Η αναζήτηση του καινούργιου (Κ. Γ. Παπαδημητρακόπουλος)

Δὲν ξέρω ἂν τὸ ἔχετε παρατηρήσει, καλοί μου φίλοι. Ἡ ψυχή μας εἶναι πλασμένη νὰ λαχταρᾶ τὸ νέο, τὸ καλύτερο, τὸ ὡραιότερο, τὸ ἀνώτερο, τὸ ἅγιο. Αὐτὰ ἀναζητᾶ συνέχεια, ὅλο γι’ αὐτὰ πασχίζει, γι’ αὐτὰ ἀγωνίζεται καὶ δαπανᾶται, ἀκόμη καὶ χωρὶς νὰ τὸ καταλαβαίνει καὶ πολύ!

*   *   *

Τὴν ἀναζήτηση αὐτῶν τὴν βλέπουμε ποικιλοτρόπως στὴν καθημερινότητά μας. Γιὰ παράδειγμα ὑπάρχει σήμερα ἡ λεγόμενη «κουλτούρα τῆς καινοτομίας» στὰ πάντα. Στὴν τεχνολογία, στὴν ἐπιστήμη, στὴν κοινωνία, στὶς ἰδέες, στὴν ἀγορά. Ὅλοι προσπαθοῦν νὰ δημιουργήσουν κάτι νέο, κάτι πρωτότυπο, κάτι πιὸ ἑλκυστικὸ καὶ σαφῶς καλύτερο ἀπ’ ὅ,τι ὑπάρχει. Τί ἀποκάλυψη!

Ἔπειτα ὁ πόθος μας γι’ αὐτὸ τὸ νέο, φαίνεται καὶ ἀπ’ τὶς εὐχὲς ποὺ δίνουμε καὶ παίρνουμε κάθε φορά γιὰ τὴ «νέα χρονιά», τὸν «νέο μήνα», τὴν «νέα ἑβδομάδα» ἢ καὶ τὴ «νέα ἡμέρα» ἀκόμη. Ἀλλὰ τί θὰ πεῖ νέος χρόνος καὶ παλιός, νέα ἡμέρα καὶ παλιά; Ὁ χρόνος ἕνας εἶναι, οὔτε νέος οὔτε καὶ παλιός, ὅπως καὶ ὅλες οἱ ὑποδιαιρέσεις του βέβαια. Ἡ ἀνάγκη βρίσκεται σαφῶς ἀλλοῦ, ἀκριβῶς σ’ αὐτό: Ἐμεῖς οἱ ἴδιοι νὰ πετύχουμε αὐτὸ τὸ «νέο» στὴ ζωή μας!

 Ἀλλὰ καὶ πόσα δὲν κάνουμε καὶ γιὰ τὴν λεγόμενη «ἀνανέωση» (ἢ θὰ τὴν λέγαμε «ἀναπαλαίωση»;)! Μία ἀνανέωση ποὺ τὴν ψάχνουμε στὶς διασκεδάσεις, στὶς ἐκδρομές, στὶς συναντήσεις, στὶς ἀγορές, στὴν ἐνδυμασία, στὴν ἐξωτερικὴ ὀμορφιά, στοὺς («νέους») φίλους καὶ τὶς παρέες, στὶς ἐρωτικὲς σχέσεις, στὰ ὅποια (τεχνολογικὰ ἢ ἄλλα) ἐρεθίσματα καὶ καινοτομίες κ.λπ.

*   *   *

Κι ἂν αὐτὸ τὸ νέο, ἂν ἡ κάθε καινοτομία καὶ ἡ κάθε ἀνανέωση ἀναζητεῖται στὸ χῶρο τοῦ ὡραίου, τοῦ ἀνωτέρου καὶ τοῦ ἁγίου, τότε τί εὐλογία! Ὅλα μεταβάλλονται σὲ παράδεισο, μέσα μας καὶ γύρω μας. Τότε ἀληθινὰ προοδεύουμε, τότε στ’ ἀλήθεια εἴμαστε προοδευτικοί. Γιατί «πρόοδος», σύμφωνα μὲ τὸ λεξικό, σημαίνει «πηγαίνω μπροστά». Δηλαδὴ πρὸς τὸν Θεὸ …

Ἂν τώρα οἱ καινοτομίες μας εἶναι πρὸς τὴν ἀντίθετη κατεύθυνση, δηλαδὴ πρὸς τὸ κακό, πρὸς τὸ αἰσχρό, πρὸς τὴν ἁμαρτία, τότε γίνεται κόλαση ἡ ζωή μας, ἀπέχουμε πλέον πολὺ ἀπὸ τὴν πρόοδο κι ὅλο ἀπομακρυνόμαστε ἀπ’ αὐτήν.

