Θεολογώντας στο ελληνικό σχολείο του σήμερα… (Γιώργος Βούλγαρης, Θεολόγος – Εκπαιδευτικός)

Παρακολουθούμε εδώ και πολύ καιρό, όπως όλοι οι συνά­δελφοι άλλωστε, τις εξελίξεις στο μάθημα των θρησκευτι­κών, τη σχετική συζήτηση γύρω από τα ζητήματα που έχουν προκύψει, τις διάφορες απόψεις που κατά καιρούς διατυ­πώνονται από πολλούς, καθώς και την όποια πολεμική ανα­πτύσσεται εναντίον του συγκε­κριμένου διδακτικού αντικει­μένου.
Στο παρόν άρθρο δεν πρό­κειται να αναφερθούμε στους πολέμιους του μαθήματος, καθώς, σύμφωνα με τη γνώμη μας, δεν έχουν μόνο αυτοί μερίδιο ευθύνης για την κατάσταση στην οποία έχει περιέλθει, σή­μερα, η διδασκαλία του μαθή­ματος στα σχολεία μας. Σκοπός μας είναι να γίνει αφορμή για μια γόνιμη αυτοκριτική στο χώ­ρο των θεολόγων, εκπαιδευτικών ή μη, διότι φαίνεται να φέ­ρουν και αυτοί σημαντικό ποσο­στό ευθύνης για τη συνεχή και κλιμακούμενη απαξίωση του μαθήματος, όσο και αν αυτό ακούγεται περίεργο ή αντιφατικό.

Όλοι μας βιώνουμε -για δια­φορετικούς ίσως λόγους ο καθένας- την αγωνία της μείωσης των ωρών διδασκαλίας ή ακό­μη και της κατάργησης του μαθήματος, που αποτελεί το χει­ρότερο σενάριο, καθώς προ­στάζουν οι σύγχρονες «φιλε­λεύθερες», «εκσυγχρονιατικές», «μετανεωτερικές» φω­νές, οι οποίες συνδέουν το μά­θημα με «σκοτεινές» κοινωνι­κοπολιτικές καταστάσεις του νεοελληνικού παρελθόντος, με «συντηρητικές» κοινωνικο­πολιτικές δυνάμεις, με μια «ξεπερασμένη» ιστορικά νεο­ελληνική κοινωνία, που ακόμη διατηρεί και εθνική (= ελληνι­κή) μνήμη και θρησκευτική (=ορθόδοξη). Ποιός, λοιπόν, ο ρόλος του θεολόγου σήμερα και κάτω από όλες αυτές τις συνθήκες; Πώς πρέπει να λει­τουργήσουμε μέσα σε έναν κόσμο, που πλέον αμφισβητεί τα πάντα, εκτός από τη δουλεία που σταδιακά και τόσο επιτη­δευμένα του επιβάλλουν;

Κάποιοι θα προτρέξουν και θα απαντήσουν πως διοργανώ­νεται πλέον μεγάλος αριθμός επιμορφωτικών σεμιναρίων και έτσι ο θεολόγος εκπαιδευτικός έχει τη δυνατότητα της συ­νεχούς επιμόρφωσης τόσο σε θέματα του αντικειμένου του, όσο και σε θέματα της διδακτι­κής και της παιδαγωγικής επι­στήμης. Δεν γίνεται λόγος για την επιμόρφωση και την μετεκ­παίδευση συναδέλφων, που α­ναμφισβήτητα είναι απαραίτητη και πολύ σημαντική, αλλά πα­ραμένει σε θεωρητικό μόνο ε­πίπεδο, ως επί το πλείστον. Το ενδιαφέρον μας στρέφεται στην ουσία, στον πυρήνα της εκπαιδευτικής διαδικασίας, στην πραγματικότητα, δηλαδή, των 45 λεπτών μαθήματος στη σχο­λική τάξη. Θα ήταν απογοητευ­τικό, άραγε, αν κάποιοι υποστη­ρίζαμε ότι η κατάσταση σχετικά με το μάθημά μας είναι τραγική; Η έλλειψη ουσιαστικής θεολο­γικής κατάρτισης αρκετών συ­ναδέλφων, ο αναπόφευκτος λαϊκισμός μεγάλης μερίδας αυτών στην προσέγγιση των μαθητών, γονέων και σχολικών διευθύνσεων, αφού δεν έχου­με τη δυνατότητα να τους δεί­ξουμε έναν τρόπο ορθής εκ­κλησιαστικής προσέγγισης σε καίρια ζητήματα, ακόμα και η συμπόρευση με το κυρίαρχο ρεύμα των αρνητών του μαθή­ματος (βλ. διαμάχη για τον χα­ρακτήρα των θρησκευτικών), προκειμένου να γίνουμε αρε­στοί και να διατηρήσουμε το δικαίωμα βιοπορισμού ως καθη­γητές… άσχετα από το τι τελικά θα διδάξουμε στο άμεσο μέλ­λον (!), όλα αυτά οδηγούν στην πράξη σε φαινόμενο, όπως:

