14 Σεπτεμβρίου – Η Ύψωση του Τιμίου Σταυρού: Ο σταυρός τού Χριστού, πρόσκληση επιστροφής στον Παράδεισο (Μιλτιάδης Κωνσταντίνου, Ομ. Καθηγ. Α.Π.Θ. – Αρχ. Διδασκάλου τού Ευαγγελίου της ΜτΧ Εκκλησίας)

ΠΑΛΑΙΟΔΙΑΘΗΚΙΚΑ

Σχόλιο στο Β’ Ανάγνωσμα του Εσπερινού: Παρ γ’ 11-18

Όπως μαρτυρεί το Οδοιπορικόν εις το Σινά και τους Αγίους Τό­πους [1], στο οποίο η μοναχή Αιθερία από τη Γαλλία αφηγείται τις εντυπώσεις της από το τρίχρονο ταξίδι της (381-384) στην περιοχή, η πίστη στην ιστορικότητα της αποκάλυψης του Θεού οδήγησε ήδη από τις αρχές τού 4 μ.Χ. αι. ένα διαρ­κώς ογκούμενο κύμα προσκυνητών στην Παλαιστίνη προς αναζήτηση τόπων όπου διαδραματίστηκαν βιβλικά γεγονότα ή υπολειμμάτων που σχετίζονται με αυτά. Η ίδια πίστη υπόκειται και στον ζήλο χριστιανών αυτοκρατόρων, όπως ο Μέγας Κωνσταντίνος και ο Ιουστινιανός, να οικοδομήσουν λαμπρά προσκυνήματα στην περιοχή. Με τον Μεγάλο Κωνστα­ντίνο συνδέεται και το εορταζόμενο στις 14 Σεπτεμβρίου γεγονός. Σύμφωνα με τη σχετική παράδοση, οι έρευνες της μη­τέρας του, αγίας Ελένης, στην Ιερουσα­λήμ είχαν ως αποτέλεσμα την εύρεση το 326 μ.Χ. του σταυρού πάνω στον οποίο πέθανε ο Χριστός. Η τιμή με την οποία oι χριστιανοί όλων των εποχών περιβάλ­λουν το τίμιο ξύλο τού σταυρού γέννησε μία ολόκληρη θεολογία για τη σημασία τής σταυρικής θυσίας τού Χριστού, που συνοψίζεται στη φράση τού αγίου Ιωάννου Δαμασκηνού: «Τούτον τον τίμιον Σταυρόν προετύπωσε το ξύλον τής ζωής το εν τω Παραδείσω υπό Θεού πεφυτευμένον’ επεί γαρ διά ξύλου ο θάνα­τος, έδει διά ξύλου δωρηθήναι την ζωήν και την ανάστασιν» [2], και αποτυπώνεται στην υμνολογία τής σχετικής γιορτής. Σ’ αυτήν τη σύνδεση του παραδείσιου δέν­δρου τής ζωής με το ξύλο τού σταυρού οφείλεται προφανώς η επιλογή τής ενό­τητας γ’ 11-18 από το βιβλίο των Πα­ροιμιών ως δεύτερου αναγνώσματος του Εσπερινού τής γιορτής [3].

Το βιβλίο των Παροιμιών συνιστά το πλέον αντιπροσωπευτικό δείγμα συλ­λογής γνωμικών τής Παλαιάς Διαθήκης. Όπως δηλώνει ο τίτλος του, το περιε­χόμενο του έργου συγκροτείται από δι­άφορες συλλογές γνωμικών στις οποίες αποτυπώνεται η ατομική ή συλλογική εμπειρία από την αντιμετώπιση διάφο­ρων καταστάσεων της καθημερινής ζωής και οι οποίες στοχεύουν στην ηθική δια­παιδαγώγηση και οικοδομή τού ατόμου. Όμως, παρ’ όλο που το βιβλίο έχει τον χαρακτήρα ηθικού εγχειριδίου, χωρίς ιδι­αίτερα θεολογικά ενδιαφέροντα, και παρ’ όλο που συχνά οι παροιμίες παρατίθενται χωρίς συστηματική τάξη και στενή συνά­φεια με τις προηγούμενες και τις επόμε­νες, διήκουσα ιδέα τού έργου είναι η αρχή ότι η επιτυχία στη ζωή δεν εξαρτάται μό­νον από την ανθρώπινη εξυπνάδα, αλλά προϋποθέτει πρώτα και κύρια την ανα­γνώριση του Θεού και την τήρηση των εντολών του (α’ Τ β’ 4-5′ θ’ 10′ ιε’ 33).

