώς ἐστι, Ἔσσεξ Ἀγγλίας, 31996, σ. 132 καὶ 268.

[4] Ψαλμ. 63 [ΞΓ´], 7.

[5] Ἀρχιμ. Σωφρονίου, Περὶ Προσευχῆς, Ἔσσεξ Ἀγγλίας, 21994, σ. 19.

[6] Ἀρχιμανδρίτου Σωφρονίου, Ὁ Ἅγιος Σιλουανὸς ὁ Ἀθωνίτης, 71996, σ. 12.

[7] Α´ Πέτρ. 3,4.

[8] Ὀψόμεθα τὸν Θεὸν καθώς ἐστι, σ. 272.

[9] Ὅ. π., σ 300.

[10] Βλ. Παρ. 15, 14.

[11] Βλ. Ἐφ. 4, 14.

[12] Γρηγορίου Παλαμᾶ, Ὑπὲρ τῶν ἱερῶς ἡσυχαζόντων 1,2,3 Συγγράμματα, ἔκδ. Π. Χρήστου, Θεσσαλονίκη τόμ 1, 1962, σ. 396.

[13] Ὀψόμεθα τὸν Θεὸν καθώς ἐστι, σ. 156.

[14]  Ἀρχιμανδρίτου Σωφρονίου, Ὁ Ἅγιος Σιλουανὸς ὁ Ἀθωνίτης, σ. 584-585.

[15[ Βλ. Ἑβρ. 12, 1.

[16]  Ἀποκ. 1, 18.

[17] Βλ. Λουκ. 24, 32.

[18] Λουκ. 16, 15.

[19] Γαλ. 6, 17.

[20] Ὁ Ἅγιος Σιλουανὸς ὁ Ἀθωνίτης, σ. 378.

[21] Βλ. Ὀψόμεθα τὸν Θεόν, σ. 184.

[22] Βλ. Ἑβρ. 12,1.

[23] Ἀββᾶ Δωροθέου, Διδασκαλία 1, PG 88, 1629D. Γρηγορίου Παλαμᾶ, Ὁμιλία 11, PG 151, 128D-129A.

[24] Α´ Ἰωάν. 5, 19.

[25] Ἰωάν. 4, 14.

[26] Α´  Ἰω. 4, 4.

[27] Ἰω. 1, 16.

[28] Ματθ. 5, 8.

[29] Βλ. Ὀψόμεθα τὸν Θεὸν καθώς ἐστι, σ. 68-69.

[30] Παροιμ. 23, 26.

[31] Ἑβρ. 1,5.

 

(ἀπὸ τὸ βιβλίο «Ἀπόηχοι τῶν λόγων τοῦ Γέροντος Σωφρονίου», Ἱ. Μ. Τιμίου Προδρόμου Ἔσσεξ Ἀγγλίας, 2018, σελ. 88-97)

 

 

(Πηγή ψηφ. κειμένου: christianvivliografia.wordpress.com)

Κοινοποίηση:
[Ψήφοι: 0 Βαθμολογία: 0]
Both comments and pings are currently closed.
Powered by WordPress and ShopThemes