– Αρκετοί συνάδελφοι να α­ναλώνονται σε θέματα, όπως: «μαγεία, εξορκισμοί, δαιμονι­σμός» και τα συναφή «πιασάρικα» ζητήματα.

– Αλλοι να θεωρούν ότι θα γίνουν αγαπητοί στα παιδιά, σπαταλώντας τη διδακτική ώρα με ανέκδοτα, ή ατέρμονες συ­ζητήσεις γύρω από διάφορα θέ­ματα, χωρίς κανέναν διδακτικό στόχο.

– Αλλοι, πάλι, να έχουν κα­ταργήσει το μάθημα, πολλές φορές και με τις ευλογίες των διευθυντών των εκπαιδευτι­κών μονάδων στις οποίες ανήκουν, και να το έχουν υποβιβά­σει σε «ώρα του παιδιού» -πό­σο οικεία, πλέον, μας είναι αυ­τή η φράση για ορισμένα μαθή­ματα του ελληνικού σχολείου (!).

– Περιττό να σημειώσουμε πόσοι από εμάς είμαστε παντελώς αδιάβαστοι ακόμη και στα βασικά, ενώ είναι ζητούμενο να έχουμε μελετήσει επισταμέ­νως τη διδακτική ενότητα του σχολικού βιβλίου, την οποία θα διδάξουμε την επόμενη ημέρα στη σχολική τάξη, με συνέπεια οι μαθητές, να μας «στήνουν», κυριολεκτικά, «στον τοίχο».

– Τέλος, υπάρχουν και συνά­δελφοι, ο υπερβολικός ζήλος των οποίων τους καθιστά, πολ­λές φορές, μονοδιάστατους, α­πόμακρους στην παιδική και εφηβική ψυχή, ή γίνονται αφορ­μή κάποια παιδιά να αντιπαθή­σουν το μάθημα.

Κατόπιν αυτών των καταστά­σεων, που ενδεικτικά παραθέ­σαμε, αλλά και πολλών ακόμη, ίσως να στεναχωρήσαμε πολ­λούς συναδέλφους, οι οποίοι πιθανώς να μας θεωρούν υ­περβολικούς. Και όμως δεν εί­μαστε… θα αρκούσε μια ενδει­κτική περιήγηση σε σχολεία της Αθήνας και της ελληνικής περι­φέρειας, προσωπική επαφή και συζήτηση με μαθητές και συναδέλφους, για να κατανοήσει ο καθένας την πραγματικότητα αυτήν. Βέβαια, δεν είναι δυνα­τόν να αγνοηθούν οι συνάδελ­φοι, που καθημερινά διεξάγουν τεράστιους αγώνες μέσα και έ­ξω από τις τάξεις, διαβάζουν και ενημερώνονται καθημερι­νά, αγαπούν και πιστεύουν αυ­τό που κάνουν και πολλοί έ­χουν καταφέρει το μάθημα τους να καθίσταται -χωρίς υπερβολή- το αγαπημένο μάθημα των παιδιών, χωρίς αυτό να σημαί­νει τη μετατροπή της σχολικής τάξης σε «παιδική χαρά».

