Η τακτική του προσηλυτισμού και η ψυχολογία της προσέγγισης (π. Ηλίας Γ. Διακουμάκος, Πρεσβύτερος)

(14 άτομα το έχουν διαβάσει)

Μέσα στους αιώνες, η Εκκλησία πορεύεται ως ένα μυστήριο που ενώνει δύο διαστάσεις: τη θεία που αγιάζει και ζωοποιεί και την ανθρώπινη που κοπιάζει, αγωνίζεται, πολλές φορές σφάλει, πέφτει και σηκώνεται. Αυτή η διπλή υπόσταση της Εκκλησίας αποτελεί μια από τις πιο μεγάλες αλήθειες της Ορθοδοξίας, αλλά ταυτόχρονα και μια από τις μεγαλύτερες προκλήσεις για τον σύγχρονο άνθρωπο, ο οποίος συχνά βλέπει τα ανθρώπινα και λησμονεί τα θεία, βλέπει τα λάθη και χάνει την ουσία, βλέπει την αδυναμία και παραβλέπει τη χάρη.

Ζούμε σε έναν κόσμο όπου η πληροφορία τρέχει γρήγορα, όπου τα σκάνδαλα διογκώνονται, όπου η ανθρώπινη αδυναμία προβάλλεται περισσότερο από την αγιότητα. Σε αυτό το περιβάλλον, δεν είναι σπάνιο ο πιστός να συγχέει την Αγία Εκκλησία με τις ανθρώπινες ατέλειες, να πληγώνεται βαθιά, να απογοητεύεται και να σκανδαλίζεται. Φτάνει έτσι πολλές φορές να ταυτίζει τη Διοίκηση της Εκκλησίας με την ουσία της Εκκλησίας, ξεχνώντας ότι η Κεφαλή της δεν είναι άνθρωπος, αλλά ο ίδιος ο Χριστός.

Όμως η Ορθόδοξη Παράδοση, σοφή και φωτισμένη, μας καλεί να δούμε την Εκκλησία όχι μόνο με τα μάτια της καθημερινότητας, αλλά με τα μάτια της πίστης. Να διακρίνουμε και να βλέπουμε πίσω από κάθε ανθρώπινη αδυναμία την άφθαρτη αλήθεια του Θεού. Να καταλαβαίνουμε ότι η Εκκλησία ως σώμα Χριστού είναι άγια, αληθινή, άφθαρτη, ενώ οι άνθρωποι που την υπηρετούν μετέχουν στην αγιότητα αυτή με τις δικές τους πτώσεις και αναστάσεις.

Αυτή η διάκριση δεν είναι απλώς μια θεολογική γνώση. Είναι ένα βαθύ πνευματικό εργαλείο, μια ασπίδα προστασίας για τον πιστό, ιδιαίτερα σε εποχές σύγχυσης, πειρασμών και πνευματικής αστάθειας. Είναι αυτή η διάκριση που επιτρέπει στον Χριστιανό να μένει στερεός, να μην κλονίζεται από τα εξωτερικά, να μην παρασύρεται από φωνές ξένες προς την Παράδοση, να μην υποχωρεί στον προσηλυτισμό και να μην χάνει τη σχέση του με την αλήθεια.

Στα κείμενα που ακολουθούν, αναλύεται με στοχασμό, σεβασμό και εκκλησιαστική υπευθυνότητα αυτή η μεγάλη αλήθεια: ότι η Εκκλησία δεν είναι πρωτίστως οι άνθρωποί της, αλλά ο ίδιος ο Χριστός. Και ότι ο πιστός που γνωρίζει αυτή την αλήθεια, που μένει συνδεδεμένος με τη ζωή της Εκκλησίας, με τη θεία Λειτουργία, με τη βοήθεια και πνευματική υποστήριξη έμπειρου πνευματικού πατέρα, με το μυστήριο της εξομολόγησης, με τη συνειδητή συμμετοχή στη θεία Ευχαριστία, με τη μελέτη της Αγίας Γραφής και την καθοδήγηση των Αγίων Πατέρων, μπορεί να πορεύεται με ασφάλεια, χωρίς φόβο, χωρίς σύγχυση, χωρίς τον κίνδυνο της πλάνης.

Ο σκοπός του παρόντος έργου δεν είναι να κατηγορήσει, να καταγγείλει ή να κρίνει την ανθρώπινη πλευρά της Εκκλησίας, αλλά να φωτίσει. Να βοηθήσει τον πιστό να σταθεί με διάκριση, να αναπνεύσει πνευματικά, να δει με καθαρό μάτι και καθαρή καρδιά την αλήθεια της Εκκλησίας και να μην αφήσει ποτέ κανένα ανθρώπινο λάθος να σκεπάσει το φως του Χριστού.

