Ομιλία που εκφωνήθηκε στις 19/11/2009, στα πλαίσια των “ΠΡΩΤΟΚΛΗΤΕΙΩΝ 2009” και της παρουσίασης του τόμου «Συμβολή στην Αχαϊκή Ορθόδοξη Βιβλιογραφία 1690-2009» που εκδόθηκε από την Ιερά Μητρόπολη Πατρών.

Ἐπειδὴ ἡ ἀνάγνωσις ἑνὸς βιβλίου εἶναι πάντοτε μία προσωπικὴ ὑπόθεσις, ἔτσι καὶ τὸν τόμον αὐτόν, ὁποὺ σήμερα παρουσιάζεται, ὁ καθ’ ἕνας ἐξ ἡμῶν ἠμπορεῖ νὰ τὸν προσεγγίσῃ ἀπὸ τὴν ἰδικήν του σκοπιάν. Ὅσον καὶ ἂν τὸ θέμα του εἶναι συγκεκριμένον, περιωρισμένον δηλαδὴ εἰς τὸν θρησκευτικὸν τομέα καὶ ἐντὸς τοῦ χώρου τῆς κατὰ τὰ σύγχρονα δεδομένα θεωρουμένης περιοχῆς τῆς Ἀχαΐας, ἐν τούτοις ἐκτείνεται εἰς διαφόρους κλάδους, ἐφ’ ὅσον τὰ θρησκευτικὰ ἐνδιαφέροντα, ἔστω καὶ ὑπὸ τὸ πρίσμα τῆς Ὀρθοδοξίας, ἐκτείνονται εἰς μίαν εὐρυτάτην κλίμακα. Καθ’ ἕνας ἐξ αὐτῶν τῶν κλάδων ἀπαιτεῖ μίαν ἰδιαιτέραν ἐξέτασιν καὶ παρουσίασιν ὑπὸ κάποιου, ὁ ὁποῖος διαθέτει εἰδικὲς γνώσεις, ἀντίστοιχες πρὸς τὸν κλάδον ποὺ παρουσιάζεται. Ἐγώ, ὡς μὴ εἰδικός, ἐπροτίμησα νὰ ἐπικεντρώσω τὸ ἐνδιαφέρον μου εἰς τὰ θρησκευτικὰ ἔντυπα ἠθοπλαστικοῦ καὶ ἐποικοδομητικοῦ χαρακτῆρος.
Τὰ ἀχαϊκὰ θρησκευτικο-ἠθοπλαστικὰ ἔντυπα καταλαμβάνουν περίπου τὸ 1/3 τοῦ παρόντος τόμου. Ἐμφανῶς ὑστεροῦν τῶν ἐπιστημονικοῦ χαρακτῆρος θρησκευτικῶν ἐντύπων τῆς Ἀχαΐας, τόσον εἰς ἀριθμόν, ὅσον καὶ εἰς αἴγλην. Οἱ συγγραφεῖς αὐτῶν, τὶς περισσότερες φορές, δὲν περιβάλλονται τὸ κῦρος καὶ τὴν αὐθεντίαν ἐκείνων, ὁποὺ ἔγραψαν ἐπιστημονικῶς, κατὰ κανόνα δὲ ἀπευθύνονται εἰς τοὺς ἁπλοὺς χριστιανούς, οἱ ὁποῖοι συχνάζουν εἰς τὶς ἐκκλησίες καὶ εἰς τὰ καθιερωμένα διὰ τὴν πόλιν τῶν Πατρῶν ἑσπερινὰ κηρύγματα. Ὅμως ὑπερτεροῦν κατὰ πολὺ εἰς τὸν ἀριθμὸν τῶν ἐκδόσεων, λόγῳ τῆς εὐρυτάτης κοινωνικῆς ἀποδοχῆς των, γι’ αὐτὸ διεδραμάτισαν ἕνα πολὺ σημαντικὸν ρόλον εἰς τὴν συγκρότησιν τῆς τοπικῆς κοινωνίας καὶ τῶν δύο μητροπολιτικῶν ἑδρῶν τῆς Ἀχαΐας. Ἀπὸ τῆς πλευρᾶς αὐτῆς ὑπερβαίνουν τὴν αἴγλην τῶν ἐπιστημονικῶν θρησκευτικῶν ἐντύπων, γι’ αὐτὸ καὶ κάποιοι διαπρεπεῖς Ἀχαιοὶ πανεπιστημιακοὶ διδάσκαλοι δὲν ἐδίστασαν νὰ ἐπιδοθοῦν εἰς τὴν ἔκδοσιν ἐκλαϊκευτικῶν ἔργων, διὰ τῶν ὁποίων ἔγιναν κυρίως γνωστοὶ εἰς τὸν πατραϊκὸν κόσμον.