Ἂς τὸ δοῦμε αὐτὸ καὶ μὲ ἕνα πολὺ ἁπλὸ παράδειγμα. Κάποιος ἐγκαθίσταται σ’ ἕνα σπίτι. Ἂν πρὶν ἐγκατασταθεῖ τὸ περιποιηθεῖ, βάλλει καλύτερη διακόσμηση, τὸ καθαρίσει κ.λπ. τότε καινοτόμησε πρὸς τὸ καλύτερο καὶ θὰ ζεῖ σαφῶς σὲ ὡραιότερο περιβάλλον. Ἄν, ἀντίθετα, ἐκεῖ ποὺ εἶναι πανέμορφο καὶ λάμπει ἀπὸ καθαριότητα, τὸ μεταβάλλει σὲ … στάβλο, τότε καινοτόμησε μέν, ἀλλὰ πρὸς ποιὰ κατεύθυνση;

Ἔχει, λοιπόν, πολὺ σημασία πρὸς ποιὰ κατεύθυνση εἶναι οἱ ἀλλαγὲς ποὺ ἐπιδιώκουμε στὴ ζωή μας, δηλαδὴ πρὸς τὰ ποῦ διοχετεύουμε αὐτὴ τὴν ἔμφυτη τάση ποὺ ἔχουμε ὅλοι, γιὰ τὴν ἀναζήτηση τοῦ καινούργιου.

*   *   *

Ἔπειτα ἡ ἀναζήτηση τοῦ νέου, εἶναι καὶ ἀνάγκη. Καὶ μάλιστα ἐπιτακτική! Γιατί κι αὐτὸ ἀκόμη τὸ νέο ποὺ κατακτήσαμε, ποὺ δημιουργήσαμε ἢ καὶ ἀγοράσαμε, μὲ τὸν καιρὸ παλιώνει, γερνάει καὶ πεθαίνει. Γιὰ τὸν ἁπλούστατο λόγο ὅτι ὅλα, μὰ ὅλα, εἶναι φθαρτὰ καὶ μάταια! Πρόσωπα, πράγματα, ἰδέες, ἀντιλήψεις … Ναί, ὅλα!

Τὸ βλέπουμε πολὺ καθαρὰ αὐτὸ καὶ στὰ διάφορα καταναλωτικὰ προϊόντα καὶ μάλιστα τὰ τεχνολογικά. Ἐκεῖ ποὺ ἀνανεώσαμε τὸν ὅποιο ἐξοπλισμὸ εἴχαμε μὲ κάτι ἐντελῶς νέο καὶ ἐπαναστατικό, σὲ λίγο, σὲ χρόνο ποὺ ὅλο καὶ λιγοστεύει, αὐτὰ τὰ προϊόντα εἶναι ἤδη ξεπερασμένα, γιατί κάτι ἄλλο, ἐντελῶς νέο κι ἀκόμη πιὸ ἐπαναστατικὸ ἐμφανίστηκε στὴν ἀγορά!

*   *   *

Κι ἐνῷ ὅλο γιὰ τὸ νέο πασχίζουμε, τὴν καινοτομία καὶ τὴν ἀνανέωση, στὸ τέλος τί διαπιστώνουμε; Πώς πολλὰ ἀπ’ αὐτὰ ποὺ μὲ πάθος ἐπιδιώξαμε μᾶς κούρασαν, μᾶς ξόδεψαν, μᾶς ἀπογοήτευσαν! Καὶ μᾶς γέρασαν ἀκόμη πιὸ πολύ, ἐσωτερικὰ καὶ ἐξωτερικά! Ἁπλῶς στὴν ἀρχὴ μᾶς ἔφεραν μία ψευδαίσθηση εὐτυχίας, καὶ τίποτα περισσότερο, τίποτα τὸ μεγάλο, τίποτα τὸ οὐσιαστικό. Ἐξ ἄλλου αὐτὸς δὲν εἶναι καὶ ὁ λόγος ποὺ μᾶς ἀναγκάζει καὶ πάλι νὰ ἀναζητοῦμε τὸ νέο, τὴν καινοτομία, τὴ  ἀνανέωση;

Ὁπότε τί κάνουμε; Μὲ τί ἄλλο θὰ ἀνανεωθοῦ­με πλέον; Στ’ ἀλήθεια ποῦ βρίσκεται ἡ λύση;

Μοῦ ἔκανε πολὺ ἐντύπωση μία φράση ἑνὸς γνωστοῦ Ψαλμοῦ. Προσέξτε τί λέει: «Ἀνακαινισθήσεται ὡς ἀετοῦ ἡ νεότης σου» (Ψαλμ. 102,5). Δηλαδὴ ἡ νεότητά σου θὰ ἀνανεωθεῖ σὰν τοῦ ἀετοῦ. Πῶς;

Ἀλλὰ γιὰ νὰ ἀπαντήσουμε στὸ πῶς, πρέπει πρῶτα νὰ δοῦμε τί ἀκριβῶς συμβαίνει μὲ τὸν ἀετό.