Γιατί, στο τέλος, η Εκκλησία είναι και θα παραμένει το Σώμα του Χριστού. Και όποιος μένει ενωμένος με τον Χριστό, μένει ενωμένος με την Αλήθεια που δεν καταρρέει ποτέ.

Λύκοι με ένδυμα προβάτου

Στη ζωή της καθημερινότητας εμφανίζονται συχνά άνθρωποι που επιχειρούν να προσεγγίσουν τον άλλον όχι με αληθινό ενδιαφέρον, αλλά με μια συγκεκριμένη στόχευση: να τον οδηγήσουν σε μια δική τους θρησκευτική ή ιδεολογική ομάδα. Ο προσηλυτισμός δεν λειτουργεί φανερά· κινείται αθόρυβα, με τρόπο που μοιάζει φιλικός και καλοπροαίρετος, όμως πίσω από την ευγένεια κρύβεται μια μεθοδευμένη προσπάθεια να κερδηθεί η εύνοια και να μεταμορφωθεί η σκέψη του ανθρώπου που βρίσκεται απέναντι τους.

Συνήθως, αυτή η προσέγγιση αρχίζει με μια απλή επίσκεψη. Κάποιοι χτυπούν την πόρτα, χαμογελούν, συστήνονται και προσπαθούν να ανοίξουν συζήτηση. Δεν ξεκινούν από μεγάλα θεολογικά ζητήματα· δεν μιλούν αμέσως για το κίνημά τους. Αρχίζουν από κάτι κοινό και ανθρώπινο: μια κουβέντα για την καθημερινότητα, ένα σχόλιο για τα προβλήματα του κόσμου, μια αναφορά σε θέματα που όλοι λίγο-πολύ αντιμετωπίζουμε. Με αυτόν τον τρόπο δημιουργούν αίσθηση οικειότητας, σαν να μοιράζονται τον ίδιο προβληματισμό με τον άνθρωπο που έχουν απέναντι τους.

Όταν κερδίσουν την προσοχή και την καλή διάθεση, περνούν σταδιακά στις ιδέες τους. Χωρίς επιθετικότητα, χωρίς έντονη πίεση. Χρησιμοποιούν παραδείγματα, αποσπάσματα, εικόνες από την καθημερινή ζωή και επιχειρούν να παρουσιάσουν το δικό τους μήνυμα σαν μια «απλή λύση» στις δυσκολίες που όλοι αντιμετωπίζουμε. Η μέθοδός τους δεν βασίζεται στη βαθιά θεολογία, αλλά στον ψυχολογικό χειρισμό· στο να κάνουν τον συνομιλητή να αισθανθεί ότι βρήκε κάποιον που τον καταλαβαίνει και του προσφέρει ασφάλεια.

Πολλοί άνθρωποι, ιδιαίτερα όσοι περνούν μια περίοδο αβεβαιότητας ή μοναξιάς, μπορεί να νιώσουν έλξη από αυτή την προσέγγιση. Κι εδώ βρίσκεται η καλλιεργημένη τέχνη του προσηλυτισμού: εκμεταλλεύεται ευάλωτες στιγμές, πιάνει τον άνθρωπο εκεί που έχει ανάγκη συνομιλίας, ελπίδας, ανακούφισης. Δεν αξιοποιεί την ελευθερία της πίστης, αλλά την αδυναμία της ψυχής.

Γι᾽ αυτό και χρειάζεται εγρήγορση. Όχι φόβος, αλλά διάκριση. Όποιος επιδιώκει το καλό μας δεν φοβάται να μιλήσει καθαρά. Δεν χρησιμοποιεί τεχνάσματα, δεν κρύβει την ταυτότητά του, δεν παραπλανεί. Η αληθινή πνευματικότητα σέβεται την ελευθερία του άλλου και δεν επιδιώκει να τον «κερδίσει» σαν τρόπαιο. Η πίστη δεν επιβάλλεται· προτείνεται. Η αλήθεια δεν χρειάζεται τεχνικές· μιλά από μόνη της.

Ο άνθρωπος χρειάζεται να αναγνωρίζει πότε μια κουβέντα είναι καρπός αυθεντικού ενδιαφέροντος και πότε αποτελεί μέρος μιας προκαθορισμένης στρατηγικής. Χρειάζεται να θυμάται ότι η πνευματική του ελευθερία είναι πολύτιμη και κανείς δεν έχει δικαίωμα να την περιορίζει μέσα από κλειστές ιδεολογικές δομές.

