«Μην πιστέψεις ότι θα διαπρέψει ποτέ στα μεγάλα κατορθώματα όποιος είναι αμελής στα μικρά»
Μέγας Βασίλειος
«Μην πιστέψεις ότι θα διαπρέψει ποτέ στα μεγάλα κατορθώματα όποιος είναι αμελής στα μικρά»
Μέγας Βασίλειος
Η νεοελληνική κοινωνία θα ευημερήσει ξανά μόλις πάρει στα σοβαρά το φαινόμενο της ηκιστοκρατίας, δηλαδή της κοινωνικής αναπαραγωγής του ελάχιστου, και επιχειρήσει να το υπερβεί.
Ο ενιαύσιος εκπαιδευτικός κύκλος πρόκειται να αρχίσει στα σχολεία και στα πανεπιστήμια. Δάσκαλοι και μαθητές θα συμπορευτούμε στοχεύοντας στο καλύτερο· αλλά αυτό το «καλύτερο» διέπεται από ασάφεια. Η ασάφεια στην κατανόηση του ρόλου των μαθητών και των φοιτητών εξαρτάται κυρίως από το κατά πόσο διαπαιδαγωγούνται στο σπίτι και στα σχολεία τους ασκούμενοι σε καθήκοντα και υποχρεώσεις! Αν η αγωγή τους προϋποθέτει μια σχέση οικογενειακή, στο σπίτι, ή εκπαιδευτική, στο σχολείο, με συνέπεια, συμμόρφωση σε ένα πρόγραμμα και πνεύμα συνεργασίας, η επιδίωξη του «καλύτερου» αποσαφηνίζεται προσηκόντως· γίνεται απτή και αποκτά μορφή. Ανάλογα, οι επαγγελματίες λειτουργοί οφείλουν να εκπαιδεύουν με το κριτήριο της συνέπειας τούς μαθητές τους, δηλαδή βάσει καθηκόντων και υποχρεώσεων. Ωστόσο, η ηκιστοκρατία (ήκιστα σημαίνει ελάχιστα) έχει πασίδηλα επικρατήσει ως «η αρχή του ελάχιστου» και συγκροτείται παιδαγωγικά ως ελάχιστη απαίτηση, ελάχιστη ευθύνη, ελάχιστη προσπάθεια και με τη μέγιστη προσδοκία ανταμοιβής.
Έρχονται καμιά φορά άνθρωποι να εξομολογηθούν και, μόλις φτάσουμε στη νηστεία, καταλαβαίνω ότι ο καθένας έχει περάσει από άλλη σχολή. Ο ένας μου λέει: «Ο προηγούμενος πνευματικός μου, πάτερ, μου έλεγε τρεις μέρες πριν κοινωνήσω ούτε λάδι». Ο άλλος: «Εμένα μου είχε πει μία εβδομάδα». Μια γυναίκα μου είπε κάποτε ότι χρόνια ολόκληρα δεν κοινωνούσε, αν προηγουμένως δεν είχε κάνει μια συγκεκριμένη αυστηρή νηστεία, ακόμη κι όταν η Εκκλησία δεν είχε νηστεία. Τη ρώτησα: «Και ποιος σου το είπε αυτό;». «Ο πνευματικός μου». Έρχεται άλλος και μου λέει ότι κάποιος γέροντας του συνέστησε κάτι ακόμη αυστηρότερο, ένας άλλος έμαθε αλλιώς στο Άγιον Όρος, ένας τρίτος αλλιώς σε κάποιο μοναστήρι, και στο τέλος ο άνθρωπος έχει ένα κεφάλι γεμάτο κανόνες και μια καρδιά γεμάτη φόβο. «Πάτερ, έφαγα λάδι χθες. Μπορώ να κοινωνήσω;». «Πάτερ, ήπια γάλα επειδή πήρα το φάρμακό μου. Τώρα τι γίνεται;». «Πάτερ, η γυναίκα μου έβαλε κατά λάθος βούτυρο στο φαγητό και το κατάλαβα αφού έφαγα». Και λες: Χριστέ μου, τι κάναμε στους ανθρώπους; Τους δώσαμε τη νηστεία για να ελευθερωθούν από τα πάθη και τους μάθαμε να φοβούνται μια σταγόνα λάδι.
