Γενηθήτω το θέλημά Σου (Μοναχός Αλέξιος Κοβιλιάτης)

(8 άτομα το έχουν διαβάσει)

«Με Σένα με λούζει το φως.
Με Σένα θα δω στο σκοτάδι.
Με Σένα θα γίνω αλλιώς.
Με Σένα, για Σένα, τη Χάρη.
Γενηθήτω το θέλημά σου. Αμήν».

Τα λόγια αυτά είναι για μένα μία ανεκτίμητη παρακαταθήκη, που εδώ και χρόνια έχουν φωλιάσει μέσα στα βάθη της ψυχής μου. Είναι ένα χάδι την ώρα που ο κόπος έχει καταβάλει το σώμα μου. Είναι μία παρηγοριά, την ώρα που θλίβομαι και πονάω για τις αδικίες εις βάρος άλλων συνανθρώπων μας. Είναι μία ελπίδα να γίνω καλύτερος υποτάσσοντας το θέλημά μου στο δικό του θέλημα. Μα πάνω απ’ όλα είναι διπλή χαρά, ότι μου τα γράφει η αδελφή μου εν Χριστώ Πορφυρία, που κατάγεται από την ίδια χώρα που γεννήθηκα και εγώ, την Αλβανία.

Το όνομά της ήταν Τζουλιέτα, πριν βαπτιστεί, και γεννήθηκε στην όμορφη Αυλώνα, στον νότο της Αλβανίας. Σαν ξενιτεμένο πουλί, πήρε μαζί με την οικογένειά της τον δρόμο του μισεμού δύο φορές. Μία για την αγαπημένη της Ελλάδα και μία για τη Γερμανία. Ο πόνος της μεγάλος, γιατί μαζί με τον σταυρό της ξενιτιάς, έπρεπε να σηκώσει και έναν άλλο σταυρό, μεγαλύτερο από τον πρώτο. Τον σταυρό της ασθένειάς της από καρκίνο.

Ο Κύριος της χάρισε ένα μεγάλο στήριγμα σε αυτά τα δύσκολα χρόνια της αρρώστιας, τη Μαρία, μια γειτόνισσα στην πολυκατοικία που έμενε. Η ευλογημένη αυτή γυναίκα έγινε η δεύτερη μάνα της, αφού τη βιολογική της μητέρα την έχασε σε νεαρή ηλικία. Η απώλεια της μάνας της τής είχε κοστίσει πολύ. Απεγνωσμένη η Τζουλιέτα ρωτούσε τη Μαρία, που έγινε αργότερα η νονά της, για έναν πνευματικό ιερέα, όπου θα μπορούσε να ανοίξει την καρδιά της και να εναποθέσει τον αβάσταχτο πόνο της ψυχής της στο πετραχήλι του.

Οι προσευχές της Μαρίας στη μάνα όλων των πονεμένων, την Παναγία, για την πνευματική της κόρη, γρήγορα εισακούστηκαν. Γιατί δεν πέρασε πολύς καιρός και μια εξαδέλφη της τής είπε στο τηλέφωνο:

«Ανακάλυψα ένα μικρό μοναστηράκι που βρίσκουν καταφύγιο πολύ αναγκεμένοι άνθρωποι. Εδώ στη Μάνη είναι, ξαδελφούλα μου. Πείτε στην Τζουλιέτα να μιλήσει με τον ιερομόναχο Νεκτάριο…».

Από τότε, μέσα από την επικοινωνία της με τον πατέρα Νεκτάριο, αλλάξανε πολλά στη ζωή της, μα πάνω απ’ όλα στη σχέση της με τον Θεό και τον τρόπο που αντιμετώπιζε την αρρώστια της. Αφέθηκε ψυχή τε και σώματι στο θέλημα του Θεού, με απόλυτη εμπιστοσύνη στην καθοδήγηση του πνευματικού της. Αφού κατηχήθηκε, βαπτίστηκε με το όνομα Πορφυρία και πήρε την πρώτη θεία Κοινωνία στην εορτή των Αρχαγγέλων. Η χαρά, τα δάκρυα, η ευγνωμοσύνη της, δεν περιγράφονται με λόγια. Το πρόσωπό της έλαμπε από την επισκίαση της θείας Χάριτος.

Μετά από όλα αυτά, στον προαύλιο χώρο του Μοναστηριού, κάτω από τα πλατιά φύλλα της μουριάς, διαδραματίστηκε κάτι, που παρόμοιό του συνέβαινε μόνο στους πρωτοχριστιανικούς χρόνους. Άρχισε μια δημόσια εξομολόγηση, ξεδιπλώνοντας όλη τη ζωή της μπροστά σε όλους. Έτσι το θέλησε η ίδια, νιώθοντας την επικοινωνία με τους αδελφούς της ισχυρή και καταλυτική για την ψυχή της.

Άρχισε να μιλάει ταπεινά αλλά αποφασιστικά:

«Αγαπημένε μου Γέροντα, αγαπημένοι μου αδελφοί. Ευχαριστώ τον Θεό που έφερε εσάς στη ζωή μου, και τον ευγνωμονώ που με έφερε σήμερα εδώ κοντά σας, να γευτώ την αγάπη και την πατρική σας αγκάλη. Σήμερα που έλαβα την πρώτη μου θεία Κοινωνία, θα ήθελα από τα βάθη της ψυχής μου να σας εξομολογηθώ κάποια γεγονότα της ζωής μου.

