Να διασώσουμε τη διαφορά μεταξύ των φύλων (Ευγενία Μπαστιέ, δημοσιογράφος – συγγραφέας)

*Η Eugenie Bastie, διακεκριμένη δημοσιογράφος της εφημερίδας Le Figaro και συγγραφέας, πραγματοποίησε μια διάλεξη στη Γαλλική Ακαδημία Ηθικών και Πολιτικών Επιστημών, τη Δευτέρα 12 Δεκεμβρίου 2022 την οποία και αναπαράγουμε.(ν.Λ.Ε.)

Θα ήθελα να ξεκινήσω αυτή την ανακοίνωση με ένα απόσπασμα του Τσέστερτον. Στη συλλο­γή του, Αιρετικά, γράφει πως, αύριο, «θα χρειαστεί να ανάψουμε φωτιές για να απο­δείξουμε ότι δύο και δύο κάνουν τέσσερα· να τραβήξουμε το ξίφος για να αποδείξου­με ότι τα φύλλα είναι πράσινα το καλοκαί­ρι (…)· να παλέψουμε για ορατά θαύματα σαν να ήταν αόρατα».

Μιλώντας μπροστά σας, σήμερα, για τη «διάσωση της διαφοράς μεταξύ των φύλων», νιώθω σαν να βγάζω το σπαθί μου για να αποδείξω ότι τα φύλλα είναι πράσινα το καλοκαίρι. Και όμως, σε αυ­τό το σημείο έχουμε φθάσει. Σε μια επο­χή όπου κυριαρχούν τα emoji «έγκυος ά­ντρας», η αποφυλοποίηση των μπάρμπεκιου [Να πάψει το μπάρμπεκιου να είναι «ανδρική υπόθεση», όπως διεκδικείται από έναν ορισμένο φεμινισμό (σ.τ.μ.)] και ο τρανς ως η νέα εμβληματική φιγούρα της πλανητικής επανάστασης, φαίνεται ότι είναι πράγματι απαραίτητο να τραβήξουμε, αν όχι το σπαθί, τουλάχι­στον την πένα μας, για να υπερασπιστού­με το ορατό θαύμα που είναι η διαφορά των φύλων ωσάν να ήταν αόρατο.

Στις Ηνωμένες Πολιτείες, στην Αγγλί­α, ακόμη και στη χώρα μας, άνδρες και γυναίκες αποβάλλονται από τα πανεπι­στήμια, βλέπουν να ακυρώνονται οι δια­λέξεις τους και, μερικές φορές, όπως έ­χει ήδη συμβεί, να καίγονται τα βιβλία τους, επειδή τόλμησαν να υποστηρίξουν ότι υπάρχουν μόνο δύο φύλα και ότι δεν μπορεί κανείς να περνάει από το ένα στο άλλο όπως θα άλλαζε το πουκάμισό του. Δεν υπερβάλλω.

Σίγουρα, στη Μόσχα, στο Πεκίνο, τo Μπαμακό ή το Δελχί, στο μη δυτικό τμή­μα του κόσμου, οι άνθρωποι σκέφτονται πολύ διαφορετικά. Από πάντα άλλωστε, η ανθρωπότητα προσπαθεί να οικοδομή­σει με βάση αυτό το πρωτογενές βιολογι­κό γεγονός της διαφοράς των φύλων. Εί­μαστε ο πρώτος πολιτισμός που θέλει να το αποδομήσει.

Γιατί αυτό το ζήτημα είναι τόσο σοβα­ρό; Γιατί επέλεξα να συζητήσω αυτό το θέμα μαζί σας σήμερα; Ο πρώτος λόγος είναι επιδερμικός. Μου είναι αφόρητο να βλέπω ένα τόσο μεγάλο ψέμα -δεν υ­πάρχουν δύο φύλα- να ανθεί στη δημόσι­α συζήτηση. Αξίζει δε να υπογραμμιστεί το παράδοξο μιας εποχής που, ενώ διακη­ρύσσει τη λατρεία της επιστήμης, το κυ­νήγι του σκοταδισμού, την καταπολέμη­ση των ψευδών ειδήσεων, αποδέχεται ως γεγονός που δεν επιδέχεται συζήτηση την ιδέα ότι το φύλο είναι μια καθαρή κοινω­νική κατασκευή.

Ο δεύτερος λόγος είναι πιο βαθύς, σχεδόν μεταφυσικός. Η διαφορά των φύ­λων είναι, μαζί με την ασθένεια, τη γή­ρανση και τον θάνατο, μία από τις απο­δείξεις του πεπερασμένου χαρακτήρα της ύπαρξής μας. Επιτιθέμενοι σε αυτό το ό­ριο, οι αποδομητές απορρίπτουν τον α­ναμφισβήτητα ζωικό χαρακτήρα της αν­θρώπινης κατάστασής μας. Επιπλέον, σε αντίθεση με την ασθένεια, τη γήρανση και τον θάνατο, όρια που επίσης καταπο­λεμούν οι σύγχρονοι, η διαφοροποίηση των φύλων δεν είναι κατάρα, αδυναμία, αλλά εφαλτήριο και πλούτος.

Οι υπερασπιστές της αποδόμησης κα­τηγορούν για «ηθικό πανικό» όσους τολ­μούν να καταγγείλουν την άρνηση της διάκρισης των φύλων. Η συλλογιστική τους δανείζεται τη λογική του καζανιού του Φρόιντ: Ο Α δανείστηκε ένα καζάνι από τον Β και το επέστρεψε με μια με­γάλη τρύπα. Ιδού η απολογία του: «Πρώ­τον, δεν δανείστηκα ποτέ ένα καζάνι από εσένα· δεύτερον, το καζάνι είχε ήδη μια τρύπα όταν το παρέλαβα· τρίτον, σου ε­πέστρεψα το καζάνι άθικτο». Πρώτον, η διαφορά μεταξύ των δύο φύλων δεν υφίσταται· δεύτερον, δεν απειλείται καθό­λου· τρίτον, δεν αποτελεί πρόβλημα αν α­πειλείται, διότι η καταστροφή της θα ή­ταν επωφελής για την ανθρωπότητα. Επι­τρέψτε μου, λοιπόν, να απαντήσω σε αυ­τό το επιχείρημα σε τρία μέρη: 1. η δια­φορά των φύλων υπάρχει· 2. Ναι, απει­λείται· 3. Πρέπει να την υπερασπιστούμε.

 

  1. Η διαφορά μεταξύ των δύο φύλων είναι πραγματική

Πιστεύω λοιπόν ότι υπάρχουν δύο φύλα. Ένα ορατό θαύμα που πρέπει να το υπεν­θυμίζουμε σα να ήταν αόρατο. Ως ένα σύ­νορο που μας χωρίζει ήδη από την κοιλιά της μητέρας μας, η διαφορά μεταξύ των δύο φύλων είναι το πρώτο πράγμα, η πιο άμεση ταυτότητα που γίνεται ολοφάνερη μόλις συναντήσουμε ένα άτομο, πριν α­πό την ηλικία και το χρώμα του δέρματός του (ας σημειωθεί ότι κανείς δεν σκέφτε­ται σοβαρά να αλλάξει φυλή και ότι, πα­ρά τη θεαματική πρόοδο της αισθητικής χειρουργικής, κανένας ηλικιωμένος δεν ι­σχυρίζεται ότι είναι ακόμη παιδί). Πρό­κειται για κάτι φαινομενολογικά προφα­νές που είναι δύσκολο να οριστεί.

Τι είναι ο άνδρας, τι είναι η γυναίκα; Δεν πιστεύω σε κάποια ουσία του «αρσε­νικού» ή του «θηλυκού». Θα προτιμούσα να μιλήσω για ένα μυστήριο που βρίσκε­ται διαρκώς σε διαδικασία διαύγασης. Θα μπορούσα να μιλήσω για τον τρόπο με τον οποίο οι άνδρες κοιτούν τις γυναίκες. Για τη συγκίνηση των μανάδων τη νύχτα όταν ακούν το παιδί τους να βογκάει. Για το προστατευτικό ένστικτο των πατερά­δων, για την τάση τους στη διακινδύνευση. Για την προσοχή των γυναικών στο συγκεκριμένο και την προτίμηση στη λε­πτομέρεια, για την προτίμηση των ανδρών στην αφαίρεση και την έλξη προς τη γεωγραφία. Για τη σεμνότητα από την πλευρά των γυναικών και την έννοια της τιμής από εκείνη των ανδρών. Θα μπο­ρούσα να σας δώσω χίλια πορτρέτα αν­δρισμού, από τον θυμό του Αχιλλέα μέχρι την επιμονή του Σαντιάγο, του γέροντα του Χέμινγουεϊ, και τον σαρκασμό του Ρετ Μπάτλερ. Και χίλια πορτρέτα θηλυ­κότητας, από το θάρρος της Ζαν ντ’ Αρκ μέχρι τον αισθησιασμό της Κολέτ και το θράσος της Σκάρλετ Ο’ Χάρα.