Ἡ πόλις τῶν Πατρῶν, ἂν καὶ δὲν ἐφημίζετο διὰ τὰ πνευματικά της ἐνδιαφέροντα κατὰ τὴν διάρκειαν τῆς Τουρκοκρατίας καὶ τῆς Ἑνετοκρατίας, ὅμως, εὐθὺς μετὰ τὴν ἵδρυσιν τοῦ νεοελληνικοῦ κράτους, ἐπέδειξεν ἰδιαίτερον πνευματικὸν ἐνδιαφέρον. Ἡ πόλις αὐτή, ἡ πύλη τῆς δυτικῆς Εὐρώπης εἰς τὸν ἑλληνικὸν χῶρον, εὐθὺς μετὰ τὴν πολιτιστικήν της ἄνοδον, παρουσίασε ζωηρὰν πνευματικὴν καὶ θρησκευτικὴν κίνησιν. Τὸ ἔναυσμα τῆς προσπαθείας πρὸς ἀναζωπύρωσιν τῆς θρησκευτικότητος τῆς Ἀχαΐας δὲν προέρχεται ἐκ τῶν Πατρῶν, ἀλλὰ ἀπὸ τὴν περίλαμπρον ἀχαϊκὴν Μονὴν τοῦ Μεγάλου Σπηλαίου. Εἰς τὸ μοναστήριον αὐτό, ὅπως φαίνεται καὶ ἀπὸ τὸν παρουσιαζόμενον τόμον, παρὰ τὶς πικρόχολες ἀπαξιωτικὲς κριτικὲς κάποιων ξένων περιηγητῶν, διετηρήθη, ἔστω καὶ ὑποτυπωδῶς, ἡ ἔννοια τῆς παιδείας καὶ τῆς θρησκευτικῆς ἀγωγῆς, δι’ αὐτὸ καὶ οἱ πατέρες τῆς μονῆς εἶχαν ἀρκετὲς προϋποθέσεις διὰ νὰ μεταδώσουν ἕνα ὅραμα πνευματικῆς ζωῆς εἰς τοὺς προσερχομένους νὰ μονάσουν ἐκεῖ.
Ἕνας ἐξ αὐτῶν ἦταν καὶ ὁ ἱερομόναχος Ἰγνάτιος Λαμπρόπουλος (1814-1869). Αὐτὸς ἐγνώριζεν ὀλίγα γράμματα, ἤκουσεν ὡς καλοπροαίρετος τὶς συμβουλὲς τῶν γερόντων τοῦ μοναστηρίου καὶ ἐμελέτησεν εἰς τὴν τότε σημαντικὴν βιβλιοθήκην τῆς Μονῆς, ὅπου καὶ ὁ ἅγιος Μακάριος ὁ Νοταρᾶς (περὶ τὸ 1760) ἄρχισε τὴν συλλογὴν τῶν νηπτικῶν κειμένων, ἡ ὁποία ὡδήγησεν ἀργότερα εἰς τὴν σύνταξιν ὑπὸ τοῦ Ἁγίου Νικοδήμου τοῦ Ἁγιορείτου τῆς περιφήμου Φιλοκαλίας. Ὅμως, οἱ προϋποθέσεις τοῦ Ἰγνατίου δὲν ἦσαν ἐκεῖνες τοῦ ἁγίου Μακαρίου. Τὸ μοναστήριον εἶχεν ἐμπλακῆ πλέον εἰς τὰ ἐφήμερα, εἰς τὴν καθημερινότητα τῆς ἀναδυομένης νεοελληνικῆς κοινωνίας, εἰς «τὰς ραθυμοτόκους μερίμνας» τοῦ αἰῶνος τούτου. Οἱ μοναχοὶ εἶχαν λησμονήσει τὸν προφήτην Ἡσαΐαν καὶ εἶχαν μάθει «πολεμεῖν»[1]. Ὄχι μόνον δὲν ἠσχολοῦντο πολὺ μὲ τὴν κάθαρσιν τῆς καρδίας, ἀλλὰ ἐνδιεφέροντο κυρίως διὰ τὴν καταπολέμησιν τῶν ἐχθρῶν τῆς πίστεως καὶ τῆς πατρίδος, εἴτε αὐτοὶ ἦσαν οἱ πρὸ ὀλίγου ἐκδιωχθέντες Τοῦρκοι, εἴτε τὰ συνεχῶς αὐξανόμενα τότε ζιζάνια τῆς νεοελληνικῆς κοινωνίας.