Να μην παρεξηγηθώ. Δεν λέω να κάνουμε τη νηστεία όπως μας βολεύει. Αυτό είναι το άλλο άκρο και είναι εξίσου λάθος. «Ο Θεός κοιτάζει την καρδιά», λέει ο άλλος, και τρώει ό,τι θέλει. Βέβαια κοιτάζει την καρδιά ο Θεός, αλλά η καρδιά σου, βρε παιδί μου, είναι ενωμένη με ένα σώμα, και αυτό το σώμα πρέπει κάποτε να μάθει ότι δεν μπορεί να παίρνει όποτε θέλει ό,τι θέλει. Η νηστεία είναι αρχαιότατη πράξη της Εκκλησίας, ο ίδιος ο Χριστός νήστεψε, η αποστολική ζωή γνωρίζει τη νηστεία και οι Πατέρες την παραδίδουν ως πραγματική άσκηση και όχι ως ωραία ιδέα. Ο Μέγας Βασίλειος τη συνδέει με την εγκράτεια και την αποχή από την κακία, όχι απλώς με την αλλαγή τροφών. Άρα θα νηστέψεις. Θα πεινάσεις και λίγο. Δεν παθαίνουμε τίποτε αν κάποτε το στομάχι μας ζητήσει κάτι και του πούμε «όχι». Μπορεί μάλιστα εκείνη την ώρα να αρχίσουμε να καταλαβαίνουμε πόσες φορές μέσα στην ημέρα λέμε «ναι» σε κάθε επιθυμία μας. Αλλά άλλο η νηστεία της Εκκλησίας και άλλο η δική μου επινόηση περί νηστείας.
Πράγματι κάθε καιρός είναι κατάλληλος για να γίνει αρχή ενός σωτήριου τρόπου ζωής. Και για να δηλώσει αυτό έλεγε ο μέγας Παύλος: «Ἰδοὺ νῦν καιρὸς εὐπρόσδεκτος, ἰδοὺ νῦν ἡμέρα σωτηρίας (: Να λοιπόν, τώρα είναι καιρός κατάλληλος, να, τώρα είναι ημέρα σωτηρίας)» [Β΄Κορ. 6, 2]· «Ἀποθώμεθα οὖν τὰ ἔργα τοῦ σκότους καὶ ἐνδυσώμεθα τὰ ὅπλα τοῦ φωτός. Ὡς ἐν ἡμέρᾳ εὐσχημόνως περιπατήσωμεν (: Ας αποθέσουμε λοιπόν σαν νυκτερινά ενδύματα τα έργα της αμαρτίας, που γίνονται στο σκοτάδι, και ας ντυθούμε σαν άλλα όπλα τα φωτεινά έργα της αρετής. Όπως συμπεριφέρεται κανείς την ημέρα, που τα βλέμματα πολλών τον παρακολουθούν, έτσι κι εμείς ας συμπεριφερθούμε με ευπρέπεια και σεμνότητα)» [Ρωμ. 13, 12-13]. Δεν εννοεί ότι καιρός ευπρόσδεκτος για σωτηρία είναι κάποια από τις ώρες ή από τις ημέρες, αλλά όλος ο χρόνος μετά την επιφάνεια του Κυρίου και Θεού και Σωτήρος μας Ιησού Χριστού επάνω στη γη.
