Χρήστος Γιανναράς: «Δεν σκέφτεται τι ψυχή θα παραδώσει; Δεν φοβάται Θεό;» (Βαγγέλης Στεργιόπουλος)

(7 άτομα το έχουν διαβάσει)

Η παράδοξη αλφαβήτα της στέρεης γνώσης

Αγαπημένη μας συνήθεια —θα το έχουν πιθανότατα αντιληφθεί όσοι και όσες μας τιμούν σταθερά με την προσοχή τους— η σημασιολογική συσχέτιση των άρθρων μας, η αναζήτηση της κοινής κατά το μάλλον ή ήττον ταυτότητας των συντακτών τους, των συγγενών θέσεων, αρχών και αγωνιών τους.

Μια τέτοια ουσιαστική σύνδεση, σύνδεση από απόψεως νοημάτων και ύψους των συλλογισμών, υπάρχει —μέσα από τη δική μας τουλάχιστον οπτική— μεταξύ του κειμένου του Ευάγγελου Παπανούτσου για την αλλοτρίωση, που χρονολογείται στο 1959 και αναδημοσιεύτηκε νωρίτερα σήμερα, και ενός έξοχου άρθρου του αειμνήστου Χρήστου Γιανναρά, που έφερε τον τίτλο «Βίος α-νόητος» και είχε δημοσιευτεί στην ίδια εφημερίδα, «Το Βήμα», αρκετά χρόνια αργότερα, το 1985 (πιο συγκεκριμένα, στις 26 Ιουλίου).

«ΤΟ ΒΗΜΑ», 26.7.1985, Ιστορικό Αρχείο «ΤΟ ΒΗΜΑ» & «ΤΑ ΝΕΑ»

Ιδού όσα έγραφε o Γιανναράς, ο τότε καθηγητής της Φιλοσοφίας στην Πάντειο:

Φεύγοντας από την πόλη τώρα το καλοκαίρι έχεις κάποιες πιθανότητες να συναντήσεις εκείνο το σπάνιο πια είδος των ανθρώπων που εξακολουθούν να σώζουν μια στέρεη γνώση των πραγμάτων. Θα σου πουν κοφτά, δίχως περιφράσεις και υποθετικά σχήματα, ότι ο αέρας που φυσάει είναι πουνέντες, ότι το ψάρι που τρως είναι μανάλι, ότι το φίδι που χώθηκε στις πέτρες ήταν κονάκι. Δεν έχουν πολλά λόγια, μα κάθε τους λέξη έχει πραγματικό αντίκρυσμα. Η καλημέρα τους είναι ευχή και το χαμόγελο φωτίζει πρώτα το βλέμμα τους, δίχως να περνάει μηχανικά μόνο στα χείλη.

Σε μια παρέα τέτοιων ανθρώπων, στο βραδινό καφενεδάκι άκρη στη θάλασσα, μου απευθύνθηκε ένα ερώτημα, το πιο σημαντικό που εγώ άκουσα τους τελευταίους μήνες. Δεν έχω το χάρισμα να το μεταφέρω ατόφιο, με τις ίδιες τις λέξεις που αρθρώθηκε — έχω μάθει να συγκρατώ μόνο τις έννοιες, κι αυτή είναι μια πτυχή της διαφθοράς μου. Έλεγε λοιπόν το ερώτημα: Ποιος λόγος υπάρχει σήμερα για να είναι ειλικρινής και όχι απατεώνας ένας πολιτικός, για να είναι τίμιος και όχι κλέφτης ένας επιχειρηματίας ή έμπορας, για να υπηρετεί τις ανάγκες του πολίτη ένας υπάλληλος; Τι μπορεί να παρακινήσει τον άνθρωπο σήμερα να είναι εργατικός, δημιουργικός, ανιδιοτελής, δίκαιος, θυσιαστικός στην αυταπάρνησή του για χάρη των άλλων; Ποια ηθική ή ποια λογική θα τον στηρίξουν σε μια τέτοια στάση ή προσπάθεια;