Δεν θα μπορούσα να σας πλέξω ένα εγκώμιο για το αιώνιο θηλυκό, για ιδιό­τητες που αναπόφευκτα συνδέονται με το φύλο μου, όντας η ίδια ένα ελάχιστα α­ντιπροσωπευτικό δείγμα του. Ως παιδί, ή­μουν ένα από εκείνα τα κορίτσια που αποκαλούνται «αγοροκόριτσα», που τρέχουν πίσω από μπάλες και γδέρνουν τα γόνατά τους, που δεν τους αρέσουν τα φορέματα ή οι κούκλες. Όταν ήμουν πέντε χρονών, ζήτησα από τους γονείς μου να μου δώ­σουν μια στολή πρίγκιπα. Μου την έδω­σαν χωρίς καμία υστεροβουλία, και ποτέ δεν ένιωσα να θέτουν φραγμούς στην επι­θυμία μου να υπάρχω ή να μιμούμαι. Αν είχα γεννηθεί σε μια προοδευτική οικογέ­νεια στη δεκαετία του 2010, ίσως οι γο­νείς μου να με είχαν στείλει σε μια κλινι­κή για να ξεκινήσω τη μετάβαση φύλου. Σήμερα, ευχαριστώ τον Θεό που είμαι γυ­ναίκα, όχι μόνο για τα αμέτρητα οφέλη που προσφέρονται στο φύλο μου από το φεμινιστικό καθεστώς υπό το οποίο ζούμε, αλλά και επειδή ανακάλυψα, εκτός α­πό τη συζυγική αγάπη, την απέραντη χα­ρά της μητρότητας, αυτό το «υπερβολι­κό προνόμιο των γυναικών» (όπως λέει η Φρανσουάζ Εριτιέ – Francoise Heritier).

«Υπάρχουν δύο φύλα. Αυτή είναι μια πραγματικότητα που η ιστορία θα πρέπει να αναγορεύσει σε τέταρτη αρχή της, πέρα από την ελευθερία, την ισότητα και την α­δελφοσύνη, αν θέλει να είναι σύμφωνη με τα ιδανικά της», έγραφε η μαχητική φε­μινίστρια Αντουανέτ Φουκ (Antoinette Fouque) το 1995. Είχε δίκιο, αλλά και ά­δικο. Γιατί ούτε ελευθερία, ούτε ισότητα, ούτε αδελφοσύνη υπάρχουν στη φύση. Η διαφορά μεταξύ των δύο φύλων, όμως, υ­πάρχει.

Βιώνουμε σήμερα ένα παράδοξο φαι­νόμενο: τη ριζική απόκλιση μεταξύ των ανθρωπιστικών και των θετικών επιστη­μών. Και αυτό γίνεται κατ’ εξοχήν διακριτό στο ζήτημα της διαφοράς μεταξύ των φύλων.

Ενώ οι γνωστικές επιστήμες συνεχί­ζουν να σημειώνουν πρόοδο και να κατα­δεικνύουν την προφάνεια του γεγονότος ότι υπάρχει διαφορά μεταξύ των δύο φύ­λων από την πιο μικρή ηλικία, οι ανθρω­πιστικές επιστήμες, και ιδίως η κοινωνιολογία, συνεχίζουν να διακηρύσσουν ό­τι πρόκειται για μια απλή κοινωνική κα­τασκευή. Ένα εύγλωττο παράδειγμα: το 2005, η ανθρωπολόγος ερευνήτρια Πρισίλ Τουράιγ (Priscille Touraille) υποστή­ριξε μια διατριβή, υπό την καθοδήγηση της Φρανσουάζ Εριτιέ (Francoise Heritier), με την οποία επεδίωκε να αποδεί­ξει ότι η διαφορά ύψους μεταξύ ανδρών και γυναικών δεν οφείλεται σε βιολογικά αίτια, αλλά σε μια κοινωνική κατασκευ­ή που χρονολογείται από την παλαιολιθι­κή εποχή. Εν ολίγοις, οι άνδρες, ήδη από εκείνη την εποχή, στερούσαν από τις γυναίκες το κρέας, γεγονός που εξηγεί γιατί είναι πιο μικρόσωμες από τους άνδρες σήμερα. Αυτή η θέση της «πατριαρ­χίας των φιλέτων», όπως την αποκάλεσε η δημοσιογράφος Πέγκυ Σάστρ (Peggy Sastre), είναι προφανώς παράλογη. Ο φυ­λετικός διμορφισμός, ο οποίος απαντάται και στα πρωτεύοντα θηλαστικά, μπορεί να εξηγηθεί με τη φυσική επιλογή: τα ι­σχυρότερα αρσενικά κερδίζουν στη μάχη για την κατάκτηση των θηλυκών, με απο­τέλεσμα να κυριαρχεί προνομιακά η γε­νιά των μεγαλόσωμων αρσενικών.

Θα μπορούσα να απαριθμήσω αμέ­τρητες επιστημονικές αποδείξεις για τη διαφορά μεταξύ των δύο φύλων. Μελέτες έχουν καταδείξει ότι, ήδη από τη γέννησή τους, τα παιδιά έχουν διαφορετικές ευαι­σθησίες στην επιλογή των δραστηριοτή­των τους. Η πιο σημαντική μελέτη που έ­χει δημοσιευτεί ποτέ για το θέμα [Μελέτη, Archives of Sexoual Behaviour του 2021 με τον τίτλο «L’ampleur des interest des jouets lies au sexe des enfants est restee stable au cours de cinquante ans de recherche»] κατέδειξε ότι «οι προτιμήσεις των παιχνιδιών που σχετίζονται με το φύλο μπορούν να θε­ωρηθούν ως ένα καλά εδραιωμένο εύρη­μα», και μάλιστα «ήδη από την ηλικία των 9 μηνών». Οι προτιμήσεις αυτές βασίζο­νται σε βιολογικές διαφορές που δίνουν στα αγόρια μεγαλύτερη ικανότητα νοητικής περιστροφής και ενδιαφέρον για τον χώρο, ενώ τα κοριτσάκια ενδιαφέρονται περισσότερο για τα πρόσωπα και έχουν μεγαλύτερες δεξιότητες στη λεπτή κινη­τικότητα. Οι υποστηρικτές της θεωρίας του φύλου μπερδεύουν το αίτιο με το αιτιατό: τα παιδιά δεν παίζουν με διαφορε­τικά παιχνίδια επειδή υπόκεινται σε «στε­ρεότυπα φύλου», αλλά, ακριβώς επειδή είναι διαφορετικά, στρέφονται κατά μέ­σον όρο σε διαφορετικές δραστηριότη­τες. Άλλες μελέτες δείχνουν ότι, κατά μέ­σον όρο, ο εγκέφαλος των κοριτσιών ωρι­μάζει στην εφηβεία δύο χρόνια νωρίτερα από τον εγκέφαλο των αγοριών.

Ας αναφερθούμε επίσης στο «παράδο­ξο της ισότητας»: όσο πιο ανεπτυγμένες και εξισωτικές είναι οι χώρες, τόσο μεγα­λύτερες είναι οι διαφορές ανάμεσα στις ε­πιλογές των δύο φύλων! Όσο μεγαλύτε­ρη είναι η ισότητα, τόσο περισσότερες είναι οι επαγγελματικές επιλογές που υπερκαθορίζονται από τη διαφορά φύλου! Όσο περισσότερες επιλογές έχουν οι γυ­ναίκες, τόσο περισσότερο διαφέρουν οι σταδιοδρομίες τους από εκείνες των ανδρών. Κατά μέσον όρο, οι γυναίκες είναι πιο πιθανό να ασχοληθούν με τα επαγγέλ­ματα φροντίδας και οι άνδρες πιο πιθανό να ασχοληθούν με τα επαγγέλματα που έ­χουν να κάνουν με αντικείμενα (μηχανι­κοί). Και αυτό επιβεβαιώνεται και σε χώ­ρες ιδιαίτερα εξισωτικές όπως αυτές της βόρειας Ευρώπης. Αντιθέτως, οι γυναί­κες μαθηματικοί και, γενικότερα, οι γυ­ναίκες που διαπρέπουν στο «αντικειμενι­κό» είναι περισσότερες σε χώρες που βρί­σκονται κάτω από τον ζυγό ενός δεσποτισμού θρησκευτικής έμπνευσης – η Ιρανή Μαριάμ Μιρζακανί, η πρώτη γυναίκα που κέρδισε το μετάλλιο Fields, ήταν μια χαρακτηριστική περίπτωση, σημειώνει ε­πίσης η δημοσιογράφος Πέγκυ Σαστρ. Με τον ίδιο τρόπο που υπήρχαν περισ­σότερες γυναίκες επιστήμονες στις κομ­μουνιστικές χώρες απ’ ό,τι στον «ελεύθε­ρο κόσμο».