Όπως δηλαδή, όταν ανατείλει στη γη ο αισθητός ήλιος είναι καιρός σωματικής εργασίας για τους ανθρώπους, όπως είπε και ο Δαβίδ [Ψαλμ. 103, 22-23: «Ἀνέτειλεν ὁ ἥλιος καὶ ἐξελεύσεται ἄνθρωπος ἐπὶ τὸ ἔργον αὐτοῦ καὶ ἐπὶ τὴν ἐργασίαν αὐτοῦ ἕως ἑσπέρας (: Ανέτειλε ο ήλιος και ο άνθρωπος θα εξέλθει από την κατοικία του για να ασχοληθεί με το έργο και την εργασία του έως το βράδυ)»], έτσι και, αφού εμφανίστηκε σε εμάς σαρκικά ο Ήλιος της δικαιοσύνης, ο μετά την επιφάνειά Του καιρός είναι ολόκληρος κατάλληλος για πνευματική εργασία. Αυτό δηλώνοντας αλλού ο ίδιος προφήτης, αφού είπε περί της Δεσποτικής Παρουσίας: «Λίθον, ὃν ἀπεδοκίμασαν οἱ οἰκοδομοῦντες, οὗτος ἐγενήθη εἰς κεφαλὴν γωνίας (: Τον λίθο, τον οποίο απέρριψαν ως ακατάλληλο και άχρηστο οι χτίστες, αυτός έγινε θεμέλιος και ακρογωνιαίος λίθος όλης της οικοδομής)» [Ψαλμ. 117, 22], πρόσθεσε: «Αὕτη ἡ ἡμέρα, ἣν ἐποίησεν ὁ Κύριος· ἀγαλλιασώμεθα καὶ εὐφρανθῶμεν ἐν αὐτῇ (: Αυτή είναι η πανηγυρική και χαρμόσυνη ημέρα την οποία ο Κύριος έκανε· ας αισθανθούμε αγαλλίαση και ευφροσύνη κατά την διάρκειά της)» [Ψαλμ. 117, 24] . Αλλά στην περίπτωση μεν του αισθητού ηλίου, επειδή διακόπτεται την νύκτα, λέγει: «Ἐξελεύσεται ἄνθρωπος ἐπὶ τὸ ἔργον αὐτοῦ καὶ ἐπὶ τὴν ἐργασίαν αὐτοῦ ἕως ἑσπέρας» [Ψαλμ. 103, 23], ενώ ο Ήλιος της Δικαιοσύνης, επειδή κατά το αποστολικό εδάφιο είναι ανέσπερος και δεν έχει «παραλλαγὴ ἢ τροπῆς ἀποσκίασμα (: αλλοίωση και μεταβολή σαν αυτές που γίνονται στη σελήνη ή συντελούνται από τη διαδοχή της νύχτας και της ημέρας)» [Ιάκ. 1, 17], παρέχει αδιάκοπη ευκαιρία πνευματικής εργασίας.
Εάν μάλιστα χρειάζεται να χαρακτηρίσουμε και κάποιον καιρό καταλληλότερο από τους άλλους, και αν όπως υπάρχει καιρός για σπορά και καιρός για θερισμό, καιρός για φύτευμα και καιρός για συγκομιδή, και καιρός για κάθε άλλο πράγμα, έτσι επιζητείς και για την αγαθοεργία ώρα ενάρξεως ιδιαιτέρως αρμοστή, αυτή είναι ο καιρός του φθινοπώρου, και αυτού περισσότερο αυτός ο μήνας, που είναι και ο πρώτος μας μήνας και η αρχή του έτους [Ο πρώτος μήνας του εκκλησιαστικού έτους ήταν στο Βυζάντιο ο Σεπτέμβριος και η πρώτη του μηνός αυτού ήταν η πρωτοχρονιά, και αρχή της Ινδίκτου], διότι κατ’ αυτόν έγινε αρχή της σωτηρίας μας την οποία και εορτάζομε σήμερα. Διότι αυτή η ιερά εορτή και πανήγυρη την οποία τελούμε σήμερα είναι η πρώτη της κατά χάριν ανακλήσεως και αναπλάσεώς μας αφού είναι η ημέρα κατά την οποία άρχισαν τα πάντα να γίνονται νέα και να εισάγονται αντί των προσκαίρων θεσμών οι μόνιμοι, αντί του γράμματος το πνεύμα και αντί των σκιών η αλήθεια.