Η περικοπή γ’ 11-18 αρχίζει με την έκ­κληση ενός πατέρα προς τον γιο του για υπακοή στη διαπαιδαγώγηση του Κυρί­ου (γ’ 11-12). Η έκκληση αυτή είναι η τελευταία από μία ομάδα έξι εκκλήσεων που περιέχονται στους στίχους 1-12 και εμφανίζουν ενιαία δομή’ οι μονοί στίχοι περιγράφουν τις απαιτήσεις τού πατέρα από τον γιο του, να τηρεί τις εντολές του (στχ 1), να συμπεριφέρεται με καλοσύνη και ειλικρίνεια (στχ 3), να εμπιστεύεται τον Θεό (στχ 5), να μην υπερεκτιμά τις νοητικές του ικανότητες, αλλά να έχει φόβο Θεού (στχ 7), να μην παραμελεί τις θρησκευτικές του υποχρεώσεις (στχ 9) και να αποδέχεται τη διαπαιδαγώ­γηση του Κυρίου (στχ 11), ενώ οι ζυγοί στίχοι περιγράφουν τις ευεργετικές για τη ζωή τού ανθρώπου συνέπειες αυτής της συμπεριφοράς. Όπως υπαινίσσεται ο ευαγγελιστής Λουκάς, παραπέμποντας εμμέσως στο Παρ γ’ 4, αυτός που κατ’ εξοχήν πληροί τις παραπάνω απαιτήσεις τού πατέρα για υπακοή είναι ο Ιησούς, ο οποίος καθίσταται έτσι αποδέκτης των θείων δωρεών: «Και Ιησούς προέκοπτεν σοφία και ηλικία, και χάριτι παρά Θεώ και ανθρώποις» (β’ 52). Και εφόσον, όπως επισημαίνει ο απόστολος Παύλος, «ο Θεός ήταν αυτός που στο πρόσωπο του Χριστού συμφιλίωσε τον κόσμο μαζί του, χωρίς να καταλογίσει στους ανθρώ­πους τα παραπτώματά τους» (Β’ Κο ε’ 19), «δι’ ουδενός ετέρου ο θάνατος κατήργηται, η του προπάτορος αμαρτία λέλυται, ο άδης εσκύλευται, η ανάστασις δεδώρηται, δύναμις ημίν του καταφρονείν των παρόντων και αυτού του θα­νάτου δέδοται, η προς την αρχαίαν μα­καριότητα επάνοδος κατώρθωται, πύλαι παραδείσου ηνοίγησαν, η φύσις ημών εκ δεξιών του Θεού κεκάθικε, τέκνα Θεού και κληρονόμοι γεγόναμεν, ει μη διά του σταυρού τού Κυρίου ημών Ιησού Χρι­στού» [4]. Έτσι, προτρέποντας ο συγγρα­φέας της Προς Εβραίους Επιστολής τους χριστιανούς να μιμηθούν τον Χρι­στό και να δείξουν θάρρος απέναντι στις δοκιμασίες, παραθέτει αυτολεξεί το Παρ γ’ 11-12, και τους διαβεβαιώνει ότι «ο Θεός σάς μεταχειρίζεται σαν παιδιά του. Γιατί ποιο παιδί δεν το διαπαιδαγωγει ο πατέρας του;» (Εβρ ιβ’ 5-7).

Τη διαβεβαίωση ότι ο Θεός διαπαιδαγωγεί τους ανθρώπους που αγαπάει ακολουθεί ένας ύμνος (γ’ 13-18), όπου απαριθμούνται οι ευεργετικές για τον άνθρωπο συνέπειες της θείας διαπαι­δαγώγησης που οδηγεί στη σοφία. Η σοφία αποφέρει στον άνθρωπο περισσό­τερο κέρδος «από σωρούς χρυσάφι και ασήμι» (γ’ 14), «είναι πολυτιμότερη από ακριβά πετράδια … και κανένα πράγμα πολυτίμητο δεν είναι ισάξιό της» (γ’ 15), καθώς προσφέρει απλόχερα μακροβιότητα, πλούτο και δόξα (γ’ 16), ενώ καθι­στά τον άνθρωπο δίκαιο και φιλεύσπλα­χνο (γ’ 16α) και τον οδηγεί σε σωστές επιλογές που του εξασφαλίζουν ειρηνική ζωή (γ’ 17). Ο ύμνος ολοκληρώνεται με τη διαβεβαίωση ότι η σοφία «είναι δέ­ντρο ζωής για όσους κρατιούνται πάνω της, και ασφάλεια για όσους πάνω της όπως στον Κύριο στηρίζονται» (γ’ 18).