Παντού, ο κοινωνικός κονστρουκτιβι­σμός προσκρούει στη βιολογική διαφο­ρά μεταξύ των δύο φύλων, ως το απροσπέλαστο θεμέλιο της ανθρώπινης ύπαρ­ξης. Όχι, δεν είναι όλα κατασκευασμένα. Όπως το θέτει η Αμερικανίδα ελευθεριακή φεμινίστρια Καμίλ Πάλια (Camille Paglia): «η ψυχρή βιολογική αλήθεια είναι ότι οι αλλαγές φύλου είναι αδύνατες. Κά­θε κύτταρο του σώματός μας, με εξαίρεση τα κύτταρα του αίματος, περιέχει εφ ’ όρου ζωής τον κώδικα του φύλου μας».

Ας προσπαθήσουμε να φτάσουμε στην καρδιά αυτής της σεξουαλικής δι­αφοράς. Για να το κάνουμε αυτό, πρέπει να επιστρέψουμε στον Αριστοτέλη. Η γυ­ναίκα γεννά μέσα στο δικό της σώμα, ο άνδρας γεννά στο σώμα του άλλου. Από αυτή την ουσιαστική, ιλιγγιώδη, διαφορά γεννιούνται όλα τα υπόλοιπα. Ο άνδρας μπορεί να βιάσει, η γυναίκα όχι. Στη δι­άρκεια δεκάδων χιλιάδων ετών εξέλιξης του είδους μας, οι γυναίκες επέλεγαν ι­σχυρούς άνδρες για να προστατεύουν τους απογόνους τους και να προστατεύ­ονται από τους άλλους άνδρες. Το απο­τέλεσμα αυτής της σεξουαλικής επιλογής ήταν η αύξηση της δύναμης και της επι­θετικότητας των ανδρών. Κατά μέσον ό­ρο, οι άνδρες είναι πιο επιθετικοί, διακιν­δυνεύουν περισσότερο και έχουν ισχυρό­τερη λίμπιντο από τις γυναίκες.

Επιθετικότητα, διακινδύνευση, σε­ξουαλικότητα: αυτοί είναι οι τρεις το­μείς στους οποίους παρατηρούνται σημα­ντικές διαφορές στη συμπεριφορά μετα­ξύ ανδρών και γυναικών. Φυσικά, αυτό δεν σημαίνει ότι ορισμένες γυναίκες δεν θα πάρουν περισσότερα ρίσκα ή δεν θα έχουν μεγαλύτερη σεξουαλική επιθυμί­α από τους άνδρες. Αλλά κατά μέσον ό­ρο, αυτό συμβαίνει. Ομοίως, για τις γυ­ναίκες, υπάρχει πιθανώς μια διαφορετι­κή σχέση με τον χρόνο, καθώς το σώμα τους, περιοδικά, τους υπενθυμίζει τον ε­αυτό τους. Εξ ου και μια πιο έντονη ίσως προσοχή στο συγκεκριμένο. «Δεν επιδι­ώκουν την αιωνιότητα, αλλά την ανθρώ­πινη διάρκεια», γράφει υπέροχα η Μονά Οζούφ (Mona Ozouf) στο Les mots des femmes (Οι λέξεις των γυναικών).

Αυτές οι διαφορές υπάρχουν. Μπο­ρούν είτε να μεγεθυνθούν είτε να απορριφθούν από τον πολιτισμό. Έτσι, ορι­σμένοι πολιτισμοί προσδίνουν αξία στην ανδρική βία, ενώ άλλοι όχι. Κάποιοι επι­νοούν το πέπλο για να καλύψουν τις γυ­ναίκες, άλλοι τον ιπποτισμό για να καλύ­ψουν την επιθυμία των ανδρών. Πολιτι­σμός και βιολογία είναι αλληλένδετοι α­πό τόσο παλιά που είναι δύσκολο να τα ξεδιαλύνουμε.

Αλλά ας έρθουμε στη θεμελιώδη δια­φορά, τη μητρότητα. Αυτή που οι φεμινί­στριες δεν θέλουν πλέον να τη βλέπουν, γιατί μεταβάλλονται στις συνδικαλίστριες ενός υποκειμένου, της γυναίκας, το ο­ποίο αδειάζουν από την ουσία του. Η γυ­ναίκα γεννά στο δικό της σώμα, ο άνδρας γεννά στο σώμα ενός άλλου. Από αυτή τη διαφορά γεννιούνται όλες οι άλλες. Mater certa est, η μητέρα είναι πάντα αδιαμ­φισβήτητη, λέει το ρωμαϊκό δίκαιο. Pater est semper incertus, ο πατέρας είναι πά­ντοτε αμφισβητήσιμος. Pater is est quem nuptiae demonstrant, Ο πατέρας είναι αυ­τός τον οποίο δείχνει ο γάμος. Ο γάμος παράγει πατέρες. Η γυναίκα περιορίζεται στην ιδιωτική σφαίρα, όπου μπορεί να ε­ποπτεύεται ώστε να διασφαλιστεί ότι δεν θα μείνει έγκυος από κάποιον άλλον.

Θυμάμαι έναν διάλογο στον Υποκόμη της Βραζελόνης, τον οποίο παραθέτω α­πό μνήμης, στον οποίο ο Δουμάς συνο­ψίζει υπέροχα την ουσία των αντεστραμμένων εξουσιών του αρσενικού και του θηλυκού. Η Μαρία-Τερέζα της Αυστρίας παραπονιέται στην πεθερά της, την Άννα της Αυστρίας, μητέρα του Λουδοβίκου ΙΔ’, ότι ο σύζυγός της την απατά συνε­χώς με άλλες γυναίκες. Η βασιλομήτωρ καθησυχάζει τη νύφη της: «Μην ανησυ­χείτε. Αυτός σας έχει ανάγκη για να δώσει στο βασίλειο έναν πρίγκιπα, εσείς δεν τον χρειάζεστε για να του τον δώσετε».

Εκεί βρίσκεται η ουσία αυτού που αποκαλούμε «πατριαρχία». Δεν πρόκειται για μια κακόβουλη συνωμοσία, ενορχη­στρωμένη από άνδρες, αλλά για μια συμμαχία, μια συμφωνία που γεννήθηκε από τους περιορισμούς που επιβάλλει η βιο­λογία. Θυμίζει το σύμφωνο που συνέδε­ε τις τρεις τάξεις στο Παλαιό Καθεστώς [Το σύμφωνο, η Χάρτα, που πριν τη γαλλική Ε­πανάσταση, συνέδεε τους Ευγενείς, τον Κλήρο και την Τρίτη τάξη (σ.τ.μ.)]. Εμείς οι σύγχρονοι είμαστε τόσο προκα­τειλημμένοι εναντίον των προκαταλήψε­ων που συχνά ξεχνάμε ότι η παράδοση δεν είναι παρά μία λύση που επινοήθη­κε σε μια ιστορική στιγμή και ήταν αρκε­τά αποτελεσματική ώστε να έχει επιβιώσει επί αιώνες. Οι γυναίκες περιορίζονται στην ιδιωτική σφαίρα, αλλά, σε αντάλ­λαγμα, οι άνδρες χύνουν το αίμα τους. Το ότι αυτή η ιδρυτική συμφωνία, κάποια στιγμή, προκάλεσε ανισορροπία, ή ακό­μη και πραγματική αδικία, και ότι η αδι­κία αυτή οδήγησε σε επανάσταση, είναι κάτι διαφορετικό.

Ας μιλήσουμε γι’ αυτή την επανάστα­ση. Υπήρξε σταδιακή. Αλλά η αποφασι­στική στιγμή, κατά τη γνώμη μου, υπήρ­ξε ο έλεγχος της αναπαραγωγής από τις γυναίκες, που κατέστη δυνατός, τη δεκα­ετία του 1960, με την αντισύλληψη και την άμβλωση. Αυτό αλλάζει τα πάντα. Ο ακρογωνιαίος λίθος της πατριαρχίας κα­ταρρέει. Δεν υπάρχει πλέον. Εξ ου, αναμ­φίβολα, και η σχεδόν θρησκευτική προ­σήλωση που περιβάλλει το δικαίωμα στην άμβλωση, στις δημοκρατίες μας. Εί­ναι για την πατριαρχία ό,τι ήταν η λαϊκή κυριαρχία για τη μοναρχία: το σημείο κα­μπής προς ένα νέο καθεστώς. Η ανδρική ηγεμονία ήταν καθολική, δεν είναι πλέ­ον στη Δύση. Το Παλαιό Καθεστώς της κυριαρχίας έχει ανατραπεί. Αλλά το πε­ρίεργο είναι ότι, σχεδόν πενήντα χρόνια μετά την επανάσταση, ο κυρίαρχος προ­οδευτικός λόγος συνεχίζει να διαβεβαιώνει ότι αυτή δεν συνέβη ποτέ και ότι όλα μένει να γίνουν. Από αυτό άλλωστε μπο­ρούμε να αναγνωρίσουμε μια ιδεολογία: από την επιθυμία της για μια αέναη επα­νεκκίνηση.