Ἔτσι, παρὰ τὴν ὁμολογουμένην ἀκεραιότητα τοῦ χαρακτῆρος του, ἡ διδασκαλία τοῦ ἱερομονάχου Ἰγνατίου προσέλαβε καὶ κοσμικὰ στοιχεῖα, ἰδίως μετὰ τὴν γνωριμίαν του μετὰ τοῦ Κοσμᾶ Φλαμιάτου καὶ τοῦ «Παπουλάκου» δηλαδὴ τοῦ Χριστοφόρου Παναγιωτοπούλου. Οἱ δύο αὐτοί, εἶχαν μὲν ζῆλον, ἀλλ’ οὐ κατ’ ἐπίγνωσιν κάποιες φορές· περισσότερον ὅμως, ἀγνοοῦσαν τὸν τρόπον τῆς ἐν Χριστῷ ζωῆς. Ἐξαρτοῦσαν πολὺ τὴν ζωὴν τοῦ χριστιανοῦ ἀπὸ τὶς ἐξωτερικὲς ἐκδηλώσεις του κυρίως, ἐπιζητοῦσαν μονομερῶς τὴν ἀτομικὴν ἠθικὴν κάθαρσιν καὶ ἐκτιμοῦσαν ἰδιαιτέρως τὸν θρησκευτικὸν ἀκτιβισμόν. Ὁ ἱερομόναχος Ἰγνάτιος, παρὰ τὶς δυσμενεῖς προϋποθέσεις ὁποὺ εἶχε συναντήσει, ἔμαθεν εἰς τὸ Μέγα Σπήλαιον τί σημαίνει ταπείνωσις, ἀνοχή, ὑπομονή, μετάνοια, ἐκζήτησις τοῦ ἐλέους τοῦ Θεοῦ, ἔμαθε νὰ ἀφομοιώνῃ δοξολογικῶς τὴν ἀνάγνωσιν τοῦ ἁγιογραφικοῦ κειμένου. Ὅμως, εἰς τὴν πορείαν του δὲν ἔμεινε μόνον εἰς αὐτά. Προσέλαβε στοιχεῖα τοῦ «ἀκτιβιστικοῦ» πνεύματος, ὁποὺ ἐγοήτευε τοὺς νεοέλληνας τῆς ἐποχῆς του, κάτι τὸ ὁποῖον μετέδωσε καὶ εἰς τοὺς ἀφοσιωμένους εἰς αὐτὸν μαθητάς του.
