Η πορεία τού ανθρώπου (Αρχ. Κύριλλος Κωστόπουλος, Ιεροκήρυκας Ι. Μ. Πατρών)

Ὁ ἄνθρωπος ὡς δημιούργημα τοῦ Τριαδικοῦ Θεοῦ βρίσκεται σὲ μία συνεχὴ καὶ ἀδιάκοπη πορεία. Σὲ μιὰ πορεία, ἡ ὁποία φαίνεται ὅτι εἶναι ὁριζόντιος, ὅμως στὴν πραγματικότητα εἶναι κάθετος, ἀφοῦ ὑπάρχει ὁ θάνατος, μέσῳ τοῦ ὁποίου ὁ ἄνθρωπος πορεύεται, εἴτε τὸ θέλει εἴτε ὄχι, ἀπὸ τὴν γῆ πρὸς τὸν οὐρανό, ἀπὸ τὴν πρόσκαιρη αὐτὴ ζωὴ πρὸς τὴν αἰώνια – οὐράνια ζωή.

Ἡ πορεία, ὅμως, τοῦ Ὀρθοδόξου – πνευματικοῦ ἀνθρώπου εἶναι διαφορετικὴ  ἀπὸ αὐτὴν τοῦ ὑλικοῦ – σαρκικοῦ ἀνθρώπου. Τοῦ μὲν πρώτου ὁ δρόμος κατευθύνεται πρὸς τὴν πνευματικὴ τελειότητα καὶ τὴν ἀπόλαυση τῶν πνευματικῶν ἀγαθῶν τῆς δόξης καὶ τῆς χάριτος τοῦ Δημιουργοῦ του Θεοῦ, ποὺ εἶναι οἱ καρποὶ τοῦ Παναγίου Πνεύματος. Τοῦ δὲ δευτέρου ὁ δρόμος ὁδηγεῖ στὴν ἀπώλεια, σὲ μιὰ παντοειδῆ σαρκικὴ ἀπόλαυση, ἡ ὁποία στὸ τέλος καταντᾶ σὲ μιὰ ψυχοσωματικὴ κατάπτωση καὶ σὲ μιὰ ἐκμηδένιση τῶν πάντων. Ὡστόσο, πρέπει νὰ σημειώσουμε ὅτι καὶ ἡ ἁπλὴ εὐσεβιστικὴ – θρησκευτικὴ ζωὴ πολλῶν πιστῶν καταλήγει καὶ αὐτὴ νὰ εἶναι μιὰ ζωὴ ἐκτελέσεως μερικῶν «θρησκευτικῶν καθηκόντων».

Καὶ γιὰ μὲν τὴν σαρκικὴ – ὑλιστικὴ ζωὴ ὅλοι λίγο – πολὺ γνωρίζουμε ἢ διαπιστώνουμε γύρω μας τί σημαίνει καὶ ποῦ μᾶς ὁδηγεῖ. Καθημερινῶς γινόμαστε μάρτυρες φόνων, οἱ ὁποῖοι ὑπερβαίνουν ἀκόμη κι αὐτὸν τὸν φυσικὸ δεσμὸ τῆς ἀγάπης. Πλεονεξίες, ψεύδη, μίση καὶ ἐγωκεντρισμοὶ διαλύουν τὴν κοινωνικὴ συνοχὴ, τὴν εἰρηνικὴ συμβίωση τῶν ἀνθρώπων καὶ ὁδηγοῦν σὲ ἀναταραχὲς καὶ συρράξεις τόσο σὲ κοινωνικὸ ὅσο καὶ σὲ ἐθνικὸ ἐπίπεδο.

Γιὰ νὰ βαδίσουμε, ὅμως, τὴν Ὀρθόδοξη πνευματικὴ πορεία, ὀφείλουμε νὰ μελετήσουμε τὴν Ἁγία Γραφὴ καὶ τοὺς Ἁγίους Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας μας. Ἔτσι θὰ κατανοήσουμε πῶς πρέπει νὰ πορευθοῦμε ἐδῶ σ᾽ αὐτὴ τὴν πρόσκαιρο ζωή μας, γιὰ νὰ ὁδηγηθοῦμε κοντὰ στὸν Δημιουργό μας Θεὸ αἰωνίως.