 

  1. Γιατί απειλείται σήμερα η διαφορά των φύλων;

Υπήρξαν τρία φεμινιστικά κύματα. Το πρώτο ήταν πολιτικό: συνίστατο στην παραχώρηση στις γυναίκες των δικαιω­μάτων που είχαν κατακτηθεί για τους άν­δρες από την επανάσταση και στη συνέ­χεια από τη Δημοκρατία (δικαίωμα ψή­φου, ισότητα στην πρόσβαση σε αξιώ­ματα, οικονομική ανεξαρτησία). Το δεύ­τερο ήταν μια ανθρωπολογική ανατροπή: πρόκειται για τη σεξουαλική επανάστα­ση των δεκαετιών του 1960 και του 1970. Το τρίτο είναι αμιγώς ιδεολογικό. Αυτή η επαναστατική θεωρία έχει ένα όνομα, το οποίο περιέργως δεν αρέσει καθόλου στους υποστηρικτές της: θεωρία του κοι­νωνικού φύλου.

Η έλλειψη διαφοράς μεταξύ των φύ­λων, η απόλυτη ενσάρκωση της tabula rasa, κυριαρχεί. Από τη λέξη «δεσποινίς», η οποία έχει αφαιρεθεί από τα διοικητικά έντυπα, μέχρι τα παιδικά παιχνίδια, τα μαθήματα χορού στη Σχολή Πολιτι­κών Επιστημών (Scienses Po), όπου δεν μπορείς πλέον να λες «άνδρας-γυναίκα» αλλά «αρχηγός-ακόλουθος», παντού η ασυμμετρία των φύλων αποδομείται ανε­λέητα ως στίγμα κυριαρχίας.

Επιτρέψτε μου να σας μιλήσω για τον Τζον Μόνεϊ (John Money). Στους ο­παδούς της θεωρίας του κοινωνικού φύ­λου δεν αρέσει καθόλου η αναφορά σε αυτή την οδυνηρή υπόθεση. Ωστόσο α­πό αυτόν ξεκίνησαν όλα. Το 1955, επι­νόησε την έννοια του gender. Εργάστη­κε με ερμαφρόδιτα παιδιά, στα οποία α­πέδιδε αυθαίρετα ένα φύλο, πρώτα «πο­λιτισμικά» και στη συνέχεια χειρουργικά. Ο καημένος ο Ντέιβιντ πλήρωσε το τίμη­μα: το πέος του είχε ακρωτηριαστεί από μια αποτυχημένη περιτομή. Ο Δρ Μόνεϊ είπε στους γονείς του ότι θα έπρεπε να μεγαλώσει ως κορίτσι και να μετονομα­στεί σε Μπρέντα. Αλλά, στην εφηβεία, ό­ταν ήρθε η ώρα για την εγχείρηση που υ­ποτίθεται ότι θα έδινε στο παιδί τον κόλ­πο που ταίριαζε στη νέα του ταυτότητα, η Μπρέντα επαναστάτησε και πήρε το όνο­μα Μπρους· εκείνος (εκείνη;) προσπάθη­σε να ανακτήσει την ανδρική του ταυτό­τητα. Ο Ντέιβιντ-Μπρέντα-Μπρους, ο ο­ποίος ήταν «προβληματικός» ως προς το φύλο του, κατέληξε στην αυτοκτονία το 2002.

Η έννοια του κοινωνικού φύλου, η ο­ποία εμφανίστηκε στον ψυχιατρικό τομέ­α, υιοθετήθηκε από τις φεμινίστριες στις κοινωνικές επιστήμες. Η Βρετανίδα φεμι­νίστρια Αν Ώκλευ (Anne Oakley) ήταν η πρώτη που διατύπωσε τη θεωρία της διά­κρισης μεταξύ βιολογικού φύλου και πο­λιτισμικού (κοινωνικού) φύλου το 1972. Ωστόσο, το βιβλίο της ξεκινούσε με τη φράση: «Όλοι γνωρίζουν ότι οι άνδρες και οι γυναίκες είναι διαφορετικοί». Αυ­τή είναι μια δήλωση που το τρίτο φεμι­νιστικό κύμα θα έσπευδε να απορρίψει. Έτσι, η Τζούντιθ Μπάτλερ, η Αμερικα­νίδα επιστήμονας, πάπισσα της θεωρίας του κοινωνικού φύλου, που ασχολείται με τις σεξουαλικές μειονότητες στις Ηνωμέ­νες Πολιτείες, αποφάσισε να μετατοπίσει το πεδίο της μάχης στο ίδιο το φύλο, το οποίο εκλαμβάνεται ως πολιτισμική κα­τασκευή. Αυτό που αμφισβητεί είναι η «δήθεν φυσική νομιμότητα της κατηγοριοποίησης των φύλων». Ο πραγματικός στόχος της Μπάτλερ είναι να μετατοπί­σει τον φεμινιστικό αγώνα από τον αγώνα για πραγματική ισότητα στην καταστρο­φή των ετεροφυλοφιλικών προτύπων.

Σε μια απόλυτα μεταμοντέρνα λογική, η οποία δεν αποδέχεται κανέναν καθο­λικό ορισμό της καλής ζωής, ο αποκλει­στικός στόχος της Μπάτλερ είναι να κά­νει τις ζωές πιο «βιώσιμες», δηλαδή χω­ρίς κανόνες, επειδή οι καθορισμένοι κα­νόνες, που υπαγορεύονται από την πλει- οψηφία, εμποδίζουν ορισμένες μειονότη­τες να ευημερήσουν. Θα πρέπει να λάβει τέλος η γενικευμένη πόλωση της ανθρώ­πινης φυλής σε δύο φύλα, η οποία κρίνεται τεχνητή, αυθαίρετη και στιγματιστική, προς όφελος μιας ασαφούς «μεταταυτότητας» (queer), ή για πολύ συγκεκριμέ­νες ταυτότητες που δεν αφορούν το φύλο, αλλά τον «σεξουαλικό προσανατολισμό» (gay, λεσβία, bi κ.λπ.). Τα δύο μπορούν, φυσικά, να συνδυαστούν. «Do you have a vagina?» («Μήπως έχετε έναν κόλπο;») Σε αυτή την ερώτηση, η Μονίκ Βιτίγκ (Monique Wittig), η ριζοσπαστική Γαλλίδα λεσβία, που ενέπνευσε την Μπάτλερ, απάντησε απλά: «Όχι». Αυτός ο ακραίος ιδεαλισμός (η Μπάτλερ έκανε τη διατριβή της στον Χέγκελ, τον αδιαμφισβήτη­το δάσκαλο του γερμανικού ιδεαλισμού), ο οποίος έρχεται σε ρήξη με τον βιολο­γικό ρεαλισμό, είναι ταυτόχρονα και έ­νας σχετικισμός. Πράγματι, αν τα πάντα είναι πολιτισμός, τα πάντα είναι γλωσσι­κή έκφραση, δεν υπάρχουν καθόλου εξω­τερικοί κανόνες για την υποκειμενικότη­τα του ατόμου. Το πραγματικό πρέπει να υποχωρήσει μπροστά στη θέλησή του. Ή μάλλον: η πραγματικότητα δεν είναι τί­ποτε άλλο από εκείνο που αποφασίζει η θέληση του ατόμου.

Ο Πίκο ντέλα Μιράντολα (Pico della Mirandola), το 1487, είχε ήδη διατυπώ­σει το παράδειγμα των μοντέρνων και­ρών: «Δεν σου έδωσα καμία σταθερή θέ­ση, κανένα συγκεκριμένο πρόσωπο, κα­νένα ιδιαίτερο δώρο, ω Αδάμ, ώστε να επιλέξεις τη θέση, το πρόσωπό και τα χα­ρίσματα που θέλεις». Η θεωρία των φύ­λων είναι απλώς η ριζοσπαστική έκφρα­ση της σύγχρονης απροσδιοριστίας. Η ύ­παρξη προηγείται της ουσίας. «Ονειρεύ­τηκα τον εαυτό μου ως το απόλυτο θεμέλι­ο του εαυτού μου και ως τη δική μου απο­θέωση», γράφει η Σιμόν ντε Μποβουάρ στο Memoires d’une jeune fille rangee [Βλ. Σιμόν ντε Μποβουάρ, Οι αναμνήσεις μιας καθώς πρέπει κόρης, Γλάρος, Αθήνα (σ.τ.μ.)]. «Δεν γεννιέται κανείς γυναίκα, αλλά γίνε­ται», λέει στο βιβλίο της, Το δεύτερο φύ­λο. «Γιατί να γίνεις, λοιπόν;», προσθέτει η Μπάτλερ. Αν το φύλο είναι κατασκευ­ασμένο, τότε είναι δυνατόν να το αναιρέ­σουμε και να αρνηθούμε αυτή την «κατασκευσμένη» ταυτότητα. Από την αποκά­λυψη της κατασκευής, περνάμε στην επι­τακτική ανάγκη της Αποδόμησης. Από ε­κεί και πέρα, το σουπερμάρκετ των ταυ­τοτήτων είναι ανοιχτό, και ο Αδάμ μπορεί να επιλέξει το πρόσωπό του, τα χαρίσματά του, αλλά και το φύλο και τον σεξου­αλικό του προσανατολισμό, σε συνδυα­σμούς τόσο άπειρους όσο ένα μενού fast-food. Ούτε φύση ούτε πολιτισμός, όλα εί­ναι θέμα βούλησης.