Ὁ ἱερομόναχος Ἰγνάτιος ὁ Μεγαλοσπηλαιώτης δὲν ἔδρασε μόνον ἐντὸς τῶν τειχῶν τοῦ μοναστηρίου του. Δύο φορὲς περιῆλθε τὴν Πελοπόννησον κηρύττων καὶ ἐξομολογῶν, ἐνῶ ἐπ’ ὀλίγον διέμεινε καὶ εἰς τὴν πόλιν τῶν Πατρῶν. Ἐδῶ, ἐπεδίωξε καὶ κατώρθωσε νὰ συναντηθῇ καὶ νὰ συνομιλήσῃ μετὰ τοῦ Ἀποστόλου Μακράκη, γνωστοῦ διὰ τὶς θεολογικές του ἑτεροδιδασκαλίες, ὁ ὁποῖος «εἰς Πάτρας εἶχε τοὺς περισσοτέρους καὶ φανατικωτέρους ὀπαδούς»[2], κατὰ τὸν Κωνσταντῖνον Τριανταφύλλου. Εἰς τὴν πόλιν τῶν Πατρῶν λοιπὸν ἔδρασαν κυρίως οἱ κατὰ κόσμον συμπατριῶται τοῦ Ἰγνατίου (ὡς γεννηθέντες εἰς τὴν Γορτυνίαν) καὶ συμμονασταί του (ὡς προερχόμενοι ἀπὸ τὴν Μονὴν τοῦ Μεγάλου Σπηλαίου) μαθηταί του Ἱερόθεος Μητρόπουλος, Εὐσέβιος Ματθόπουλος, Ἠλίας Βλαχόπουλος καὶ ἄλλοι. Οἱ σεβάσμιοι αὐτοὶ κληρικοί, μὲ τὸν ἀκέραιον χαρακτῆρα, τὸν φλογερὸν ζῆλον καὶ τὶς σπάνιες διὰ τὴν ἐποχήν τους γνώσεις, οἱ ὁποῖοι κυρίως, νομίζω, καθιέρωσαν εἰς τὴν πόλιν αὐτὴν τὸν θεσμὸν τῶν ἐν τῷ κόσμῳ ἀγάμων κληρικῶν, μεταφέρουν τὸ πνεῦμα τοῦ Ἰγνατίου Λαμπροπούλου, ὁποὺ ἐκφράζεται κυρίως διὰ τῆς συγγραφῆς καὶ ἐκφωνήσεως ἁπλῶν ἠθοπλαστικῶν κηρυγμάτων, εἰς τὰ ὁποῖα συνεδυάζετο καὶ ἀναμειγνύετο ἡ εὐσέβεια καὶ ὁ ὀρθολογισμός.
Τὰ ἔντυπα, ὁποὺ ἐκυκλοφόρησαν οἱ διακεκριμένοι αὐτοὶ κληρικοί, ἐνεφανίζοντο ἀνεξάρτητα ἀπὸ τὴν μέχρι τότε γνωστὴν ἐκκλησιαστικὴν εὐσέβειαν, ἐκσυγχρονισμένα, ἀνταποκρινόμενα πρὸς τὶς παγκόσμιες ἀντιλήψεις τῆς ἐποχῆς, κατάλληλα κυρίως διὰ τοὺς ἁπλοϊκοὺς κατοίκους ἑνὸς κοσμοπολιτικοῦ ἄστεως, οἱ ὁποῖοι ἤθελαν μὲν νὰ διατηρήσουν τὴν παράδοσίν τους, ἀλλὰ αἰσθάνοντο ἐντροπὴν νὰ ὁμολογοῦν μίαν πίστιν, τὴν ὁποίαν ἐχλεύαζαν οἱ μορφωμένοι συμπολῖται των, οἱ ἐπικοινωνοῦντες μετὰ τῶν ξένων ἐμπορικῶν ἀντιπροσώπων τοῦ μεγάλου λιμένος τῶν Πατρῶν, καὶ οἱ φωτισμένοι λαοὶ τῆς Δύσεως. Τὰ ἔντυπα λοιπὸν αὐτὰ ἀπέβλεπαν κυρίως εἰς τὴν ἠθικὴν βελτίωσιν τοῦ ἀνθρώπου διὰ μιᾶς «αὐτάρκους» ὑποταγῆς του εἰς τὸν νόμον τοῦ Θεοῦ. Τὸ αἴτημα τοῦτο καὶ κατεπεῖγον ἦταν, λόγῳ τῆς διαφθορᾶς τῆς τότε κοινωνίας, ἀλλὰ καὶ συμβατὸν πρὸς τοὺς σκοποὺς τοῦ κράτους καὶ τῆς ἀνωτέρας ἑλληνικῆς κοινωνίας, ἡ ὁποία ἦταν ἰδιαιτέρως γαλουχημένη ὑπὸ τῶν ἀρχῶν τοῦ Διαφωτισμοῦ.