Πραγματικά σήμερα αναφάνηκε νέος κόσμος και παράξενος παράδεισος, στον οποίο και από τον οποίο έχει παραχθεί νέος Αδάμ, ο οποίος αναπλάττει τον παλαιό Αδάμ και ανακαινίζει όλον τον κόσμο· ο οποίος δεν απατάται από τον απατεώνα, αλλά τον απατά και χαρίζει την ελευθερία σε αυτούς που με απάτη υποδουλώθηκαν στην αμαρτία. Σήμερα ετοιμάστηκε στη γη παράδοξος βίβλος, που μπορεί να φέρει όχι γράμματα λόγων, αλλά τον ίδιο τον ζωντανό Λόγο απόρρητο και μάλιστα Λόγο όχι εναέριο, αλλά ουράνιο, που δεν συγκροτείται για να φθαρεί, αλλά αρπάζει από την φθορά αυτούς που Τον πλησιάζουν, που δεν γίνεται με την κίνηση ανθρωπίνης γλώσσας, αλλά γεννάται προαιώνια από τον Θεό Πατέρα.
Σήμερα παρουσιάστηκε έμψυχη και αχειροποίητη σκηνή του Θεού και λογική και πνευματική κιβωτός του «άρτου της ζωής που αποστάλθηκε σε εμάς από τους ουρανούς» [πβ. Ιω. 6, 32: «Ἀμὴν ἀμὴν λέγω ὑμῖν, οὐ Μωϋσῆς δέδωκεν ὑμῖν τὸν ἄρτον ἐκ τοῦ οὐρανοῦ, ἀλλ᾿ ὁ πατήρ μου δίδωσιν ὑμῖν τὸν ἄρτον ἐκ τοῦ οὐρανοῦ τὸν ἀληθινόν (: Αληθινά σας λέω, δεν σας έδωσε ο Μωυσής τον πραγματικό ουράνιο άρτο. Διότι εκείνο το μάννα ούτε ήταν ο αληθινός ουράνιος άρτος, ούτε δόθηκε από τον Μωυσή στους προγόνους σας. Αλλά σας τον έδωσε ο Πατέρας μου, ο Οποίος από τώρα και στο εξής εξακολουθεί να σας δίνει ανελλιπώς τον αληθινό ουράνιο άρτο)»] πραγματικά. Σήμερα κατά τον ψαλμικό στίχο: «Ἀλήθεια ἐκ τῆς γῆς ἀνέτειλε, καὶ δικαιοσύνη ἐκ τοῦ οὐρανοῦ διέκυψε (: Καταλύθηκε το ψεύδος και ο δόλος από την γη και ανεβλάστησε καρποφόρος η αλήθεια από τη γη και από τον ουρανό έσκυψε προς τα κάτω και επισκέφτηκε την γη η δικαιοσύνη και κάθε αρετή εμφανίστηκε δικαιοσύνη από τον ουρανό)» [Ψαλμ. 84, 12], η οποία εξέβαλε τον άρχοντα της αδικίας και από αυτήν την εξουσία των αδίκων, καθόσον κατακρίθηκε αδίκως και κατέκρινε δικαίως, κι έδεσε τον ισχυρό στην κακία και άρπαξε τα σκεύη του, τα μετεσκεύασε και τα κατέστησε δεκτικά θείας δικαιοσύνης. Έτσι τους μεν αιχμαλώτους της αμαρτίας τους πήρε μαζί της για να ζουν αιωνίως, αφού τους δικαίωσε με την πίστη προς Αυτόν, τον δε άρχοντα της αμαρτίας, αφού τον περιβάλει με άφευκτα δεσμά, θα τον παραδώσει σε αιώνιο και άφεγγο πυρ.