Ανδρόγυνος, τρανσέξουαλ, διγενής, ερμαφρόδιτος, άνδρας ή γυναίκα: στο facebook, μπορώ να επιλέξω πάνω από 56 σεξουαλικές ταυτότητες για να ορίσω τον εαυτό μου.

Με αυτή την έννοια, ο τρανς -η εμβληματική φιγούρα της νέας επανάστα­σης του φύλου, όπως ήταν ο εργάτης κα­τά τη διάρκεια της μαρξιστικής επανά­στασης-, δεν είναι παρά η τελική απόλη­ξη του ατόμου. Αυτό είναι το νόημα της έννοιας της «επιτελεστικότητας του φύ­λου» που επινόησε η Τζούντιθ Μπάτλερ. Οι έμφυλες ταυτότητες είναι μόνο θεα­τρικά παιχνίδια, εφευρέσεις του υποκει­μένου. Τα ατομικά παίγνια πρέπει να α­ντικαταστήσουν τους τυποποιημένους πολιτιστικούς ρόλους που επιβάλλει η κοινωνία. Ο καθένας πρέπει να επινοήσει τη δική του παρτιτούρα.

Το παράδοξο είναι ότι, καθώς αποδομείται η δυαδικότητα της έμφυλης διαφο­ράς, οι ετικέτες πολλαπλασιάζονται. ΛΟΑΤΚΙ+. Ότι το αίτημα για ελευθερία μετατρέπεται σε άσκηση γενικευμένης ε­πιτήρησης των αποκλινουσών απόψεων. Πρόσφατα παραδείγματα είναι η διακο­πή, ή ακόμα και η ακύρωση, ομιλιών των κυριών Agacinski, Elliachef και Heinich, οι οποίες κατηγορήθηκαν και οι τρεις για ομοφοβική ή τρανσφοβική συμπεριφο­ρά. Παντού, η κουλτούρα της ακύρωσης (cancel culture), επιτίθεται με σφοδρότητα εναντίον όσων ασκούν κριτική στη θε­ωρία του φύλου.

Η έσχατη ειρωνεία συνίσταται στο ότι η απελευθέρωση από τη βιοεξουσία του κράτους, που κάποτε υποστήριζε ο Μισέλ Φουκώ, μετατρέπεται, επί παραδείγ­ματα σε αίτημα αναγνώρισης από το κρά­τος. Έτσι, η Τζούντιθ Μπάτλερ απέκτη­σε «πιστοποιητικό ατόμου απροσδιόρι­στου φύλου στην Καλιφόρνια». Αυτό που κάποτε διεκδικούνταν ως μια μορφή περιθωριακότητας μεταβάλλεται στη διεκ­δίκηση ενός νέου κανόνα. Αντίο Προυστ, Ζιντ, Ζενέ, η υπαρξιακή και λογοτεχνική υπέρβαση αντικαθίσταται τώρα από τον επιδοτούμενο ακτιβισμό, που ενθαρρύνε-ται από τις μεγάλες πολυεθνικές και προ­ωθείται από τις επίσημες αρχές.

Αυτό οφείλεται στο γεγονός ότι το «queer factory» προσλαμβάνει μια ολο­κληρωτική διάσταση. Γιατί «όποιος θέλει να γίνει άγγελος, γίνεται θηρίο»: τα αγό­ρια δεν αρχίζουν αυθόρμητα να παίζουν με κούκλες, ούτε τα κορίτσια γίνονται πυροσβέστες. Πρέπει να καταστρέψουμε. Η αποδόμηση πρέπει να εμπεδωθεί μέ­σω της Αλφαβήτας και της προπαγάνδας. Η πρωτοτυπία της θεωρίας του φύλου έ­γκειται στο να περάσουμε από την ιστο­ρικότητα της έμφυλης διαφοράς στην α­πόρριψή της. Να περάσουμε από το «εί­ναι κατασκευασμένο» στο «πρέπει να το αποδομήσουμε». Να περάσουμε από την ανάδειξη των κωδικοποιημένων κοινωνι­κών σχέσεων στην προγραμματισμένη ατομικοποίησή τους.

Σε ένα ελεύθερο βήμα που δημοσιεύθηκε στη Le Monde, τον Φεβρουάριο του 2014, οι υπέρμαχοι της θεωρίας του φύ­λου καταδίκασαν την «άγνοια και τον αντιδιανοητικισμό που καταγγέλλει την ε­πιστήμη στο όνομα της κοινής λογικής». Ωστόσο, όπως δείξαμε στο Μέρος 1, οι μελέτες φύλου είναι αυτές που είναι σε συντριπτικό βαθμό αντιεπιστημονικές, καθώς αμφισβητούν τη βιολογία. Στο δο­κίμιό του Ο νόμος του φύλου, ο φιλόσο­φος Ντριέ Γκοντφριντί (Drieu Godefridi) έχει μια σωστή διαίσθηση: αντιμετω­πίζει τη «θεωρία του φύλου» με το κριτή­ριο της επιστημονικότητας του Καρλ Πόπερ. Για τον Καρλ Πόπερ, αυτό που δια­κρίνει μια επιστημονική θεωρία από μια μεταφυσική θεωρία (ή μια ιδεολογία) εί­ναι η δυνατότητά της να καταρριφθεί ή να διαψευσθεί. Μια μη διαψεύσιμη, δη­λαδή μη επιστημονική, θεωρία είναι μια θεωρία που αντιστέκεται στην απόδει­ξη του αντιθέτου και περιλαμβάνει αυτή την αναίρεση ως μέρος της θεωρίας. Πα­ράδειγμα: αν επικρίνεις τον μαρξισμό, εί­σαι αστός. Αν επικρίνετε την ψυχανάλυ­ση, είστε νευρωτικός. Αν επικρίνετε τη θεωρία των φύλων, είναι απόδειξη ότι ο κόσμος πράγματι κυβερνάται από την «ε­τεροφυλόφιλη κάστα» που προσπαθεί να διατηρήσει την εξουσία της με κάθε μέ­σο. Πρόκειται για μια αδυσώπητη και οργουελική λογική, η οποία αρνείται κάθε δυνατότητα κριτικής, παραπέμποντάς την σκωπτικά στις φαντασιώσεις του «djen-deur». Διότι αυτή είναι μία από τις ιδιαι­τερότητες της θεωρίας του φύλου: οι υποστηρικτές της ισχυρίζονται ότι δεν υ­πάρχει. Στα μάτια τους, η διάκριση του φύλου και του gender αποτελεί απλώς ζή­τημα παρατήρησης της πραγματικότητας.

Η θεωρία του κοινωνικού φύλου παίρ­νει έτσι τη σκυτάλη από τις μεγάλες ου­τοπίες του 20ού αιώνα. Ο μαρξισμός είναι νεκρός, η μεγάλη συλλογική νύχτα της ε­πανάστασης αναβάλλεται, τώρα πια μπο­ρεί ο καθένας να κάνει τη δική του ατο­μική επανάσταση, να γράψει τη δική του ιστορία. Δεν τίθεται πια ζήτημα να αλλά­ξουμε τον κόσμο, αλλά τη ζωή του καθενός. Αυτό το αφήγημα είναι πολύ αποτελεσματικό, διότι, σε αντίθεση με την τα­ξική πάλη, μπορεί να βρει ανταπόκριση σε κάθε άτομο.

Το 1987, ο κοινωνιολόγος Ζαν Μπωντιγιάρ (Jean Baudrillard) είχε ήδη γρά­ψει: «Είμαστε όλοι τρανσέξουαλ». Τό­νισε ότι η ίδια η ουσία του μεταμοντέρ­νου υποκειμένου ήταν να μην έχει ουσί­α, να ζει διασκορπισμένο ανάμεσα σε ε­ναλλασσόμενες a la cart ταυτότητες. Υπ’ αυτές τις συνθήκες, ο απόλυτος φιλελευ­θερισμός που προωθεί η παγκοσμιοποίη­ση βρίσκει μια φυσική διέξοδο σε μια θε­ωρία του φύλου, η οποία καλεί τον καθέ­να να γίνει το δικό του σήμα κατατεθέν, να επινοήσει τη δική του αυτοαφήγηση. Γι’ αυτό, εξάλλου, οι μεγάλες πολυεθνι­κές εταιρείες το έχουν κάνει δόγμα τους. Πολλαπλασιασμός των επιλογών ταυτό­τητας σημαίνει τη δημιουργία και αντί­στοιχων μεριδίων αγοράς.

