Από το Συναξάρι – Ο όσιος πατήρ ημών Ιάκωβος ο Ασκητής

(18 άτομα το έχουν διαβάσει)

(28 Ιανουαρίου)

Ο όσιος Ιάκωβος έζησε αρχικά δεκαπέντε χρόνια σε σπήλαιο κοντά στην κωμόπολη Πορφυριανή της Παλαιστίνης (σημ. Χάιφα). Ασκήθηκε στην εκκοπή του σαρκικού φρονήματος και στην προσευχή με τόσο ζήλο, ώστε ο Θεός του έδωσε το χάρισμα της θαυματουργίας. Χωρίς ποτέ να εξέρχεται του σπηλαίου, δέχονταν πλήθος επισκεπτών, και οδήγησε στην χριστιανική πίστη μεγάλο αριθμό Σαμαρειτών.

Από φθόνο για τον όσιο, ένας Σαμαρείτης, έστειλε την νύχτα στον ερημίτη μια πόρνη μεταμφιεσμένη σε μοναχή, με σκοπό να τον παρασύρει στην αμαρτία. Μετά από μύρια παρακάλια, η πόρνη τον έπεισε να της ανοίξει την πόρτα και προσποιούμενη ότι πονάει στο στήθος, ζήτησε από τον άγιο να της κάνει εντριβή. Ο άγιος της έκανε την εντριβή, αλλά για να αντισταθεί στον πειρασμό της σαρκός, κρατούσε όλη την ώρα το αριστερό του χέρι μέσα στην φωτιά που έκαιγε δίπλα του. Βλέποντας την υπεράνθρωπη αντοχή του ασκητή, η πόρνη ομολόγησε την άθλια αποστολή της, μετανοήσασα και εισήλθε σε μονή, όπου γρήγορα προόδευσε στην αρετή.

Καθώς η φήμη του απλωνόταν και τα θαύματα πολλαπλασιάζονταν, πλήθη κόσμου προσέτρεχαν στον άγιο, ταράσσοντας την ησυχία του. Για τον λόγον αυτό, ο Ιάκωβος εγκαταστάθηκε σαράντα μίλια μακριά, σε άλλο σπήλαιο, που βρισκόταν κοντά σε ποτάμι. Η μακρά περίοδος άσκησης και τα χαρίσματα που του είχε επιδαψιλεύσει ο Θεός, του έδιναν την βεβαιότητα ότι είχε εξασφαλίσει οριστικά την αρετή και αφέθηκε να κυριευθεί από υπερηφάνεια. Αυτήν την ευκαιρία περίμενε ο διάβολος για να επιτεθεί.

Μια ημέρα ένας πατέρας του έφερε θρηνώντας την κόρη του που έπασχε από ακάθαρτο πνεύμα. Ο άγιος την ελευθέρωσε, με την προσευχή του. Φοβούμενος όμως, ο πατέρας της τυχόν υποτροπή, την άφησε να μείνει λίγο καιρό κοντά στο σπήλαιο. Παρά τα τόσα χρόνια ασκητικής ζωής, ο Ιάκωβος υπέκυψε στην βίαια σαρκική επιθυμία και ατίμασε το κορίτσι. Κατόπιν, γεμάτος ντροπή και από φόβο ότι θα έχανε την εκτίμηση των ανθρώπων, σκότωσε την κοπέλα και πέταξε το πτώμα της στο ποτάμι.

Όταν αφυπνίστηκε η συνείδησή του και αντιλήφθηκε το μέγεθος του εγκλήματός του, υποκύπτοντας στην τελευταία επίθεση του διαβόλου, αλώθηκε από την απελπισία και αποφάσισε να επιστρέψει στον κόσμο. Καθ’ οδόν συνάντησε έναν άγιο γέροντα, ο οποίος, καταλαβαίνοντας από το ταραγμένο ύφος του ότι είχε διαπράξει μεγάλη αμαρτία, τον ώθησε να του εξομολογηθεί το έγκλημά του και τον παρακίνησε να εμπιστευτεί την ευσπλαχνία του Θεού.

Αφού αποχαιρέτησε τον γέροντα, ο Ιάκωβος βρήκε στο δρόμο του έναν εγκαταλειμμένο τάφο, εισήλθε σπρώχνοντας τα οστά σε μια γωνιά και άρχισε να προσεύχεται ταπεινά στον Θεό. Με την καρδία ζωοπυρωμένη από τα δάκρυα της μετανοίας, παρέμεινε δέκα χρόνια μέσα σ’ αυτό τον σκοτεινό τάφον, αγνοημένος από τους ανθρώπους, βγαίνοντας μονάχα την νύχτα για να τραφεί με λίγα χόρτα που φύτρωναν εκεί κοντά. Ο Θεός, ο οποίος ου βούλεται τον θάνατον του ασεβούς ως το αποστρέψει τον ασεβή από της οδού αυτού και ζην αυτόν (Ιεζ. 33, 11) τον συγχώρησε, τον αξίωσε εκ νέου της χάριτός Του, ώστε λίγο καιρό αργότερα ο Ιάκωβος με την προσευχή του έκανε να σταματήσει η ξηρασία από την οποίαν υπέφερε η γειτονική περιοχή.

Με δάκρυα επί δακρύων, προοδεύοντας στην αγία ταπείνωση, ο όσιος Ιάκωβος παρέδωσε τέλος την ψυχή του στον Κύριο σε ηλικία εβδομήντα πέντε ετών, εν πλήρει ειρήνη. Στην θέση τού τάφου όπου ξαναβρήκε την χάρη της μετανοίας οικοδομήθηκε αργότερα ναός.

 

[«Νέος Συναξαριστής της Ορθοδόξου Εκκλησίας»· Τόμ. 5ος (Ιανουάριος), Εκδόσεις «Ίνδικτος»]

Κοινοποίηση:
[Ψήφοι: 0 Βαθμολογία: 0]
Both comments and pings are currently closed.
Powered by WordPress and ShopThemes