Ο τονισμός τού σήμερα δήλωνε αντιδιαστολή προς κάποιο παρελθόν — ούτε ρομαντικό, ούτε εξιδανικευμένο. Απλώς σε ένα παρελθόν που το προλάβαμε οι περισσότεροι, κι όπου οι άνθρωποι είχαν στον καθημερινό τους βίο κάποιον άξονα αναφοράς να αιτιολογεί και να νοηματοδοτεί τις πράξεις τους. Για τον ψεύτη πολιτικό, για τον καταχραστή δημόσιο λειτουργό, για τον εκμεταλλευτή επιχειρηματία οι άνθρωποι ρωτάγανε: «Δεν σκέφτεται τι ψυχή θα παραδώσει; Δεν φοβάται Θεό;»

Δηλαδή η κοινωνική λειτουργικότητα στηριζότανε σε παραμύθια, θα παρατηρήσει ο φωταδιστής εκπρόσωπος των «προοδευτικών» σήμερα ιδεολογιών μας. Μα δεν θα αφεθώ σε κουβέντα μαζί του για το τι είναι πραγματικό και τι παραμύθι, και γιατί το τραπέζι, που τα τέσσερα πόδια του πατάνε στη γη, είναι πιο πραγματικό από την υπεραισθητή ανταλλακτική του αξία — που ρωτούσε κι ο Μαρξ. Ή —στη γλώσσα που καταλαβαίνει ο φωταδιστής— με ποια κριτήρια ο κόσμος της ύλης – ενέργειας που διέπεται από την απροσδιοριστία (έτσι όπως αυτή απορρέει από την εφαρμογή του νόμου των πιθανοτήτων σε κβαντικό επίπεδο) είναι πιο πραγματικός από τον ανυπότακτο σε κάθε νόημα «πυρήνα» της συνειδητής υποκειμενικότητας.

Στο θαλασσινό καφενεδάκι, όποιος ξέρει να ξεχωρίζει τον πουνέντε από την όστρια και το μανάλι από τον ξιφιό, ξέρει να ξεχωρίζει και την ψυχή όχι από το σώμα (όπως οι μουχλιασμένοι ιδεαλιστές), αλλά από την άψυχη σάρκα του αποκτηνωμένου μεγαλουπολίτη στο διπλανό τραπεζάκι. Του ανθρώπου που πλεονάζει πια στον τόπο, και που δεν έχει να αντισταθεί σε τίποτα, δεν έχει τίποτα να υπερασπίσει έξω από το πλαδαρό του εγώ. Όλα  —πολιτικές πεποιθήσεις, ιδεολογικές απόψεις, εγκυκλοπαιδικές γνώσεις, ακόμα και ρομαντικές αναμνήσεις— όλα είναι ταυτισμένα με το υπερευχαριστημένο εγώ του, με τα προγούλια του και τις ξεχειλωμένες κοιλιές του, με την επίδειξη της μικρονοϊκής σαχλαμάρας που αντιγράφει από την επιθεώρηση, όλα υποταγμένα στη βουλιμία της κατάποσης και στην ανάγκη της αφόδευσης.

Αυτός ο κυρίαρχος πια τύπος του νεοέλληνα, τι λόγο έχει να είναι εργατικός, τίμιος, ανιδιοτελής, δίκαιος, θυσιαστικός; Όλες οι τρέχουσες ιδεολογίες τον έχουν πείσει πως ο θάνατος σημαίνει και αφανισμό, επομένως αυτό που πρέπει να προλάβει σε όσα χρόνια του απομένουν είναι να απολαύσει φαΐ, πιοτό, οργασμούς — να τα απολαύσει δουλεύοντας όσο γίνεται λιγότερο και κερδίζοντας όσο γίνεται περισσότερα. Το νόημα της ζωής τελειώνει στις παραγωγικές σχέσεις, δηλαδή στην απόλυτη προτεραιότητα του οικονομικού παράγοντα, τελικά στην ανάγκη ικανοποίησης των απαιτήσεων του ενστίκτου. Σε πιο ραφιναρισμένα επίπεδα αυτή η ανάγκη γίνεται επιθυμία για ισχύ, για εξουσιαστικό κύρος, για αναγνώριση και πρωτεία σε στενότερο ή ευρύτερο περίγυρο.