 

  1. Γιατί πρέπει να διασώσουμε τη διαφορά μεταξύ των δύο φύλων;

Μιλώντας μαζί σας εδώ και λίγα λεπτά για τη διαφορά μεταξύ των φύλων, ενώ τα τύμπανα του πολέμου ηχούν έξω από αυτή τη συνάντηση, ενώ οι κάθε είδους κρίσεις πολλαπλασιάζονται και βλέπου­με την κατάρρευση όλων των εξουσιών, αισθάνομαι λίγο σαν ένας από εκείνους τους θεολόγους που λέγεται ότι συζητού­σαν το φύλο των αγγέλων στην Κωνστα­ντινούπολη, ενώ οι Τούρκοι ήταν στις πόρτες τους. Αλλά, όπως είπα, θεωρώ το θέμα αυτό ουσιώδες. Γιατί είναι τόσο σο­βαρό;

Αφού ορίσαμε τις δυνάμεις που αντιπαρατίθενται, και δείξαμε ότι ναι, όντως εξελίσσεται μια επίθεση με στόχο την «αποδόμηση» της έμφυλης διαφοράς, πρέ­πει τώρα να δείξουμε γιατί αυτή η επίθε­ση είναι επικίνδυνη. Για ποιο λόγο έχει νόημα η διάσωση της διαφοράς των φύ­λων; Γιατί άραγε είναι πολύτιμη; Και άλ­λωστε, αν αυτή η διαφορά είναι φυσική, αν αποτελεί ένα αμετάκλητο στοιχείο της ανθρώπινης κατάστασης, το οποίο κά­ποιοι προσπαθούν να αρνηθούν, θα μπο­ρεί και να υπερασπιστεί τον εαυτό της με την ίδια της την ύπαρξη, σωστά;

Και όμως, όχι. Διότι αν το γεγονός της διαφοράς μεταξύ των δύο φύλων θα υ­πάρχει πάντα, η πολιτιστική και ακόμη και η πολιτισμική μορφή της μπορεί να εξαφανιστεί και η ανθρωπότητα θα έχει τότε πολύ σοβαρά προβλήματα. Θα ήθε­λα να αναφέρω τρία από αυτά: τη γυναι­κεία δυσανεξία, την ανδρική δυσανεξία και τον πόλεμο των δύο φύλων.

Πρώτα απ’ όλα, η γυναικεία δυσανε­ξία. Ζούμε σε μια παράδοξη εποχή. Τη στιγμή που οι γυναίκες φαίνεται να έχουν φτάσει σε ένα σημείο χειραφέτησης χω­ρίς επιστροφή, όταν τους δίνεται η δυνα­τότητα να πετύχουν την ίδια καριέρα με τους άνδρες, έχουν αποκτήσει πρόσβαση σε όλες τις υψηλόβαθμες θέσεις, αποτε­λούν μέλη της Ακαδημίας σας και ο σεξι­σμός υποχωρεί, το φεμινιστικό αίτημα γί­νεται πιο ριζοσπαστικό. Γιατί συμβαίνει κάτι τέτοιο;

Σε αυτό, θα μπορούσε κανείς να δει το παράδοξο του Τοκβίλ. «Όταν η ανισότη­τα είναι ο κοινός νόμος μιας κοινωνίας, οι μεγαλύτερες ανισότητες δεν αποσπούν την προσοχή· όταν όλα βρίσκονται λίγο-πο­λύ στο ίδιο επίπεδο, ακόμα και οι μικρό­τερες ανισότητες ενοχλούν», έγραψε στο βιβλίο του Το Παλαιό Καθεστώς και η Ε­πανάσταση. Καθώς οι γυναίκες έχουν γί­νει λίγο πολύ ίσες με τους άνδρες (οι εναπομείνασες μισθολογικές διαφορές οφεί­λονται ουσιαστικά στη μητρότητα), οι υπόλοιπες ανισότητες, συμπεριλαμβανομένης της μείζονος ανισότητας του βιασμού, θεωρούνται απολύτως δυσβάστα­κτες. Για τον Ρενέ Ζιράρ, η κοινωνική τά­ξη βασίζεται στη διαφορά και όταν η έλ­λειψη διαφοροποίησης γίνεται πολύ έντο­νη, τότε εμφανίζεται η βία (το παράδειγ­μα μας το δίνουν οι δίδυμοι των μεγάλων μύθων, ο Ρώμος και ο Ρωμύλος, ο Αβελ και ο Κάιν). Θα μπορούσε κανείς να α­ναρωτηθεί σε ποιο βαθμό η οργανωμένη έλλειψη διαφοροποίησης μεταξύ των δύ­ο φύλων, η ανδρογυνισμός τους, δεν πα­ράγει μια νέα μορφή βίας, ενισχύοντας τη μιμητική αντιπαλότητα μεταξύ τους;

Μια άλλη ενδιαφέρουσα υπόθεση εί­ναι αυτή που αναπτύχθηκε από τον Εμμανουέλ Τοντ (Emmanuel Todd) στο Ou en sont-elles? Σύμφωνα με τον ανθρωπο­λόγο, η δυσανεξία των γυναικών δεν εξη­γείται τόσο από τα κατάλοιπα της ανδρι­κής κυριαρχίας, όσο από την πρόσβαση των γυναικών σε όλα τα προβλήματα των ανδρών, και ειδικότερα στην ανομία, με την έννοια του Durkheim: σε μια ρευστή κοινωνία, οι άνθρωποι δεν ξέρουν πλέ­ον τι να περιμένουν από τη ζωή, και προκαλείται μια κοινωνική δυσφορία. Οι γυ­ναίκες αποκτούν ψυχοκοινωνικές παθογένειες που προηγουμένως επιφυλάσσο­νταν στους άνδρες: ταξική δυσαρέσκεια, αποδιοργάνωση, άγχος για την προσωπι­κή τους μοίρα κ.λπ.

H νέα εξουσία των γυναικών έχει έ­να τίμημα. Όλα γίνονται δυνατά γι’ αυ­τές. Μπορούν να επιλέξουν οτιδήποτε. Έ­χουν διευρύνει το φάσμα τους, έχουν γί­νει σαν τους άλλους, διατηρώντας παράλ­ληλα τα θηλυκά τους προνόμια, και αυ­τό τους προκαλεί έναν ίλιγγο. Συσσωρεύ­ουν τους ρόλους, τον ρόλο της μητέρας που φροντίζει για την ανάπτυξη των απο­γόνων της (με την πίεση να κάνει «τέλει­α παιδιά», η οποία έχει γίνει αφόρητη), και εκείνον της επιτυχημένης γυναίκας, ι­κανής να ανέβει μία προς μία τις σκάλες της εξουσίας. Αυτό που οι φεμινίστριες αποκαλούν «ψυχικό φορτίο» -το οποίο ε­γώ θα προτιμούσα να ονομάσω «μέριμνα για το συγκεκριμένο», που χαρακτηρίζει ειδικά τις γυναίκες- πέφτει επάνω τους. Τους ζητείται να είναι το ίδιο διαθέσιμες με τους άνδρες στην εργασία τους. Ωστό­σο, η οικονομία αγνοεί το σώμα των γυ­ναικών. Τους ζητά να είναι πιο δραστή­ριες τη στιγμή που είναι πιο γόνιμες. Αυ­τό οδηγεί σε αναπόφευκτες απογοητεύ­σεις. Η απογοήτευση που νιώθουν όταν θυσιάζουν τα παιδιά τους για την καριέρα τους ή την καριέρα τους για τα παι­διά τους. «Αυτοί που αφήνουν τα παιδιά τους να τους καθυστερούν είναι οι χαμέ­νοι στον αγώνα για την επιτυχία», γράφει ο Κρίστοφερ Λας. Ή, πάλι, ο Τσέστερτον: «Ο φεμινισμός πιστεύει ότι οι γυναίκες εί­ναι ελεύθερες όταν υπηρετούν τους εργο­δότες τους, αλλά σκλάβες όταν βοηθούν τους συζύγους τους».

Αλλά για τους άνδρες τα πράγματα εί­ναι πολύ χειρότερα. Οι γυναίκες συσσω­ρεύουν ρόλους. Οι άνδρες έχουν χάσει τον ρόλο τους χωρίς να κερδίσουν έναν νέο. Όπως το συνόψισε ο Μαρσέλ Γκωσέ (Marcel Gauchet), «η αρσενικότητα, α­πό ένα σύστημα αυταπόδεικτο, έχει μετα­τραπεί σε μια συστηματική αμφισβήτηση».