Η έκφραση «δένδρο ζωής» παραπέ­μπει στην ιστορία τού παραδείσου, όπου αναφέρεται ότι ο Θεός φύτεψε στο κέ­ντρο τού κήπου τής Εδέμ, όπου τοπο­θέτησε τον άνθρωπο, ένα δένδρο (Γεν β’ 9), οι καρποί τού οποίου εξασφαλίζουν αιώνια ζωή (Γεν γ’ 22). Η παρακοή τής θείας εντολής όμως απέκλεισε για τον άνθρωπο την πρόσβαση στο συγκεκρι­μένο δένδρο, αλλά, όπως διαβεβαιώνει ο παραπάνω ύμνος, η επιδίωξη της σοφίας, την οποία μπορεί να εμπιστεύεται κα­νείς όπως εμπιστεύεται τον ίδιο τον Θεό, έχει ανάλογες με εκείνο το δένδρο ευεργετικές συνέπειες. Η διαβεβαίωση αυτή φαίνεται σε πρώτη προσέγγιση υπερβο­λική, γίνεται όμως κατανοητή αν θεω­ρηθεί υπό το φως τής Καινής Διαθήκης. Γράφοντας ο απόστολος Παύλος στους Κορινθίους τους εξηγεί ότι «Εμείς κη­ρύττουμε τον Χριστό, και μάλιστα σταυ­ρωμένο, ένα κήρυγμα που οι Ιουδαίοι το βρίσκουν προσβλητικό και οι Έλληνες ανόητο, ενώ γι’ αυτούς που κάλεσε ο Θεός, είτε Ιουδαίοι είτε Έλληνες, ο Χρι­στός είναι η δύναμη του Θεού και η σο­φία τού Θεού. Γιατί αυτό που μοιάζει με μωρία τού Θεού είναι σοφότερο απ’ τη σοφία των ανθρώπων, κι αυτό που μοιά­ζει με αδυναμία τού Θεού είναι πιο δυ­νατό από τη δύναμη των ανθρώπων» (Α’ Κο α’ 23-25). Ο σταυρωμένος Χριστός είναι η σοφία τού Θεού που παρέχει και πάλι σε όποιον τον αναζητά πρόσβαση στο δένδρο τής ζωής: «Τω νικώντι δώσω αυτώ φαγείν εκ του ξύλου τής ζωής, ο εστιν εν τω παραδείσω τού Θεού μου». (Απο β’ 7).

Οι επιλογές των πρωτοπλάστων, σύμ­φωνα με το βιβλίο τής Γενέσεως, εξα­σφάλισαν στον άνθρωπο την ηθική αυτο­νομία απέναντι στον Θεό, καθώς είχε πλέον τη δυνατότητα να καθορίζει μόνος του τι είναι γι’ αυτόν καλό ή κακό, τον απέκοψαν όμως από την πηγή τής ζωής. Το βιβλίο των Παροιμιών υποδεικνύει ότι ο δρόμος τής επιστροφής περνάει μέσα από την αναζήτηση της Σοφίας τού Θεού, που, όπως αποκαλύπτει η Καινή Διαθήκη, ταυτίζεται με τον σταυρωμένο Χριστό.

 

 

 

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ.

1. Μετάφραση Ιερομονάχου Νικοδήμου Μπαρούση, Αθήνα: εκδ. Τήνος 1989.

2. Έκδοσις ακριβής της ορθοδόξου πίστεως. Κεφάλαιο 84: Περί σταυρού, εν ώ έτι και περί πίστεως.

3. Βλ. «Σχόλιο στο πρώτο ανάγνωσμα (Έξο ιε 22 – ις’ 1)», Εφημέριος 64/5 (2015) 6έξ.

4. Ιωάννου Δαμασκηνού, ό.π.

 

(Πηγή: Περιοδικό “Εφημέριος” Σεπτ. – Οκτ. 2020)

[Ψήφοι: 1 Βαθμολογία: 5]