Ἡ ἠθικὴ πάντως τῶν βιβλίων αὐτῶν εὑρίσκεται εἰς ἐπίπεδον θαυμαστῶς ὑψηλόν· οἱ ἀκέραιοι ἐκεῖνοι συγγραφεῖς δὲν διενοοῦντο νὰ χαράξουν λόγους κνήθοντας τὴν ἀκοὴν τῶν ἀναγνωστῶν τους. Κάποιες φορὲς ἦσαν ἄτεγκτοι, ἀπόλυτοι, καὶ εἶχαν τὸ θάρρος τῆς γνώμης των ἀκόμη καὶ ἐνώπιον τῶν προϊσταμένων τους· ἀπ’ αὐτῆς τῆς ἀπόψεως εἶναι ὑποδειγματικοὶ καὶ διὰ τοὺς συγχρόνους συγγραφεῖς θρησκευτικο-ἠθοπλαστικῶν ἐντύπων, ὅπου κάποτε ἡ ἐκλαΐκευσις ἐκλαμβάνεται ὡς ὑποχώρησις τῶν ἠθικῶν ἀρχῶν ἔναντι τῆς συγχρόνου κοινῆς γνώμης.
Ὅμως, οἱ συγγραφεῖς αὐτοὶ ἀφ’ ἑνὸς μὲν διέσπαζον, διεμέλιζον τὴν ὁργανικὴν ἑνότητα μεταξὺ τῶν ἠθικῶν ἀρχῶν καὶ τῶν δογματικῶν ἀληθειῶν τῆς Ἐκκλησίας. Ἔτσι, κατ’ αὐτούς, ἡ θεολογία ἦταν ἁπλῶς μία θεωρία καὶ ὄχι ἡ πνευματικὴ μήτρα τῆς ζωῆς. Ἀφ’ ἑτέρου δέ, ἑστίαζον τὴν δικαίωσιν τῆς ὑπ’ αὐτῶν κηρυττομένης ἠθικῆς εἰς τὸν ὀρθὸν λόγον, εἰς τὰ ἐπιστημονικὰ ἐπιτεύγματα τῆς ἀνθρωπότητος, εἰς τὶς γνῶμες καὶ τὰ ἀποφθέγματα τῶν μεγάλων ἀνδρῶν τῆς ἱστορίας, συμπεριλαμβανομένων εἰς αὐτοὺς καὶ τῶν συγγραφέων τῶν Ἁγιογραφικῶν κειμένων μετὰ τῶν Πατέρων τῆς Ἐκκλησίας, εἰς τοὺς ὁποίους ὅμως ἐκτιμοῦσαν ἰδιαιτέρως τὴν γνῶσιν τῆς ἀρχαιοελληνικῆς σοφίας. Κατ’ αὐτούς, ἡ γνῶσις, ἡ διανόησις εἶναι καθοριστικὴ πρὸς ἐκτίμησιν τῆς πνευματικῆς ἀξίας ἑνὸς ἀνθρώπου. Χαρακτηριστικὴ εἶναι ἡ ἄποψις τοῦ Μητροπολίτου Πατρῶν Ἱεροθέου Μητροπούλου διὰ τοὺς μοναχοὺς τῆς Λογγοβάρδας, τοὺς ὁποίους ἐξετίμα ἰδιαιτέρως : «Θὰ ἦσαν ἐπίγειοι ἄγγελοι, ἔλεγε, ἂν διέθεταν κάποιαν μόρφωσιν…» (!). Αὐτὴ ἡ σταθερὰ πεποίθησις τοῦ τότε Μητροπολίτου Πατρῶν τὸν ὡδήγησεν εἰς εὐθεῖαν ρῆξιν πρὸς τὸν μακαριστὸν Γέροντα Δανιὴλ Κατουνακιώτη[3], ἐνῶ ἀντιθέτως, ἀπολύτως σύμφωνος πρὸς τὶς ἀντιλήψεις τοῦ Ἁγιορείτου αὐτοῦ ἡσυχαστοῦ ἦταν ὁ ἅγιος Νεκτάριος, Μητροπολίτης Πενταπόλεως[4].