«Ποτέ άλλοτε το γυναικείο φύλο δεν είχε κινδυνεύσει τόσο πολύ», έγραφα το 2016 στο βιβλίο μου Adieu Mademoi-selle. Νομίζω ότι σήμερα θα έγραφα πως «ποτέ άλλοτε το ανδρικό φύλο δεν είχε κινδυνεύσει τόσο πολύ». Πιστεύω ότι το εγχείρημα της εξάλειψης της σεξουαλι­κής διαφοράς βαραίνει περισσότερο τους άνδρες παρά τις γυναίκες, επειδή η αρρενωπότητα είναι περισσότερο κατασκευα­σμένη από τη θηλυκότητα. Πράγματι, τα σώματα των γυναικών τους θυμίζουν τον εαυτό τους, είτε μέσω της εμμήνου ρύσε­ως, είτε μέσω των εννέα μηνών της εγκυμοσύνης, είτε μέσω του βιολογικού ρολο­γιού που τις αναγκάζει να σκέφτονται τη μητρότητα. Τα σώματά τους είναι εγγε­γραμμένα στον χρόνο. Ό,τι κι αν κάνουμε για να τα αποδομήσουμε, θα υπάρχουν, όπως υπάρχει και το βουβό και ισχυρό, καθολικό κάλεσμα στη μητρότητα. Η Σι­μόν ντε Μποβουάρ το γνώριζε αυτό ό­ταν έλεγε σε ένα αμερικανικό περιοδικό: «Καμία γυναίκα δεν πρέπει να επιτρέπε­ται να μένει στο σπίτι για να μεγαλώνει τα παιδιά της. Η κοινωνία θα έπρεπε να εί­ναι εντελώς διαφορετική. Οι γυναίκες δεν πρέπει να διαθέτουν αυτή την επιλογή, α­κριβώς επειδή, αν υπάρχει αυτή η επιλο­γή, πάρα πολλές γυναίκες θα την κάνουν». Ήταν πράγματι η άξια κληρονόμος του Ζαν-Ζακ Ρουσσώ: «Θα υποχρεωθούν να είναι ελεύθεροι».

Για τους άνδρες είναι διαφορετικά. Η αρρενωπότητα είναι εν μέρει μια κοινω­νική κατασκευή. Αυτό γίνεται ακόμη πι­ο χαρακτηριστικό σε έναν κόσμο όπου η δύναμη, το βασικό σημάδι της βιολο­γικής διαφοράς μεταξύ των δύο φύλων, για τους άνδρες, έχει χάσει τη χρησιμότητά της. Στην εποχή των ρομπότ, η δύ­ναμη των ανθρώπων δεν είναι πλέον ση­μαντική. «Θα το ξανασυζητήσουμε όταν θα πρέπει να κουβαλήσουμε κάτι βαρύ»: η απάντηση του OSS 117 στην Ισραηλινή κατάσκοπο που υποστηρίζει την ισότητα των φύλων μοιάζει πλέον κωμική. Τι έ­χει απομείνει λοιπόν; Η κουλτούρα. Αλλά αυτή έχει ισοπεδωθεί από τη φεμινιστική επανάσταση.

Η αρρενωπότητα είναι περισσότε­ρο κατασκευασμένη από τη θηλυκότητα. Αυτό μπορεί να παρατηρηθεί στα ανδρι­κά ρούχα, για παράδειγμα. Δεν έχουν αλ­λάξει εξαιρετικά με την πάροδο του χρό­νου; Κύριοι Ακαδημαϊκοί, μόλις πριν από μερικούς αιώνες, φορούσατε τακούνια, δαχτυλίδια και φορέματα. Η γυναικεία ενδυμασία έχει μεταβληθεί ελάχιστα, συ­γκριτικά· το φόρεμα παραμένει σταθερό από την αρχαιότητα. Σήμερα, με εξαίρε­ση τις εξαιρετικές περιπτώσεις που φο­ράτε την πράσινη τήβεννο, ντύνεστε όλοι με αυστηρά κοστούμια και γραβάτες, σαν να σας αρνούνται πλέον την όποια ποικι­λία σε ένδειξη μιας αυστηρής αρρενωπότητας, καθώς η διαφορά μεταξύ των δύο φύλων ξεθωριάζει.

Οι γυναίκες ενηλικιώνονται μέσω του σώματός τους, από την εμμηνορρυσία, και οι μητέρες, οι θείες και οι γιαγιάδες τούς μεταδίδουν το μυστικό αυτής της μυστηριώδους μεταμόρφωσης. «Είσαι γυναίκα, κόρη μου»: κάθε γυναίκα θυμά­ται αυτή τη μέρα. Για τους άνδρες, είναι πιο περίπλοκο. Όλες οι κοινωνίες έχουν επινοήσει τελετές μύησης για το πέρασμα στην ενηλικίωση. Στην Αιθιοπία, ο έφη­βος πηδά τέσσερις φορές πάνω από ένα ευνουχισμένο βόδι. Οι Εσκιμώοι συνήθι­ζαν να πηγαίνουν για κυνήγι στον μακρι­νό βορρά μόνοι τους με τους πατεράδες τους. Οι Εβραίοι έχουν το Bar Mitzvah τους. Μέχρι πρόσφατα, στη Δύση, είχαμε τη στρατιωτική θητεία. Και σήμερα, τι έ­χουμε; Τίποτα. Οι νέοι άνδρες αφήνονται στην τύχη τους, παγωμένοι σε μια αιώνι­α εφηβεία, χωρίς καν να έχουν το κίνη­τρο να γίνουν πατέρες, επειδή δεν πιέζο­νται από κανένα καθήκον μετάδοσης, κα­νένα βιολογικό ρολόι. Αν δεν υπήρχε το Instagram, το οποίο προσκαλεί τα νεαρά κορίτσια να παροτρύνουν τους φίλους τους να τις παντρευτούν, προκειμένου να φτιάξουν όμορφες φωτογραφίες που θα κοινοποιούνται, ο γάμος θα είχε πιθανό­τατα εξαφανιστεί από τα εδάφη μας.

Ποιο μοντέλο προτείνεται στα νεαρά αγόρια σήμερα; Οι ταινίες της Walt Disney προσφέρουν μόνο πρότυπα με τα ο­ποία τα μικρά κορίτσια πρέπει να ταυτι­στούν, πολεμίστριες ή πριγκίπισσες που αρνούνται τον γοητευτικό πρίγκιπα. Έ­χουν μείνει πίσω στο σχολείο (κατά μέσο όρο ένα χρόνο στις χώρες του ΟΟΣΑ), έχουν γίνει μειοψηφία στο πανεπι­στήμιο, πλειοψηφία μεταξύ των ανέρ­γων, υποβαθμισμένοι στην αγορά εργα­σίας, εθισμένοι στην πορνογραφία. Στο δοκίμιό του Αγόρια και Άνδρες (Of Boys and Men), ο Αμερικανός συγγραφέας Ρίτσαρντ Ριβς (Richard Reeves) κάνει την αμείλικτη παρατήρηση ότι οι άνδρες στις Ηνωμένες Πολιτείες βρίσκονται σε πα­ρακμή: στο σχολείο, στην εργασία, στην οικογένειά τους, οι άνδρες δεν έχουν πλέ­ον θέση στην κοινωνία του 21ου αιώνα.

Ανήκουν σε ένα φύλο που δεν έχει πλέον λόγο ύπαρξης. Η «διαφοροποιητική αξία των φύλων» (Φρανσουάζ Εριτιέ) έχει αντιστραφεί. Από εδώ και στο εξής, ό,τι σχετίζεται με το θηλυκό είναι θετικό, ενώ ό,τι σχετίζεται με το αρσενικό είναι αρνητικό. Δεν μπορούμε πλέον να κάνου­με γενικεύσεις για τις γυναίκες, εκτός από το να τις επαινούμε, δεν μπορούμε πλέον να κάνουμε γενικεύσεις για τους άνδρες, εκτός από το να τους κατηγορούμε. Η γυ­ναικεία ενδυνάμωση από τη μία πλευρά, ο τοξικός ανδρισμός από την άλλη.

Ωστόσο, η αρρενωπότητα, όταν δεν είναι πλέον οργανωμένη, εξωραϊσμένη, λειασμένη από τον πολιτισμό, πάντα θα επανεμφανίζεται. Είναι ο ανδρισμός της πορνογραφίας, της κουλτούρας των προ­αστίων, των youtubers, του ροζ και του μπλε των παιδικών υπεραγορών. Ενός συγκεκριμένου ισλαμικού μοντέλου που προτείνει την παραδοσιακή εικόνα μιας υποταγμένης γυναίκας και ενός άνδρα με κατακτητική αρρενωπότητα. Στην Υποτα­γή, ο Μισέλ Ουελμπέκ βλέπει στο ζήτη­μα της αρρενωπότητας το κλειδί της με­ταστροφής των Δυτικών στο ισλάμ, ώστε να μπορέσουν έτσι να αποκτήσουν πρό­σβαση στις γυναίκες. Ο κίνδυνος είναι ό­τι, καθώς η αρρενωπότητα αποδομείται στα ήθη μας, θα αναγεννηθεί με την υι­οθέτηση άλλων ηθών ή με μια δυνητικά βίαιη ανδροκρατική αντίδραση. Αυτή η βίαιη ανδροκρατική κουλτούρα αναπτύσ­σεται ήδη με ανησυχητικό τρόπο στα κοι­νωνικά δίκτυα.