Η υγιής πίστη γεννιέται από την εσωτερική αναζήτηση και την προσωπική συνάντηση με την αλήθεια· ποτέ από ψυχολογική πίεση ή από τεχνητές εντυπώσεις. Και τελικά, ο άνθρωπος είναι υπεύθυνος να διαφυλάσσει την καρδιά του από ό,τι αλλοιώνει την κρίση του και να αναζητεί εκείνη την πνευματική σχέση που τον ελευθερώνει, δεν τον δεσμεύει· τον φωτίζει, δεν τον χειραγωγεί.

 

Οι ψυχολογικές μέθοδοι των Μαρτύρων του Ιεχωβά και οι κίνδυνοι που κρύβονται

Στον χώρο του προσηλυτισμού, οι Μάρτυρες του Ιεχωβά αποτελούν ίσως την πιο χαρακτηριστική περίπτωση ομάδας που χρησιμοποιεί συστηματική και οργανωμένη μεθοδολογία προσέγγισης. Δεν εμφανίζονται τυχαία ούτε ενεργούν αυθόρμητα· εκπαιδεύονται με συγκεκριμένα σενάρια συζητήσεων, μεθοδικές τεχνικές επικοινωνίας και διαβαθμισμένα βήματα επαφής.

Η βασική τους τακτική είναι η προσέγγιση πόρτα-πόρτα. Στόχος τους δεν είναι απλώς να δώσουν ένα φυλλάδιο, αλλά να δημιουργήσουν μια ευχάριστη πρώτη εντύπωση, ώστε να μπορούν να επιστρέψουν. Ξεκινούν πάντα με χαμηλό προφίλ: με ευγένεια, ήπιο τόνο, χαμόγελο, μια κουβέντα για την επικαιρότητα ή για τις δυσκολίες που περνά ο κόσμος. Με αυτό τον τρόπο προσπαθούν να κερδίσουν την εμπιστοσύνη του συνομιλητή.

 

Η τεχνητή οικειότητα

Μιλούν σαν να μοιράζονται το άγχος και τον προβληματισμό του άλλου. Δεν αποκαλύπτουν αμέσως τη δική τους ιδεολογική ταυτότητα, αλλά την κρύβουν πίσω από φράσεις όπως: «Κάνουμε μια μικρή έρευνα…», «Θέλουμε τη γνώμη σας για κάτι…», «Υπάρχει ένας όμορφος λόγος από την Αγία Γραφή που μπορεί να σας δώσει ελπίδα…». Αυτό δημιουργεί αίσθηση ασφάλειας, σαν να πρόκειται για απλή ανθρώπινη συζήτηση. Εκεί ακριβώς ξεκινά η παγίδα.

 

Η σταδιακή μετατόπιση της συζήτησης

Το πρώτο στάδιο είναι πάντα γενικό και αθώο. Στο δεύτερο, όμως, περνούν σταδιακά στο δικό τους δόγμα. Μιλούν για έναν Θεό που παρουσιάζεται μέσα από τη δική τους διδασκαλία, για μια ιδιαίτερη ερμηνεία της Αγίας Γραφής, για μια αποκλειστική «αλήθεια» που μόνο εκείνοι κατέχουν. Και όσο περισσότερο ο συνομιλητής αισθάνεται άνετα, τόσο πιο εύκολα δέχεται να τους ξανακούσει.

 

Η ψυχολογική πίεση

Η ευγένεια είναι εργαλείο, όχι αυθορμησία. Δεν μιλούν ποτέ με επιθετικότητα· το αντίθετο, είναι υπομονετικοί, γλυκύτατοι, συμπονετικοί. Αυτό μπορεί να δημιουργήσει ένα είδος ψυχολογικής υποχρέωσης: «Αφού είναι τόσο καλοί, γιατί να τους αρνηθώ;». Με αυτόν τον τρόπο καθίσταται δύσκολο για κάποιον να τους διακόψει ή να τους αρνηθεί.

 

Οι πνευματικοί κίνδυνοι

Ο μεγαλύτερος κίνδυνος δεν είναι οι λανθασμένες πληροφορίες. Είναι ότι χρησιμοποιούν ερμηνείες αποκομμένες από τη ζωή της Εκκλησίας, χωρίς ιερή Παράδοση, χωρίς τους θεοφόρους Πατέρες, χωρίς το σώμα της πίστης. Η Αγία Γραφή παρουσιάζεται σαν να μπορεί ο καθένας να την ερμηνεύσει όπως θέλει. Έτσι δημιουργείται ένα κλειστό σύστημα όπου η αυθεντία βρίσκεται στην οργάνωση και όχι στον Χριστό.

