Η αυθεντία της Παλαιάς Διαθήκης (Αρχ. Κύριλλος Κωστόπουλος, Ιεροκήρυκας Ι.Μ. Πατρών)

ΑΠΑΝΤΗΣΗ ΣΤΟ ΜΟΥΣΙΚΟΣΥΝΘΕΤΗ ΜΑΡΚΟΠΟΥΛΟ ΠΕΡΙ ΚΑΤΑΡΓΗΣΗΣ ΤΗΣ ΠΑΛΑΙΑΣ ΔΙΑΘΗΚΗΣ

Πολλές φορές γινόμαστε δέκτες παραλό­γων ακουσμάτων, προερχομένων από τα τη­λεοπτικά και ραδιοφωνικά μέσα ενημερώ­σεως. Αυτό συνέβη και προ ολίγων ημερών, όταν ο καταξιωμένος μουσικοσυνθέτης κ. Μαρκόπουλος απεφάνθη, ως «ειδήμων θεο­λόγος», ότι – άκουσον, άκουσον!!! – η Πα­λαιά Διαθήκη πρέπει να εξοβελισθή από τα ράφια των Ορθοδόξων Χριστιανών.
Άνθρωποι ανίδεοι, μη έχοντας καμία σχέ­ση με την θεολογία ή και απλώς με την με­λέτη της Αγίας Γραφής, Παλαιάς και Και­νής Διαθήκης, αποφαίνονται εναντίον και των δύο βιβλίων ή του ενός εξ αυτών – όπως απεφάνθη ο πιο πάνω αναφερθείς εναντίον της Παλαιάς Διαθήκης – απορρίπτοντες αυ­τήν, ως ιουδαϊκό Βιβλίο, αναφερόμενο στην ιστορία των Εβραίων και περιέχον «σεξου­αλικά όργια» και απάνθρωπες διατάξεις, μη συμφωνούσες με την ευρύτερη χριστιανική διδασκαλία της αγάπης.
Η Παλαιά Διαθήκη ήδη από τους πρώτους χριστιανικούς αιώνες δέχθηκε τα πυρά των διαφόρων αιρετικών. Κατά τον ΙΘ’ και τον Κ’ αιώνα, με αφετηρία την Γερμανική ομά­δα «Doitse Christen», η οποία απεσπάσθη α­πό τη προτεσταντική Γερμανική Ευαγγελι­κή Εκκλησία, ασκείται εναντίον της Πα­λαιάς Διαθήκης σφοδρή πολεμική ιδιαιτέ­ρως από τον ευρύτερα γνωστό πολέμιο της, τον προτεστάντη θεολόγο Ηarnack.
Όλη αυτή η πολεμική γίνεται για τον λό­γο ότι το βιβλίο αυτό έχει παρανοηθεί ως προς το περιεχόμενο του, προσεγγίζεται μο­νομερώς, υπάρχει εναντίον του μεγάλη προ­κατάληψη και ερμηνεύεται, τις περισσότερες φορές, μέσα α­πό ιδεολογικές και νοσηρές φυλετι­κές τοποθετήσεις. Αυτή, όμως, η υ­ποτίμηση και α­πόρριψη της Πα­λαιάς Διαθήκης συμπαρασύρει σε απόρριψη και την Καινή Διαθήκη. Η Παλαιά Διαθή­κη αποτελείται α­πό 49 κανονικά βιβλία. Για την κανονικότητα και των 49 βιβλίων της ομιλούν οι Α­πόστολοι, οι Απο­στολικοί Πατέρες, οι μετέπειτα Άγιοι Πα­τέρες, από τον Μέγα Αθανάσιο μέχρι και τον Άγιο Νεκτάριο, ο Νομοκάνων του Μ. Φω­τίου, οι Σύνοδοι Ιππώνος (393), Καρθαγέ­νης (397) και Πενθέκτης (692).
Τοιουτοτρόπως τα κείμενα της Παλαιάς Διαθήκης, στην Ελληνική από τους Εβδομήκοντα και στην Λατινική (Voulgata) από τον Άγιο Ιερώνυμο, καθιερώθηκαν πλέον ως αυθεντικά κείμενα, χωρίς να υποστούν την παραμικρή μεταβολή. Το βιβλίο της Παλαι­άς Διαθήκης, όπως και της Καινής Διαθή­κης, είναι θεόπνευστο. Οι αλήθειες, οι ο­ποίες εμπεριέχονται στην παλαιά Διαθήκη, είναι θείες και ρυθμίζουν την ζωή των αν­θρώπων «εν των Θεώ».
Ο Απόστολος Παύλος, γράφοντας την Β’ Επιστολή του προς τον μαθητή του Τιμόθεο, του λέγει: «Πάσα γραφή θεόπνευστος και ω­φέλιμος προς διδασκαλίαν» (Γ’, 16). Αυτά τα λόγια αναφέρονται στην Παλαιά Διαθή­κη. Αλλά και ο ίδιος ο θεάνθρωπος Κύριος αποδέχεται και στηρίζει την Παλαιά Διαθή­κη εμφανιζόμενος στις Συναγωγές, μελετών και ερμηνεύων αυτήν. «Και ανέστη αναγνώναι», οι «φωτισμένοι» έξυπνοι εχθροί της δεν την καταδέχονται.
Επομένως μπορούμε αβίαστα να συμπε­ράνουμε ότι η αυθεντία της Παλαιάς Δια­θήκης στηρίζεται στον ίδιο τον θεάνθρωπο Κύριο και τους Αγίους Του Αποστόλους. Η Αγία μας Εκκλησία παρέλαβε από την Πα­λαιά Διαθήκη την μονοθεΐα, την κοσμολο­γία, την ανθρωπολογία, την διδασκαλία πε­ρί του αόρατου κόσμου και τέλος την εσχατολογία.
Έτσι αντιλαμβανόμεθα όλοι, ότι στην Παλαιά Διαθήκη δεν περιγράφεται μόνον η ιστορία του Ιουδαϊκού λαού, αλλά κα­ταγράφονται επιλεκτικά τα κύρια γεγονό­τα, τα οποία συνδέονται με την παρέμβα­ση του τριαδικού Θεού στην ιστορία του λαού αυτού, ο οποίος τον απεδέχθη, για να προετοιμασθή ο κόσμος και να υποδεχθή τον Σαρκωθέντα Λόγο του Θεού Πατρός. Άνευ της Παλαιάς Διαθήκης δεν είναι δυ­νατόν να στηριχθή η καινή Διαθήκη ούτε να γίνει καταληπτό το μυστήριο της θείας Οικονομίας. Όποιος, λοιπόν, δεν αποδέχε­ται την Παλαιά Διαθήκη κατά τον ένα ή τον άλλο τρόπο είναι αιρετικός και επομένως αποκόπτεται από το Σώμα της Ορθόδοξης Εκκλησίας.

[Ψήφοι: 2 Βαθμολογία: 4]