Σας μίλησα για τον άνδρα, σας μίλη­σα για τη γυναίκα. Αλλά δεν σας έχω μι­λήσει γι’ αυτό που είναι ίσως το πιο ση­μαντικό: τον δεσμό μεταξύ άνδρα και γυ­ναίκας. Αυτόν τον δεσμό, ο οποίος μπο­ρεί να ήταν συχνά ένας δεσμός υποταγής, αλλά ο οποίος υπήρξε -όπως μαρτυρά ο­λόκληρη η ιστορία του κόσμου και ειδι­κότερα η λογοτεχνία- και ο πιο πυρακτω­μένος δεσμός αγάπης. Αυτό που ήταν πά­ντα ένα κοινό πεπρωμένο μετατρέπεται τώρα σε πόλεμο χαρακωμάτων. Συντρο­φικότητα από τη μία πλευρά, γυναικεία αδελφοσύνη από την άλλη. Δύο κοινότη­τες συγκρούονται τώρα σαν η μοίρα της μιας να εξαρτάται από την αποδυνάμωση της άλλης. «Ούτε εσείς χωρίς εμένα, ού­τε εγώ χωρίς εσάς», τραγουδούσε η Marie de France στο Lai du chevrefeuille [Η Marie de France (π. 1160-1210) ήταν ποιήτρια της «Αναγέννησης του 12ου αιώνα», η πρώτη γυναίκα των γραμμάτων στη Δύση που έγραψε σε λαϊκή γλώσσα. Ανήκει στη δεύτερη γενιά συγγραφέων που επινόησαν τον αυλικό έρωτα. Τα διηγήματά της σε στίχους, έχουν αποκληθεί τα Lais της Marie de France, και εξυ­μνούν το ιπποτικό ιδεώδες. Ωστόσο, η «Μαρία της Γαλλίας» παραμένει ένα αίνιγμα, χωρίς να είναι γνωστό τίποτα άλλο εκτός από τα γραπτά της και το μικρό της όνομα.(σ.τ.μ.)].

Αλλά, στο εξής, εκείνο που γίνεται πραγματικότητα είναι η προφητεία του Alfred de Vigny:

 

Η γυναίκα θα έχει τα Γόμορρα και ο

άνδρας τα Σόδομα,

Ρίχνοντας μια οργισμένη ματιά ο ένας

στον άλλον από μακριά,

Και τα δύο φύλα θα πεθάνουν, το καθένα

μόνο του.

Προαναγγέλλει έτσι έναν κόσμο από τον οποίο θα απουσιάζουν οι ιστορίες της Ελοίζας και του Αβελάρδου, του Ρωμαίου και της Ιουλιέττας, του Τίτου και της Βε­ρενίκης, του Πελλέα και της Μελισάνθης, του Εδμόνδου και της Μερσέντες, του Σαρλ και της Οντέτ. Έχουμε συνειδητοποιήσει τι καλούμαστε να θυσιάσουμε στο όνομα της αποδόμησης; Θυσιάζουμε την αγάπη και την οικογένεια.

Στο Δεύτερο φύλο, η Μποβουάρ πα­ραλληλίζει την υποταγή των γυναικών με την κυριαρχία επί των Μαύρων της Αμε­ρικής. Οι γυναίκες, όπως και οι Μαύροι, υποστηρίζει, έχουν περιορισμένους ορί­ζοντες από το γεγονός και μόνο ότι γεν­νήθηκαν στη λάθος πλευρά του φράχτη. Με τον τρόπο αυτό, αντιμετωπίζει τις γυ­ναίκες, παρά τις διαφορετικές κοινωνικές συνθήκες τους, ως έναν ενιαίο λαό, που υπομένει το ίδιο φορτίο. Αλλά, σε αντίθε­ση με τους Μαύρους ή την εργατική τά­ξη, οι γυναίκες δεν αποτελούν μια κοινό­τητα συμφερόντων, αλλά έχουν σκορπιστεί μέσα στις οικογένειες. Σπέρνοντας τον σπόρο της διαίρεσης, όχι μεταξύ κοινοτήτων, όχι μεταξύ τάξεων, αλλά μετα­ξύ πατέρα και μητέρας, γιου και κόρης, μεταξύ των δύο συζύγων, η Μποβουάρ ε­πιτίθεται στον πυρήνα της ανθρώπινης ύ­παρξης, την οικογένεια, η οποία έχει με­ταβληθεί στο πεδίο μάχης του πολέμου των φύλων.

Η διαφορά μεταξύ των δύο φύλων εί­ναι υπαρκτή. Μπορεί κανείς να την αρνηθεί, αλλά αυτή θα επανεμφανιστεί, με μορφή βίαιη, στρεβλή, σαν καρικατούρα. Ή θα επιβιώσει μέσω του κιτς, αυτού που ο Κούντερα είχε αποκαλέσει η «δικτατο­ρία της καρδιάς». Όταν δεν γίνεται το πε­δίο της μάχης ενός πολέμου των φύλων, η σχέση άνδρα-γυναίκας μεταβάλλεται στη σκηνή ενός ερωτικού κιτς, μιας συμβίω­σης συσσώρευσης, μετριότητας και κοι­νότοπου ψευδορομαντισμού, που διακι­νούν οι αμερικανικές σειρές. Μοιάζει σαν το δυτικό ζευγάρι να μην μπορεί να επιλέξει παρά μόνο ανάμεσα στα τυποποιη­μένα συναισθήματα, που παράγει η δια­φημιστική κουλτούρα, ή τη μαχητική α­ντιπαράθεση των φύλων. Κακογουστιά ή καχυποψία, αυτά απειλούν την ευγενική σχέση μεταξύ των δύο φύλων.

Απέναντι σε αυτό το «πνεύμα της γε­ωμετρίας», με τις «αργές, σκληρές και ά­καμπτες απόψεις» (ας σκεφτούμε την κα­θημερινή τυραννία που επιβάλλουν οι α­ναρίθμητες γλωσσικές προφυλάξεις που υπαγορεύει το φεμινιστικό πνεύμα της εποχής, η τρομακτική συμπεριληπτική γραφή μέχρι το εμβληματικό πλέον «αυτές/οί»), πρέπει να επανεπενδύσουμε σε αυτό που ο Πασκάλ αποκαλούσε «πνεύ­μα της λεπτότητας». Σε αντίθεση με το πνεύμα της γεωμετρίας, το οποίο ισχυρί­ζεται ότι αντικειμενοποιεί τον κόσμο μέσω των αριθμών, το πνεύμα της λεπτότητας κατανοεί ότι η προκατάληψη δεν είναι απαραίτητα ένα εργαλείο εξουσί­ας, αλλά και μια πυξίδα που καθιερώθη­κε από τις προηγούμενες γενιές, ώστε να μην χρειάζεται να επανεπινοούμε τα πά­ντα. Το πνεύμα της λεπτότητας είναι επικριτικό απέναντι στην παράδοση, αλ­λά αρκετά επιδέξιο ώστε να κατανοεί ότι δεν μπορεί κανείς να ζήσει χωρίς κοινω­νικά πρότυπα και κώδικες. Το πνεύμα της λεπτότητας βρίσκει τις αρχές του «στην κοινή χρήση και μπροστά στα μάτια ό­λων». Αυτές οι αρχές, λέει ο Πασκάλ, «μόλις που διακρίνονται, τις αισθάνεσαι περισσότερο παρά τις βλέπεις, και είναι απείρως δύσκολο να κάνεις αυτούς που δεν τις αισθάνονται να τις αισθανθούν οι ίδιοι».

Η αγάπη και ο άπειρος πλούτος που προσφέρει η διαφορετικότητα των φύλων είναι πράγματα που δεν αποδεικνύονται, που χτίζονται δύσκολα. Είναι ένας θησαυ­ρός, κατατεθειμένος σε αυτό που ο Burke αποκαλούσε «τη γενική τράπεζα και το υ­παρκτό κεφάλαιο των εθνών και των αιώ­νων». Η δυτική αλαζονεία της αποδόμησης είναι εύκολη. Θα μας αφήσει την πι­κρή γεύση των αριστουργημάτων που σα­ρώθηκαν από την αλαζονεία.

 

 

 

** Μετάφραση από τα γαλλικά: Γιώργος Καραμπελιάς – Χριστίνα Σταματοπούλου

 

*** Το άρθρο πρωτοδημοσιεύθηκε στο αξιόλογο περιοδικό «Νέος Ερμής ο Λόγιος», τ. 25, Δεκέμβριος 2022, από τις «Εναλλακτικές Εκδόσεις». Στο περιοδικό αυτό ο αναγνώστης μπορεί να βρει πάντα ενδιαφέροντα άρθρα, γι’ αυτό και το συνιστούμε στους επισκέπτες της ιστοσελίδας μας.

[Ψήφοι: 2 Βαθμολογία: 5]