 

Η ανάγκη για διάκριση

Δεν χρειάζεται φόβος ούτε εχθρότητα αλλά καθαρό μυαλό. Ο άνθρωπος που γνωρίζει τη διδασκαλία της Εκκλησίας δεν παρασύρεται. Βλέπει αμέσως τις παραποιήσεις και τις τεχνικές πίεσης.

Η αλήθεια δεν φοβάται τις ερωτήσεις· ο προσηλυτισμός όμως τις αποφεύγει. Η πίστη της Εκκλησίας απαντά με αγάπη και σοφία· οι αιρέσεις απαντούν με κλειστές, μονοδιάστατες ερμηνείες.

Εκεί βρίσκεται η διαφορά της ελευθερίας από την παγίδα.

 

Η αλλοίωση των ιερών κειμένων και η διαστρέβλωση της αλήθειας

Η αλήθεια της Αγίας Γραφής δεν είναι προϊόν ανθρώπινης επινόησης, αλλά καρπός της ζωντανής σχέσης του Θεού με τον άνθρωπο μέσα στην ιστορία. Όμως υπάρχουν ομάδες που, μη μπορώντας να στηρίξουν τις δοξασίες τους πάνω στα αυθεντικά κείμενα, καταφεύγουν σε εκτεταμένη αλλοίωση και διαστρέβλωση. Ανάμεσα σε αυτές, οι Μάρτυρες του Ιεχωβά αποτελούν το πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα συστηματικής παράφρασης και απόδοσης της Αγίας Γραφής με τρόπο που υπηρετεί τις δικές τους θέσεις.

Η μέθοδός τους δεν είναι τυχαία· είναι σχεδιασμένη ώστε ο αναγνώστης να οδηγηθεί σε λάθος συμπεράσματα χωρίς να το αντιλαμβάνεται. Αλλάζουν λέξεις, τροποποιούν έννοιες, αποδυναμώνουν θεολογικούς όρους και αντικαθιστούν τον αγιογραφικό λόγο με εκφράσεις που ταιριάζουν στην ιδεολογία τους. Έτσι παρουσιάζουν μια «Γραφή» που φαίνεται οικεία, αλλά στην ουσία έχει χάσει το βάθος και το φως της.

Η πνευματική ζημιά αυτής της πρακτικής είναι μεγάλη. Ο αναγνώστης πιστεύει ότι μελετά την Αγία Γραφή, ενώ στην πραγματικότητα δέχεται ένα κείμενο που έχει χάσει τον θεολογικό του πυρήνα. Η Εκκλησία δεν μιλά για να περιορίσει την ελευθερία κανενός· μιλά για να προστατέψει την αλήθεια από την παραποίηση. Η αυθεντική ερμηνεία της Αγίας Γραφής δεν είναι ιδιωτική ούτε αυτόνομη· ανήκει στη ζωντανή Παράδοση, στους Αγίους Πατέρες, στην εμπειρία της ιστορικής Εκκλησίας.

Ο άνθρωπος που γνωρίζει την πίστη του δεν παρασύρεται εύκολα. Αναγνωρίζει την παγίδα, βλέπει την αλλοίωση, καταλαβαίνει τη διαφορά ανάμεσα στη ζωντανή θεολογία και στη δογματική κατασκευή. Η Ορθόδοξη θεολογία δεν προσφέρει μια θεωρία, αλλά έναν τρόπο ύπαρξης· μια αλήθεια που θεραπεύει, που φωτίζει, που ελευθερώνει. Η παραποίηση, αντίθετα, δεσμεύει τη σκέψη και εγκλωβίζει την ψυχή σε ένα σύστημα που στηρίζεται όχι στην θεία αποκάλυψη, αλλά στην ανθρώπινη κατασκευή.

Γι᾽ αυτό χρειάζεται διάκριση, γνώση και πνευματική εγρήγορση. Η αλήθεια δεν φοβάται τη διαφάνεια· η παραποίηση όμως τρέφεται  από την άγνοια. Και ο άνθρωπος που αναζητά τον Θεό δεν πρέπει να στηρίζεται σε ευχάριστα λόγια ή εύκολες ερμηνείες, αλλά να προχωρά με σεβασμό στην αυθεντικότητα της πίστης και στην καθαρότητα της θεϊκής αποκάλυψης.

 

Η στάση του Ορθόδοξου Χριστιανού απέναντι στους Μάρτυρες του Ιεχωβά

Ο Χριστιανός καλείται πάντοτε να αντιμετωπίζει τον άλλον άνθρωπο με σεβασμό, πραότητα και ευγένεια, ακόμη κι αν ο άλλος φέρει διδασκαλίες ξένες προς την πίστη της Εκκλησίας. Η στάση αυτή δεν είναι αδυναμία· είναι δύναμη πνευματική. Όμως η ευγένεια δεν σημαίνει απουσία διάκρισης. Και η αγάπη δεν σημαίνει ότι επιτρέπουμε στον εαυτό μας να εκτεθεί σε πνευματικούς κινδύνους.