Πριν φτάσουμε να εξετάσου­με ποιοι και με ποιους τρόπους πολεμούν το μάθημα των θρη­σκευτικών, ας κάνουμε πρώτα την αυτοκριτική μας. Ας δούμε τι έχουμε κάνει εμείς για το μά­θημα. Πρώτα εμείς θα δώσου­με αξία στο αντικείμενο που δι­δάσκουμε και μετά οι άλλοι. Χρειαζόμαστε, επομένως, πρά­ξεις. Πολλοί από εμάς γράφου­με άρθρα ή ολόκληρα βιβλία, κάνουμε ομιλίες, επιμορφώνουμε άλλους, εκδίδουμε βοη­θήματα. Όμως, όλα σε θεωρητι­κό επίπεδο, και τελικά το μόνο που αποκομίζουμε είναι τα συγχαρητήρια που δίνουμε ο έ­νας στον άλλον για το πόσο ω­ραία τα είπαμε ή το πόσο ωραία τα γράψαμε, χωρίς να αφήνου­με στους μαθητές μας καμμία ουσιαστική παρακαταθήκη.

Κάποτε διάβασα την μελέτη ενός συναδέλφου για την ε­φαρμογή της ομαδοσυνεργατικής μεθόδου στην Γ’ Λυκείου. Τη βρήκα ενδιαφέρουσα, αλλά με τα σημερινά δεδομένα μάλ­λον μη εφαρμόσιμη. Σε συζήτη­ση που είχα μαζί του, προσπά­θησε να με πείσει για το αντίθε­το και ότι πολλοί τον είχαν συγχαρεί γι’ αυτήν. Μπορείτε να φανταστείτε την έκπληξή μου, όταν μου είπε ότι ποτέ δεν είχε διδάξει στην Γ’ Λυκείου, καθώς η οργανική του θέση ήταν σε γυμνάσιο;

Τέλος, αποτελεί καίριο ερώ­τημα για ποιο λόγο κάποιοι από εμάς δυσκολεύονται να δε­χθούν τον ομολογιακό χαρα­κτήρα του μαθήματος των θρη­σκευτικών. Γιατί πρέπει να ανα­ζητάμε νέο χαρακτήρα στο μά­θημα μας, τη θρησκειολογική, την κοινωνιολογική ή τη φιλο­σοφική πλευρά του αντικειμέ­νου, ενώ παραμερίζουμε προ­κλητικά τον πλούτο της Ορθο­δοξίας και τον απελευθερωτικό χαρακτήρα του Ευαγγελίου; Το μάθημα είναι ομολογιακό και όχι θρησκευτικός προσηλυτισμός ή προπαγάνδα. Αλλωστε, Θρησκευτικά, Ιστορία, Γεωγραφία και παρόμοια μαθήματα εί­ναι μαθήματα που διαρκώς βρίσκονται στο στόχαστρο «προο­δευτικών» και «φιλελεύθε­ρων» φωνών –λες και οι υπό­λοιποι θέλουμε σκοταδισμό και οπισθοδρόμηση (!)-, διότι διαμορφώνουν εθνική και θρη­σκευτική συνείδηση. Ας μην ξεχνάμε, στο σημείο αυτό, και την κοινωνική διάσταση της Ορθο­δοξίας, η διδασκαλία της οποί­ας είναι «βόμβα» στα θεμέλια ενός παγκοσμιοποιημένου κα­ταναλωτικού μοντέλου μελλο­ντικής κοινωνίας, που κτίζουν όλες αυτές οι «φωνές»…

Ο θεολόγος καθηγητής έχει «έναν Γολγοθά να ανέβει». Αυ­τή είναι η αλήθεια και αυτή εί­ναι και η χαρά του. Στο τέλος, ό­μως, οι μαθητές, τελειώνοντας το σχολείο, θυμούνται όλους ε­κείνους τους καθηγητές που τους μιλούσαν με βάση την α­λήθεια, και όχι αυτούς που τους «χάιδευαν τα αυτιά», προκει­μένου να καταστήσουν τη δου­λειά τους πιο εύκολη.

Εάν εμείς υποστηρίξουμε α­ληθινά το μάθημά μας, πολύ δύσκολα αυτό θα απειληθεί α­πό άλλους εξωτερικούς παράγοντες.

(Πηγή: «Χριστιανική», 30 Σεπ. 2010)
[Ψήφοι: 0 Βαθμολογία: 0]