Οἱ κατὰ πάντα σεβαστοὶ αὐτοὶ θρησκευτικοὶ συγγραφεῖς τῆς Ἀχαΐας, ἐδέχθησαν κατὰ καιροὺς ποικίλες κριτικές. Κάποιοι τοὺς ἐχαρακτήρισαν ὡς «προτεσταντίζοντας»· νομίζω ὅτι ὁ χαρακτηρισμὸς αὐτὸς εἶναι ἄδικος. Οἱ ἴδιοι εἶχαν τὴν συνείδησιν ὅτι ἦσαν ὀρθόδοξοι, καὶ τὰ βιβλία τους τὰ συνέγραφαν μὲ τὴν πρόθεσι νὰ εἶναι σύμφωνα πρὸς τὴν διδασκαλία τῆς Ἐκκλησίας. Ἄλλοι τοὺς ἐχαρακτήρισαν ὡς «παραφυάδες τῶν Κολλυβάδων»[5], δηλαδὴ τῶν μακαρίων ἡσυχαστῶν πατέρων τοῦ ΙΗ΄ αἰῶνος. Παρ’ ὅλην τὴν ἐκτίμησιν καὶ τὸν σεβασμόν μου πρὸς τὸν διαπρεπῆ κληρικὸν – συγγραφέα, ποὺ τοὺς ἀπέδωκε τὸν χαρακτηρισμὸν τοῦτον, δὲν ἠμπορῶ νὰ συμφωνήσω μαζί του, ἐκτὸς ἐὰν τεθῇ μία οὐσιαστικὴ προϋπόθεσις : ἡ διάκρισις δηλαδὴ δύο διαφορετικῶν ρευμάτων εἰς τοὺς κόλπους τῶν Κολλυβάδων.
Οἱ ἡσυχασταὶ τοῦ ΙΔ΄ αἰῶνος, ὅπως καὶ οἱ ἀναβιώσαντες αὐτοὺς μακάριοι Κολλυβάδες τοῦ ΙΗ΄ αἰῶνος, διακρίνονται εἰς δύο μέρη : εἶναι ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ἐπιζητοῦν τὴν μετὰ τοῦ Θεοῦ ἕνωσιν διὰ τῆς νήψεως, δηλαδὴ τῆς ἀσκήσεως («νηστεία, ἀγρυπνία, προσευχή») καὶ τῆς καθάρσεως τῆς καρδίας. Εἰς αὐτοὺς ἀνήκουν οἱ ἅγιοι Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς, Γρηγόριος ὁ Σιναΐτης, Φιλόθεος ὁ Κόκκινος καὶ ἄλλοι ἐκ τοῦ ΙΔ΄ αἰῶνος, ὅπως καὶ οἱ ἅγιοι Νικόδημος ὁ Ἁγιορείτης, Μακάριος Μητροπολίτης Κορίνθου, καὶ ἄλλοι ἐκ τοῦ ΙΗ΄ αἰῶνος. Ὁ βίος καὶ ἡ διδασκαλία τῆς χορείας τῶν Ἁγίων αὐτῶν εἶναι ἀκύρωσις τοῦ Διαφωτισμοῦ, ράπισμα κατὰ τοῦ ὀρθολογισμοῦ, ἀδιαφιλονίκητος ἀποδοχὴ τῆς μοναδικότητος τῆς αὐθεντίας τοῦ Θεοῦ, ὅρος Ὀρθοδοξίας.
Εἰς τὴν ἄλλην πλευρὰν ἀνήκουν ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ἀναγνωρίζουν μὲν τὴν ἀξίαν τοῦ ἡσυχασμοῦ καὶ τῶν μεθόδων αὐτοῦ, τὴν ἀξίαν τῆς φιλοκαλικῆς ἀναγεννήσεως καὶ τῆς πληρότητος τῶν καρπῶν αὐτῆς, ἀλλὰ προσπαθοῦν νὰ ὁδηγηθοῦν εἰς τὴν προσέγγισιν τοῦ Θεοῦ ὄχι διὰ καταδύσεως εἰς τὸν ᾅδην τῆς προσωπικῆς των μηδαμινότητος καὶ πνευματικῆς πτωχείας, ἀλλὰ διὰ τοῦ συνδυασμοῦ τῶν ἀρχῶν τῆς ἱερᾶς ἡσυχίας μετὰ τῶν ἀρχῶν τοῦ Οὑμανισμοῦ. Εἰς αὐτοὺς ἀνήκουν ὁ Ἰωάννης ὁ Καντακουζηνός, ὁ Θεοφάνης Νικαίας, ὁ Καβάσιλας (εἰς τὴν ἀρχὴν τοῦ βίου του), καὶ ἄλλοι ἐκ τοῦ ΙΔ΄ αἰῶνος, ὅπως καὶ ὁ Εὐγένιος Βούλγαρις, ὁ Διονύσιος Ἐπιφανειάδης, καὶ πολλοὶ ἐκ τῶν μεγάλων διδασκάλων τοῦ Γένους μας κατὰ τὰ τελευταῖα ἔτη τῆς Τουρκοκρατίας.