Και το ακόμα πιο τραγικό: Αν κάποτε ξυπνήσει αυτός ο αποχαυνωμένος άνθρωπος από τον λήθαργο όπου τον βύθισε το αφιόνι των «προοδευτικών» ιδεολογιών, αν γεννηθεί μέσα του η δίψα να ’χει κι αυτός ψυχή, να έχει πρόσωπο, να έχει Θεό, τότε οι δρόμοι που θα μπορούσαν να τον οδηγήσουν σε πραγματικές απαντήσεις, και όχι σε νοητά είδωλα, μοιάζουν χαμένοι. Τα θρησκευτικά που διδάχθηκε στο σχολειό και τα κηρύγματα που ακούει στις εκκλησιές —στις περισσότερες περιπτώσεις— έχουν αποκλείσει τον νεοέλληνα από τις ίδιες τις ρίζες του, τον έχουν ποτίσει με βαθειά περιφρόνηση για την πνευματική του Παράδοση. Γι’ αυτό και πληθαίνουν γύρω μας οι άνθρωποι που ζητάνε να βρουν κάποιο νόημα για τον βίο τους σε ξεπλυμένες εισαγόμενες διδαχές —κάτι κωμικές απομιμήσεις βουδισμών και ζεν και γιόγκα, όλα τόσο ξένα με τις δικές μας βιωματικές ρίζες όσο και οι βρώμικες πλαστικές σακούλες που τις ξερνάει το κύμα στην αμμουδιά— ή παραδίνονται οι αφελέστεροι στην κρετινική αγυρτεία των γιεχωβάδων.

Όμως το ραδιόφωνο επιμένει να μας δίνει κάθε μέρα, μαζί με τα μποφώρ στα ελληνικά πελάγη, και τον αριθμό —απίστευτο αριθμό— των «πολιτιστικών εκδηλώσεων» που κατακλύζουν τη χώρα. Ολόκληρη η Ελλάδα σφύζει από «πολιτιστικές εκδηλώσεις» — μοιάζει με αποκριάτικη φιέστα, όπου φοράμε για προσωπείο το χαμένο μας πρόσωπο. Μασκαρευόμαστε με τα κουρέλια τής άλλοτε ψυχής μας — τι άλλο σημαίνουν οι «πολιτιστικές εκδηλώσεις» σε έναν τόπο που αρνήθηκε και αρνείται πεισματικά και μεθοδικά τον πολιτισμό του; Γιατί είναι περιττό και να το πούμε, πως ο πολιτισμός δεν οργανώνεται από υπουργεία, γεννιέται από το νόημα που δίνουμε στην καθημερινότητά μας — γεννιέται από το ερώτημα του ψαρά για το τι ψυχή θα παραδώσουμε κι αν φοβόμαστε Θεό.

Για να φτάσουμε στο μέγιστο πολιτιστικό επίτευγμα να θέτουμε τέτοια ερωτήματα —να τα θέτουμε όχι με το μυαλό, αλλά με την καθημερινή μας δουλειά και με την τέχνη μας και με την πολιτική μας— μάλλον θα πρέπει κάποιος να μας διδάξει την παράδοξη αλφαβήτα της στέρεης γνώσης: να ξεχωρίζουμε τον γαρμπή από τον γρέγο, το σαλάχι από το καλκάνι, να σπουδάζουμε το φως και τα χρώματα, να ξαναβρούμε από την αρχή την ιερότητα της ζωής και των πραγμάτων, την πραγματική σχέση κι όχι την υποταγή των πάντων στην εγωκεντρική απαίτηση της σάρκας μας.

[…]

 

(Πηγή: in.gr)

Κοινοποίηση:
[Ψήφοι: 0 Βαθμολογία: 0]
Both comments and pings are currently closed.
Powered by WordPress and ShopThemes