Γεννήθηκα και μεγάλωσα, στην εποχή του αθεϊσμού, στην Αλβανία. Τον Χριστό όμως, τον κουβαλούσα μέσα μου, και πάντα νοσταλγούσα την ημέρα που θα Τον συναντούσα. Η μάνα μας έφυγε νέα κι έτσι μας άφησε ορφανούς, εμένα και τα αδέλφια μου. Αβάσταχτος ο πόνος της απώλειας αυτής, κενό ανεκπλήρωτο. Σαν να μην αρκούσε αυτό, αργότερα αντιμετώπισα δύο φορές την οδύνη της αρρώστιας από καρκίνο. Την πρώτη φορά, στα τριάντα δύο. Τη δεύτερη, μετά από λίγα χρόνια. Παρόλο τον πόνο τη θλίψη μου και τη συντριβή μου, ποτέ δεν σκέφτηκα «γιατί δεύτερη φορά ξανά σε μένα;». Δεν ξέρω, ήταν η Χάρις του Θεού και δεν το έβλεπα σαν τιμωρία; Φυσικά πολλές φορές με έπιανε το παράπονο, γιατί ήξερα τι με περιμένει και δεν ήθελα να το περάσω για δεύτερη φορά. Δεν σας κρύβω ότι όταν άρχιζε να ρέει το φάρμακο στο αίμα μου ένιωθα σαν ετοιμοθάνατη. Αμέσως όμως, θυμήθηκα τα λόγια που έλεγα στην κόρη μου όταν έπρεπε να κάνει τα εμβόλια στο παιδί της και φοβόταν. Και είπα στον εαυτό μου, «Γενηθήτω το θέλημά Του», γιατί αν είναι για το καλό μου, ο Χριστός το φάρμακο αυτό θα το κάνει νεράκι. Μέχρι εκεί έφτανε το παράπονό μου…

Από κει και πέρα άρχισα να μιλάω με τους Αγίους, και πιο πολύ με τον Άγιο Πορφύριο και τον Άγιο Παΐσιο, ο οποίος παρότρυνε τους ανθρώπους να πηγαίνουν να εξομολογιόνται και να κοινωνάνε, για να φτιάξουν τη σχέση τους με τον Θεό. «Τα πιο πολλά είναι δαιμόνια. Αν φτιάξετε τη σχέση σας με τον Θεό δεν θα έχετε τίποτα να φοβηθείτε, θα σωθείτε», έλεγε.

Καθώς όλοι μας την ακούγαμε με μεγάλη προσοχή, αυτή συνέχισε.

«Σιγά-σιγά άρχισα να δουλεύω με τον εαυτό μου, γιατί κάπου είχα κάνει λάθη. Και έτσι με την πρώτη ευκαιρία βαπτίστηκα· και χθες στην παραμονή των Αρχαγγέλων εξομολογήθηκα, προκειμένου να λάβω την πρώτη μου θεία Κοινωνία. Εξομολογήθηκα για να βγάλω έξω ό,τι αμαρτία έχω κάνει, ακόμα και σκέψεις, πόσω μάλλον αυτά που έχω πράξει. Αδελφοί μου, να έχουμε τη δύναμη να λέμε με συντριβή την αλήθεια, γιατί έτσι θα μας ελεήσει ο παντοδύναμος Θεός».

Με κομμένη την ανάσα περιμέναμε να ακούσουμε τη συνέχεια. Μέλι είχαν τα χείλη της, παρά τον πόνο που περιέγραφε: «Στη ζωή μου έκανα δύο εκτρώσεις, δηλαδή σκότωσα δύο παιδιά. Ο γιατρός μού έλεγε με ελαφρά τη συνείδησή του: «Να! Δεν είναι τίποτα! Το πετάμε σε έναν πλαστικό κουβά, και τελείωσε». Την τραγικότητα του λάθους μου την κατάλαβα αργότερα, όταν συνειδητοποίησα αυτό το φρικτό έγκλημα, που όσο προσπαθείς να το διώξεις, τόσο αυτό σε κυνηγάει μια ολόκληρη ζωή. Με το κουκούλωμα δεν θα θεραπευτεί ποτέ. Θεραπεύει μόνο η αλήθεια όταν τη βλέπεις κατάματα και θέλεις ν’ ανοίξει η πληγή και να βγει το πύον. Κι ας πονάει. Γι’ αυτό βρίσκομαι ανάμεσά σας σήμερα, για να πω την αλήθεια και με την αγάπη σας να γίνουμε κοινωνοί του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού πρώτα και μετά μεταξύ μας. Δεν θέλω να σας πω πολλά για μένα, αλλά πιο πολύ θέλω να υμνήσω τον Θεό που με έφερε σήμερα κοντά σας».

Συγκινημένοι όλοι μαζί, σαν νεοφώτιστοι κι εμείς, της φιλήσαμε το χέρι. Το πρόσωπό της είχε πάρει μιαν αλλιώτικη λάμψη, όπως εκείνη στα πρόσωπα των Αγίων. Η Πορφυρία είχε υποτάξει το εγώ της, το θέλω της, τον εαυτό της. Είχε καθαρίσει τις πληγές της, είχε αφήσει την Αλήθεια να κατοικήσει μέσα της.

«Με σένα με λούζει το φως. Γενηθήτω το θέλημά Σου!».

 

 

(Πηγή: Απόσπασμα από το βιβλίο του Μοναχού Αλεξίου Κοβιλιάτη «Ψίχουλα ψυχών», Εκδόσεις «Εν Πλω»)

Κοινοποίηση:
[Ψήφοι: 0 Βαθμολογία: 0]
Both comments and pings are currently closed.
Powered by WordPress and ShopThemes