Εἰς αὐτοὺς τοὺς τελευταίους ἐντάσσονται, νομίζω, καὶ οἱ περισσότεροι τῶν θρησκευτικῶν συγγραφέων τῆς Ἀχαΐας, κατὰ τὸν ΙΘ΄ καὶ τὸν Κ΄ αἰῶνα. Βεβαίως, ἡ κρίσις αὐτὴ προκύπτει ἀπὸ μίαν ἀνεπαρκῆ ἐξέτασιν τῶν ὁλίγων βιβλίων, τὰ ὁποῖα ἦταν δυνατὸν νὰ γνωρίζωμεν μέχρι τώρα ὅτι ἐγράφησαν ἢ ἐξεδόθησαν εἰς τὴν περιοχήν μας. Ὅμως, διὰ τοῦ τόμου, ὁ ὁποῖος παρουσιάζεται σήμερον, ἔχομεν ἤδη ἕνα πανόραμα, ἕνα πλήρη κατάλογον τῶν θρησκευτικῶν ἐκδόσεων τῆς Ἀχαΐας. Καὶ ὁ ἀριθμὸς τῶν βιβλίων αὐτῶν εἶναι ὄντως μέγας, διὰ τὸν λόγον ὅτι καὶ ἡ θρησκευτικὴ κίνησις τῆς περιοχῆς ἦταν μεγάλη.
Ἰδιαιτέρως δὲ εἰς τὴν Πάτραν ἐδημιουργήθη μία θρησκευτικὴ πνευματικὴ κίνησις σπουδαία καὶ δυναμική, σημαντικωτέρα καὶ πλέον ἀποτελεσματικὴ ἐκείνης ὁποὺ διέθεταν τότε ἄλλες ἑλληνικὲς πόλεις, ὅπως σχετικῶς γράφει καὶ ὁ κ. Ἰωάννης Ἀθανασόπουλος[6]. Μία κίνησις ἡ ὁποία ἀποτελεῖ ἔκφρασιν ὄχι μόνον τῶν στενῶν ὁρίων τῆς πόλεως αὐτῆς, οὐδὲ μόνον τοῦ νομοῦ τῆς Ἀχαΐας, ἀλλὰ σχεδὸν ὁλοκλήρου τῆς Πελοποννήσου, ἐκ τῆς ὁποίας καὶ προῆλθαν «αὐτοὶ ποὺ ἄνοιξαν τὸν δρόμον»[7], καὶ τῶν ὁποίων ὁ παρουσιαζόμενος τόμος ἐκθέτει τὴν πλήρη ἐργογραφίαν. Ἐπὶ παραδείγματι, «εἶναι ἀξιοσημείωτον, ὅπως γράφει καὶ ὁ κ. Χρῆστος Μούλιας, ὅτι οἱ περισσότερες διαμαρτυρίες καὶ ψηφίσματα (κατὰ τοῦ ἐκδοθέντος, τὸ 1934 ἐν Ἀθήναις, Συμποσίου τοῦ Πλάτωνος) προήρχοντο ἀπὸ τὴν Πάτρα…»[8].