Για τον λόγο αυτό, η Εκκλησία συμβουλεύει να αποφεύγουμε τις συζητήσεις με τους Μάρτυρες του Ιεχωβά, όχι από φόβο, αλλά από σωφροσύνη. Οι άνθρωποι αυτοί είναι εκπαιδευμένοι στη συστηματική αλλοίωση της Αγίας Γραφής και σε ψυχολογικές μεθόδους που μπορούν να παρασύρουν όποιον δεν έχει βαθιά γνώση της Ορθόδοξης πίστης.

 

Ευγένεια και σταθερότητα.

Όταν μας πλησιάζουν, η πιο σωστή απάντηση είναι απλή: «Σας ευχαριστώ, αλλά δεν επιθυμώ συζήτηση». Η ευγένεια δεν τους δίνει χώρο να συνεχίσουν την πίεση και συγχρόνως δείχνει τον σεβασμό μας προς το ανθρώπινο πρόσωπό τους. Η σταθερότητα όμως κλείνει την πόρτα της συζήτησης που συχνά ξεκινά με αθώες κουβέντες και καταλήγει σε σύγχυση.

 

Αν κάποιος επιθυμεί συζήτηση.

Υπάρχουν άνθρωποι που έχουν απορίες και θέλουν να εμβαθύνουν. Σε αυτές τις περιπτώσεις η Εκκλησία δεν απαγορεύει τη συζήτηση, απλώς τονίζει ότι δεν πρέπει να γίνεται χωρίς υποστήριξη. Ο Χριστιανός χρειάζεται τη βοήθεια εξειδικευμένων θεολόγων, κληρικών της Ενορίας ή εντεταλμένων της Μητρόπολης που γνωρίζουν τις παραποιήσεις και τα επιχειρήματα των Μαρτύρων του Ιεχωβά. Μόνο έτσι η συζήτηση γίνεται πραγματικά ωφέλιμη.

 

Η έλλειψη γνώσης.

Πολλοί Χριστιανοί, και αυτό πρέπει να το παραδεχτούμε με ταπείνωση, δεν γνωρίζουμε ούτε την Αγία Γραφή ούτε την πίστη μας όσο θα έπρεπε. Αν δεν γνωρίζουμε τι πιστεύουμε, πώς μπορούμε να αντιμετωπίσουμε ανθρώπους που έχουν εκπαιδευτεί να αντιστρέφουν κείμενα και να χρησιμοποιούν προκατασκευασμένες απαντήσεις; Γι᾽ αυτό η πιο ασφαλής στάση είναι η αποφυγή ή υποστήριξη από την Ενορία.

 

Γιατί η συζήτηση είναι επικίνδυνη.

Οι Μάρτυρες του Ιεχωβά έχουν παραποιημένη «μετάφραση» της Αγίας Γραφής, αλλάζουν χωρία, μιλούν με γλυκύτητα για να κερδίσουν εμπιστοσύνη, αποφεύγουν τις δύσκολες θεολογικές ερωτήσεις και χρησιμοποιούν ψυχολογική πίεση. Ο Χριστιανός που συζητά χωρίς διάκριση κινδυνεύει να μπερδευτεί και να βρεθεί σε σύγχυση.

 

Η τελική στάση: ευγένεια και σταθερή πίστη.

Ο Χριστιανός δεν χρειάζεται να φωνάξει ούτε να προσβάλει κανέναν. Αρκεί να πει: «Σας ευχαριστώ, αλλά δεν ενδιαφέρομαι». Η πίστη δεν χρειάζεται αντιπαραθέσεις αλλά καθαρότητα, ταπείνωση και σταθερότητα. Κι ο άνθρωπος που γνωρίζει την αλήθεια δεν φοβάται να κλείσει την πόρτα της πλάνης με ειρήνη στην καρδιά.

 

Η ταυτότητα του Ορθόδοξου Χριστιανού: Σταθερότητα πίστης, εκκλησιαστική ζωή και πνευματική ασφάλεια

Ο Ορθόδοξος Χριστιανός δεν είναι απλώς κάποιος που έχει βαπτιστεί ή που διατηρεί μια τυπική σχέση με την Εκκλησία. Είναι ένα πρόσωπο που ζει συνειδητά την πίστη του και πορεύεται καθημερινά μέσα στο φως του Χριστού. Η Ορθόδοξη Παράδοση μας δείχνει με σαφήνεια τον δρόμο που κρατά τον άνθρωπο ασφαλή, ριζωμένο στην αλήθεια και προστατευμένο από κάθε πλάνη και προσηλυτισμό.