Σήμερα η προφητευμένη ράβδος εβλάστησε από την ρίζα του Ιεσσαί, από την οποία «βγήκε άνθος» [Ησ. 11, 1: «Καὶ ἐξελεύσεται ῥάβδος ἐκ τῆς ῥίζης Ἰεσσαί, καὶ ἄνθος ἐκ τῆς ῥίζης ἀναβήσεται (: Και θα φυτρώσει κλωνάρι από τον γενεαλογικό κορμό του Ιεσσαί και άνθος από το κορμό αυτόν θα αναβλαστήσει)»] που δεν δέχεται μαρασμό, αλλά και ανακαλεί την φύση μας που μαράθηκε και γι΄αυτό εξέπεσε από τον αμάραντο τόπο της τρυφής και την επαναφέρει στο ευθαλές και της χαρίζει το ευθαλές, την ανεβάζει προς τον ουρανό και την εισάγει στον παράδεισο. Είναι η ράβδος με την οποία ο μέγας Ποιμένας μετέφερε το λογικό ποίμνιο προς τις αιώνιες βοσκές· η ράβδος, στην οποία στηριγμένη η φύση μας απέθεσε την παλαιότητα και την γεροντική αδράνεια, και βαδίζει εύκολα προς τον ουρανό, αφήνοντας τη γη κάτω σ’ αυτούς που φέρονται προς τα κάτω, διότι δεν έχουν στήριγμα.
Αλλά ποιος είναι ο νέος κόσμος, ο παράξενος παράδεισος, η παράδοξη βίβλος, η πνευματική σκηνή και κιβωτός του Θεού, η αλήθεια από την γη, η πολυύμνητη ράβδος του Ιεσσαί; Είναι η πριν από τον τοκετό και μετά τον τοκετό αειπάρθενη κόρη, της οποίας την γέννηση από στείρα γυναίκα εορτάζομε σήμερα. Διαβάστε περισσότερα »
Ὅταν λοιπὸν λέμε παλαιὸ ἄνθρωπο, ἐννοοῦμε τὸν ἀρρωστημένο ἐγωκεντρισμό, ἀπὸ τὸν ὁποῖο ὅλοι μας, ἄλλος λιγότερο καὶ ἄλλος περισσότερο, πάσχουμε.
Πῶς θὰ ἀπαλλαγοῦμε ἀπὸ αὐτὴ τὴ βαριὰ πνευματικὴ ἀρρώστια ποὺ δηλητηριάζει ὅλη μας τὴν ὕπαρξη;
Στὶς μέρες μας ἀκοῦμε συχνὰ νὰ χαρακτηρίζονται κάποιοι συνάνθρωποί μας ὡς «τοξικοί». Ἂν καὶ ἐκ πρώτης ὄψεως φαίνεται ἀκριβὴς περιγραφὴ γιὰ ὅσους μᾶς δυσκολεύουν ἢ μᾶς στενοχωροῦν, κρύβει μία βαθύτερη προβληματικὴ ποὺ ἀκουμπᾶ τὰ ὅρια τῆς μαγείας καὶ τοῦ ἀποκρυφισμοῦ. Γιὰ τὸν ἄνθρωπο ποὺ δὲν γνωρίζει τὶς θεωρίες τῆς «Νέας Ἐποχῆς», ἡ σύνδεση αὐτὴ ἴσως φανεῖ ὑπερβολική. Ὅμως ἡ λογικὴ τῆς τοξικότητας βασίζεται στὴν ἰδέα ὅτι ὁ ἄλλος δὲν εἶναι ἁπλῶς δύσκολος στὸν χαρακτήρα, ἀλλὰ ἐκπέμπει μία «ἀρνητικὴ ἐνέργεια» ποὺ μᾶς δηλητηριάζει — μία ἀντίληψη ποὺ ἀναβιώνει παλιὲς προλήψεις ὅπως τὸ «κακὸ μάτι» ἢ τὴ «γρουσουζιά», ντυμένες μὲ σύγχρονο, δῆθεν ἐπιστημονικὸ μανδύα.