Ἄλλωστε, ἡ περίοδος αὐτὴ τῆς ἁγίας καὶ μεγάλης Τεσσαρακοστῆς καὶ γενικώτερα τοῦ Τριωδίου μᾶς ὑπενθυμίζει ὅτι ἡ πνευματικὴ ἄσκηση, μὲ τὴν Ἁγιοπνευματικὴ μελέτη, τὴν νηστεία καὶ τὴν προσευχή, μᾶς ὁδηγεῖ στὴν κατανόηση τοῦ σκοποῦ τοῦ πλάσματος τοῦ Θεοῦ ποὺ εἶναι νὰ γίνη ἄνθρωπος τῆς ἐμπειρίας τῆς ἀφθάρτου καὶ αἰωνίου παραδεισένιας ζωῆς. Ἡ ἄσκηση ὑπάρχει μέσα στὸν χῶρο τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας μας ὄχι γιὰ αὐτοβασανισμὸ οὔτε γιὰ αὐτονόμηση ἢ αὐταρέσκεια. Ὑπάρχει γιὰ νὰ χτυπηθῆ ὁ ἐγωκεντρισμός μας. Ὑπάρχει ὡς μία πράξη ἐνάντια στὴν θέληση τοῦ ἐμπαθοῦς ἑαυτοῦ μας. Ἡ Ἐκκλησία μᾶς προσφέρει ἀγαπητικὰ τὴν ἄσκηση γιὰ νὰ ὑπερβοῦμε τὸν πνευματικὸ θάνατο. Αὐτὴ ἡ περίοδος μέχρι τὴν Ἀνάσταση τοῦ Θεανθρώπου Κυρίου αὐτὸ μᾶς διδάσκει: Νὰ ἀφήσουμε τὴν ράθυμη καὶ γεμάτη ἀμέλεια καὶ ἀκηδία ζωή μας καὶ νὰ ἀγωνισθοῦμε τὸ καλὸν ἀγώνα τῆς προσευχῆς, τῆς ἁγίας μελέτης, τῆς νηστείας καὶ τῆς ἀσκήσεως τῆς πνευματικῆς.

Δυστυχῶς, σήμερα γιὰ ἕναν μεγάλο ἀριθμὸ Ὀρθοδόξων Χριστιανῶν ἡ λέξη ἄσκηση εἶναι μᾶλλον ἀκατανόητη. Ἂν μιλήση κανεὶς γιὰ νηστεία καὶ ἐγκράτεια, γιὰ ἑκούσιο περιορισμὸ τῶν ἀτομικῶν ἐπιθυμιῶν εἶναι σίγουρο πὼς θὰ εἰσπράξη εἰρωνία. Ὡστόσο, ὁ Ἅγιος Ἰσαὰκ ὁ Σῦρος μᾶς λέει: «Ἐὰν θέλῃς ἵνα γένηται ἡ καρδία σου τόπος μυστηρίων τοῦ καινοῦ κόσμου, πρῶτον μὲν πλούτησον ἐν ἔργοις σωματικοῖς, νηστεία, ἀγρυπνία, λειτουργία, ἀσκήσει, ὑπομονῇ, καθαιρέσει τῶν λογισμῶν καὶ τοῖς λοιποῖς» (ἐπιστ. Δ´, ἐκδ. Σπανοῦ, σ. 383).

Καλούμαστε, λοιπόν, καθ᾽ ὅλη τὴν διάρκεια τῆς ζωῆς μας καὶ ἐντονώτερα αὐτὲς τὶς ἡμέρες νὰ ἀπόσχουμε ἀπὸ τὰ ἔργα τοῦ ὑλόφρονος σαρκικοῦ ἀνθρώπου καὶ νὰ ἀγωνισθοῦμε τὸν καλὸ καὶ λυτρωτικὸ ἀγώνα τῆς ἐγκρατείας, τῆς μετανοίας, τῆς ταπεινώσεως, τῆς προσευχῆς, τῆς ἀσκήσεως καὶ τῆς μυστηριακῆς ζωῆς, γιὰ νὰ ὁδηγηθοῦμε στὴν Ἀνάσταση.

 

[Ψήφοι: 3 Βαθμολογία: 5]