Πρώτο θεμέλιο είναι η σταθερότητα στην πίστη, όχι ως τυφλή προσκόλληση σε διδασκαλίες, αλλά ως καρδιακή σχέση με τον Χριστό, ως βίωμα μέσα στο σώμα της Εκκλησίας. Ο άνθρωπος που ζει με συνέπεια την πίστη του, που προσεύχεται, που αγωνίζεται, που βαδίζει με ταπείνωση και διάκριση, δεν κλονίζεται εύκολα. Η καρδιά του είναι στραμμένη στον Θεό.

Απαραίτητη είναι η μελέτη της Αγίας Γραφής, όχι όμως απομονωμένα, αλλά μέσα στο πλαίσιο της Ιεράς Παράδοσης, όπως το δίδαξαν οι Άγιοι Πατέρες. Με αυτόν τον τρόπο ο Χριστιανός αποκτά σωστή κατανόηση της πίστης και παραμένει προστατευμένος από παρερμηνείες και πλάνες.

Καθοριστικής σημασίας είναι η σχέση με έναν πνευματικό πατέρα, ο οποίος με διάκριση και αγάπη καθοδηγεί, στηρίζει και φωτίζει την πορεία του ανθρώπου. Η εξομολόγηση καθαρίζει την καρδιά, ειρηνεύει τη συνείδηση και χαρίζει σταθερότητα ζωής.

Η εκκλησιαστική κοινότητα αποτελεί τον φυσικό χώρο του Ορθόδοξου Χριστιανού. Εκεί ζει το μυστήριο της θείας Λειτουργίας, εκεί κοινωνεί, εκεί συναντά τους αδελφούς του. Εκτός ενορίας ο άνθρωπος μένει μόνος και η μοναξιά ανοίγει τον δρόμο στην πλάνη.

Ο Ορθόδοξος Χριστιανός καλείται επίσης να καλλιεργεί ευγένεια, πραότητα και ειρήνη. Η σταθερότητα στην πίστη δεν εκδηλώνεται με επιθετικότητα, αλλά με γαλήνη και διάκριση. Ο άνθρωπος που ζει αληθινά μέσα στην Ορθόδοξη Εκκλησία δεν φοβάται τις αιρέσεις· τις διακρίνει, αλλά δεν ταράζεται.

Με όλα αυτά, ο πιστός παραμένει απολύτως ασφαλής απέναντι στις αιρέσεις και ιδίως απέναντι στον προσηλυτισμό των Μαρτύρων του Ιεχωβά. Όταν ο άνθρωπος ζει ενωμένος με τον Χριστό, ριζωμένος στη διδασκαλία της Εκκλησίας, στηριγμένος στη χάρη και στην αλήθεια, τότε τίποτα δεν μπορεί να τον παρασύρει.

Η Εκκλησία δεν λειτουργεί με φόβο, αλλά με φως. Ο σταθερός, γαλήνιος, φωτισμένος πιστός δεν κινδυνεύει από την πλάνη, γιατί η ίδια η ζωή του αποτελεί μαρτυρία της αλήθειας και της αγάπης του Χριστού.

 

Αναγκαία διευκρίνηση

Η Ορθόδοξη Εκκλησία είναι ένα μυστήριο βαθύ, ένα σώμα ζωντανό που έχει δύο πτυχές: μία θεία και μία ανθρώπινη. Η διάκριση αυτή είναι απαραίτητη για να μη συγχέουμε την αιώνια αλήθεια με τις ανθρώπινες αδυναμίες ούτε τη θεία πληρότητα με τις ατέλειες που πολλές φορές πληγώνουν τους πιστούς.

Η θεία πλευρά της Εκκλησίας είναι ο ίδιος ο Χριστός. Η Εκκλησία δεν υπάρχει έξω από Εκείνον ούτε έχει νόημα ανεξάρτητη από το πρόσωπό Του. Ο Χριστός είναι η Κεφαλή, η Ζωή, το Φως και η Αλήθεια της Εκκλησίας. Είναι ο λυτρωτής και σωτήρας, ο Οποίος με την ενανθρώπησή Του μας χάρισε τη δυνατότητα να ζούμε μέσα στη χάρη. Αυτή η θεία πλευρά περιλαμβάνει τη διδασκαλία Του, την οποία η Ορθόδοξη Εκκλησία διαφυλάσσει αλώβητη δύο χιλιάδες χρόνια. Περιλαμβάνει την Παναγία, την Υπεραγία Θεοτόκο, καθώς και τον χορό των Αγίων Πατέρων και Μητέρων.