Διὰ τῆς Ἀχαϊκῆς Βιβλιογραφίας λοιπὸν παρέχεται ἡ δυνατότης διὰ μίαν πλέον ὁλοκληρωμένην μελέτην τῶν θρησκευτικῶν συγγραφέων, καὶ διὰ μίαν πληρεστέραν εἰκόνα τοῦ χαρακτῆρος τῶν θρησκευτικο-ἠθοπλαστικῶν βιβλίων τῶν Πατρῶν καὶ τῆς Ἀχαΐας γενικῶς. Ἡ μελέτη αὐτὴ θὰ ἑρμηνεύσῃ τὰ ἰδιάζοντα χαρακτηριστικὰ τῆς πίστεως καὶ τῆς εὐσεβείας τοῦ τόπου μας, θὰ ἐξηγήσῃ τὴν θρησκευτικὴν «ἀκτιβιστικὴν» προτίμησιν τῶν κατοίκων τῆς περιοχῆς καὶ τὴν ἀντίστοιχον δυσκολίαν τους νὰ κατανοήσουν τὴν σημασίαν τῆς καθάρσεως τοῦ νοός, δηλαδὴ τοῦ «ὀφθαλμοῦ τῆς ψυχῆς», βάσει μιᾶς βραδείας διαδικασίας ἡσυχαστικῆς νήψεως καὶ ἀσκητικῆς καθάρσεως, καὶ γενικῶς θὰ βοηθήσῃ εἰς τὸν προσδιορισμὸν τῆς ταυτότητος τῆς θρησκευτικῆς ζωῆς τῶν Πατρῶν καὶ τῆς Ἀχαΐας, δίδοντας πιθανὲς ἐξηγήσεις διὰ τὴν σημερινὴν κατάστασιν τῆς ἀποστασίας.
Ἡ Ἱερὰ Μητρόπολις τῶν Πατρῶν, διὰ τοῦ παρόντος τόμου, σπεύδει λοιπὸν νὰ μᾶς προσφέρῃ γνώσεις χρησίμους διὰ τὸν τόπον μας, σπεύδει δηλαδὴ νὰ μᾶς προσφέρῃ ἕνα «ἄλγημα»[9], τουτέστιν ὅσους πόνους καὶ κόπους θὰ ἀπαιτήσῃ μία εὐρυτέρα ἐξέτασις τοῦ θέματός μας ὑπὸ τὶς προϋποθέσεις τῶν νέων δεδομένων τῆς Ἀχαϊκῆς Ὀρθοδόξου Βιβλιογραφίας· τὴν εὐχαριστοῦμε.
______________________
[1] Πρβλ.: «…Ἐκ γὰρ Σιων ἐξελεύσεται νόμος καὶ λόγος Κυρίου ἐξ Ἱερουσαλήμ … καὶ οὐ μὴ μάθωσιν ἔτι πολεμεῖν…» (Ἠσ. β΄, 3-4).
[2] Πρβλ.: Κωνσταντίνου Τριανταφύλλου, Ἱστορικὸν λεξικὸν τῶν Πατρῶν, τ. Β΄, Πάτραι 1995, σ. 1215.
[3] Πρβλ. : Γέροντος Δανιηλ Κατουνακιωτου, Μοναχικὰ ἐντρυφήματα, ἐκδ. Μοναστικῆς Ἀδελφότητος Δανιηλαίων, Ἅγιον Ὄρος – Θεσσαλονίκη, 1982, σ. 71-80.
[4] Πρβλ.: Δύο μεγάλες μορφὲς τοῦ αἰῶνος μας. Ἀναφορὰ στὴν ἀλληλογραφία τους, ἐκδ. Ἱεροῦ Ἡσυχαστηρίου Μοναστικῆς Ἀδελφότητος Δανιηλαίων, Ἅγιον Ὄρος, 1997.
[5] Πρβλ. : Ἀρχιμ. Ἠλία Μαστρογιαννοπουλου, Ἀναγεννητικὸ κίνημα – Παραφυάδες τῶν Κολλυβάδων, ἐκδ. «Ζωή», Ἀθῆναι 1986.
[6] Πρβλ.: Ἰωάννου Ἀθανασοπούλου, Ὁ θρησκευτικὸς βίος τῶν Πατρῶν κατὰ τὸν ΙΘ΄ καὶ Κ΄ αἰῶνα, Πάτραι 2006.
[7] Πρβλ.: Ἀθανασιου Κοτταδάκη, Αὐτοὶ ποὺ ἄνοιξαν τὸν δρόμο, ἐκδ. «Τῆνος», Ἀθῆναι 1976.
[8] Πρβλ.: Χρήστου Μούλια, Ἱστορικὰ σημειώματα, τ. Α΄, ἐκδ. «Περὶ τεχνῶν», Πάτρα 2007, σ. 217.
[9] Πρβλ.: «…Ὁ προστιθεὶς γνῶσιν προσθήσει ἄλγημα…» (Ἐκκλ. α΄, 18).



Posted in
Tags: 