Σ᾽ αυτήν τη θεία διάσταση της Εκκλησίας βρίσκουμε την αλήθεια που δεν αλλάζει, την αγιότητα που δεν μολύνεται και τη χάρη που δεν φθείρεται. Αυτή η Εκκλησία δεν σκανδαλίζει ποτέ, γιατί είναι η ίδια η Βασιλεία του Θεού παρούσα στον κόσμο.

Δίπλα όμως στη θεία πλευρά υπάρχει και η ανθρώπινη πλευρά της Εκκλησίας, η οποία αποτελείται από εκείνους που διακονούν: επισκόπους, ιερείς, μοναχούς, λαϊκούς, ανθρώπους με τις δικές τους αδυναμίες και ελλείψεις. Μέσα σ᾽ αυτήν την πλευρά συχνά εμφανίζονται λάθη, παραλείψεις ή και σκάνδαλα που προκαλούν πόνο στους πιστούς. Όμως αυτά δεν είναι η Εκκλησία· είναι η διοίκηση, η ανθρώπινη διάσταση, και δεν ταυτίζεται με τη θεία υπόσταση.

Ο πιστός δεν πρέπει να σκανδαλίζεται από τις ανθρώπινες ατέλειες. Χρειάζεται να γνωρίζει τη διαφορά: άλλο το Πρόσωπο του Χριστού και άλλο οι ανθρώπινες αδυναμίες. Όταν λέμε «πιστεύω στην Εκκλησία», εννοούμε ότι πιστεύουμε στον Χριστό ο Οποίος είναι η Κεφαλή της Εκκλησίας.

Το Σύμβολο της Πίστεως ομολογεί: «Πιστεύω… εις Μίαν, Αγίαν, Καθολικήν και Αποστολικήν Εκκλησίαν». Αυτό σημαίνει πως η πίστη μας αναφέρεται στην Εκκλησία ως σώμα Χριστού και όχι απλώς στη διοίκησή της. Όταν ο πιστός γνωρίζει αυτή τη διάκριση, δεν κλονίζεται από ανθρώπινα λάθη, αλλά μένει σταθερός στη θεία αλήθεια.

Ο Άγιος Παΐσιος ο Αγιορείτης, με τον απλό αλλά βαθιά αληθινό λόγο του, επισημαίνει ότι: «Όσοι απομακρύνθηκαν από τη χριστιανική πίστη επειδή πληγώθηκαν ή σκανδαλίστηκαν από ανθρώπους της Εκκλησίας, στην πραγματικότητα δεν πίστευαν στον Χριστό, αλλά σε ανθρώπους». Ο λόγος αυτός εμπεριέχει μια μεγάλη πνευματική αλήθεια, η οποία αφορά την ουσία της Oρθόδοξης χριστιανικής πίστης.

Στην Ορθοδοξία, το κέντρο της πίστης δεν είναι άνθρωποι, θεσμοί ή αξιώματα, αλλά το Πρόσωπο του Χριστού. Ο ίδιος ο Χριστός το έχει ξεκαθαρίσει με τον πιο εμφαντικό τρόπο: «Όποιος πιστεύει σε εμένα, ας με ακολουθήσει». Η σχέση του πιστού με τον Θεό είναι προσωπική και άμεση.

Οι άνθρωποι της Εκκλησίας παραμένουν άνθρωποι, με αδυναμίες και λάθη. Όταν σκανδαλιζόμαστε από αυτούς και εγκαταλείπουμε την πίστη, μεταθέτουμε λανθασμένα το κέντρο της πίστης μας από τον Χριστό στους ανθρώπους.

Η αληθινή χριστιανική στάση είναι να πιστεύουμε στον Χριστό και να Τον ακολουθούμε, ακόμη και όταν οι άνθρωποι αποτυγχάνουν.

Η πίστη στην Εκκλησία είναι πίστη στον Χριστό. Και η μετοχή στον Χριστό σημαίνει μετοχή στη ζωή, στην ελπίδα, στη χάρη και στην αλήθεια που δεν σβήνει ποτέ.

Η Εκκλησία, στην αληθινή και άφθαρτη διάστασή της, δεν είναι οι άνθρωποι που τη διοικούν, δεν είναι οι δομές της, δεν είναι τα λάθη ή τα σφάλματα που δυστυχώς κατά καιρούς εμφανίζονται. Είναι ο Χριστός ο ίδιος, ο Οποίος δεν αμαρτάνει, δεν σφάλλει, δεν προδίδει. Είναι η Παναγία, η Μητέρα όλων μας, η οποία πάντοτε σκεπάζει με τη χάρη της. Είναι οι Άγιοι, οι οποίοι με το παράδειγμά τους φανερώνουν ότι η οδός της τελειότητας δεν είναι αδύνατη. Είναι η διδασκαλία της Εκκλησίας, το Ευαγγέλιο, η Παράδοση, τα Μυστήρια, η αδιάκοπη παρουσία του Αγίου Πνεύματος.

Αυτή είναι η Εκκλησία που δεν προδίδει ποτέ· αυτή είναι η Εκκλησία που δεν πέφτει· αυτή είναι η Εκκλησία που δεν σκανδαλίζει. Και όταν ο Χριστιανός κρατά το βλέμμα του στραμμένο σε αυτή τη θεία πλευρά, τότε ο δρόμος του φωτίζεται, η καρδιά του δεν κλονίζεται, παραμένει σταθερή και η πίστη του δεν εξαρτάται από ανθρώπινες συμπεριφορές.

Παράλληλα όμως, ο πιστός καλείται να δείχνει υπομονή, κατανόηση και αγάπη απέναντι στην ανθρώπινη πλευρά της Εκκλησίας. Γιατί όπως ο ίδιος παλεύει με τις αδυναμίες του, έτσι και όσοι υπηρετούν την Εκκλησία ως άνθρωποι κουβαλούν τις δικές τους. Δεν είναι η ατέλειά τους που ορίζει την Εκκλησία, αλλά η χάρη που ενεργεί μέσα σε αυτήν. Γι᾽ αυτό και ο Χριστιανός δεν πρέπει να ταυτίζει τη Διοίκηση της Εκκλησίας με την Εκκλησία του Χριστού ούτε να αποθαρρύνεται από τις πληγές που προέρχονται από ανθρώπινες ατέλειες.

Η πνευματική ωριμότητα δεν γεννιέται όταν όλα είναι τέλεια, αλλά όταν ο πιστός μαθαίνει να βλέπει πίσω από τα φαινόμενα την αλήθεια της Βασιλείας του Θεού. Τότε κατανοεί ότι η Εκκλησία δεν σώζει λόγω των ανθρώπων της, αλλά λόγω του Χριστού. Και τότε η καρδιά του ησυχάζει, ταράζεται λιγότερο, φωτίζεται περισσότερο.

Η ευθύνη μας ως πιστών είναι να κρατούμε ζωντανή αυτή τη διάκριση, όχι μόνο για να προστατεύσουμε τον εαυτό μας, αλλά και για να φωτίσουμε και άλλους που δυσκολεύονται, που πληγώνονται, που απομακρύνονται εξαιτίας ανθρώπινων σκανδάλων. Η αλήθεια της Εκκλησίας δεν είναι το σκάνδαλο, αλλά η υπέρβασή του. Δεν είναι το λάθος, αλλά η θεραπεία. Δεν είναι η πτώση, αλλά η ανάσταση.

Τελικά, η Εκκλησία είναι ο Χριστός ανάμεσά μας. Και ο Χριστός δεν εγκαταλείπει ποτέ τον άνθρωπο που Τον αναζητά. Όσο ο πιστός στηρίζει τη ζωή του σε αυτή την αμετάθετη αλήθεια, τόσο η καρδιά του γίνεται πιο σταθερή, πιο ήρεμη, πιο φωτεινή. Και τότε μπορεί να σταθεί μέσα στον κόσμο με διάκριση, αλήθεια και αγάπη, χωρίς να φοβάται, χωρίς να σκανδαλίζεται, χωρίς να χάνει τον δρόμο του.

Γιατί η Εκκλησία δεν είναι ένας θεσμός που ανήκει στη γη, αλλά ένας δρόμος που οδηγεί στον ουρανό. Και ο ουρανός δεν σκανδαλίζει ποτέ.

Καθώς ολοκληρώνουμε αυτόν τον λόγο γύρω από τη διττή φύση της Εκκλησίας –τη θεία και την ανθρώπινη– γίνεται φανερό πόσο απαραίτητο είναι για τον κάθε Χριστιανό να κρατά καθαρή τη διάκρισή του, ώστε να μην πληγώνει την πίστη του, να μην κλονίζεται από γεγονότα ή ανθρώπινες αδυναμίες και να μη χάνει την επαφή του με την Ορθόδοξη Εκκλησία μέσα στον θόρυβο των γεγονότων και την παραζάλη της καθημερινότητας.

 

 

Κοινοποίηση:
[Ψήφοι: 0 Βαθμολογία: 0]
Both comments and pings are currently closed.
Powered by WordPress and ShopThemes