Ὁ ἀετὸς λένε πὼς εἶναι τὸ μακροβιότερο ἁρπακτικὸ πουλί. Μπορεῖ νὰ φθάσει καὶ στὴν ἡλικία τῶν 70 ἐτῶν ἀκόμη, ὑπὸ τὸν ἑξῆς ὅρο: Ἐκεῖ στὰ 40 του, νὰ πάρει μία πολὺ σκληρὴ ἀπόφαση. Τὴν ἀπόφαση τῆς ἀνανέωσης!

Γιατί, λόγῳ τοῦ γήρατος, τὰ μακριά του νύχια δὲν μποροῦν πλέον νὰ ἁρπάξουν τὴ λεία του. Τὸ μακρὺ καὶ κοφτερό του ράμφος κυρτώνει τόσο πολύ, ποὺ δὲν μπορεῖ πιὰ νὰ τεμαχίσει τὸ θήραμά του. Τὰ δὲ πτερὰ του γίνονται πολὺ βαριά, ἐπειδὴ τὰ πούπουλα ἔχουν γίνει πολὺ πυκνὰ καὶ τὸν δυσκολεύουν νὰ πετάξει. Ὁπότε ἔχει δύο ἐπιλογές. Ἢ νὰ πεθάνει ἐκεῖ στὰ 40 του ἢ νὰ περάσει μία ἐπώδυνη διαδικασία ἀλλαγῆς ποὺ διαρκεῖ 5 μῆνες!

Καὶ τί πρέπει νὰ κάνει ἀκριβῶς; Ἀφοῦ ἀνέβη ὅσο ψηλὰ γίνεται, στὴ συνέχεια νὰ πέσει μὲ ὁρμὴ καὶ νὰ χτυπήσει τὸ ράμφος του πάνω σ’ ἕνα βράχο, ἔτσι ὥστε νὰ τὸ ἀποκόψει! Κατόπιν θὰ περιμένει νὰ φυτρώσει τὸ καινούργιο. Στὴ συνέχεια θὰ πρέπει νὰ ἀποκόψει καὶ τὰ γερασμένα νύχια του. Ὅταν κι αὐτὰ ἀνανεωθοῦν, τότε ἀρχίζει νὰ μαδάει τὰ ἐπιπλέον πούπουλα ἀπ’ τὰ φτερά του. Μὲ τὸν τρόπο αὐτὸ ἀνανεώνεται τόσο πολύ, ποὺ μπορεῖ νὰ ζήσει ἄλλα 30 χρόνια!

Ἔτσι ὁ ἀετός, μέσα ἀπ’ τὴ συντριβὴ τοῦ παλαιοῦ, γίνεται πλέον τὸ σύμβολο τῆς ἀνανέωσης. Τί πρότυπο!

Κι ἐμεῖς πῶς μποροῦμε ἄραγε νὰ κατορθώσουμε κάτι τέτοιο; Μὰ κοντὰ στὸν Θεό. Αὐτὸ ἀκριβῶς λέει καὶ ὁ ἐν λόγῳ Ψαλμός. Καὶ μὲ μία πρὸς τὰ κάτω κίνηση, ποὺ εἶναι ἡ ταπείνωση καὶ ἡ μετάνοια, ἡ ὁποία – τί παράξενο – μᾶς φέρνει πάλι πολὺ ψηλά, στ’ οὐρανοῦ τὰ πλάτη. Γι’ αὐτὸ εἶπε ὁ Χριστὸς πὼς «ὁ ταπεινῶν ἑαυτόν, ὑψωθήσεται» (Λουκ. 18,14). Ναί!

Δηλαδὴ αὐτὴ ἡ πολυπόθητη ἀνανέωση βρίσκεται στὸ νὰ πέσουμε ἀπ’ τὸ ὅποιο «μεγαλεῖο» μας στὸ βράχο τῆς μετανοίας καὶ νὰ συντρίψουμε κάθε ἁμαρτία ποὺ μᾶς ὁδηγεῖ στὸν θάνατο! Βρίσκεται σαφῶς στὴν ἀποφασιστικὴ ἐπιστροφή μας στὸν Θεό!

Κι ὅταν μετανοοῦμε ἀδιάκοπα, ὅπως μᾶς ζητοῦν νὰ κάνουμε οἱ Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας, τότε καὶ ἀδιάκοπα ἀνανεωνόμαστε, τότε δὲν ζοῦμε ἄλλα 30 χρόνια μόνο, ὅπως ὁ ἀετός, ἀλλὰ αἰώνια.

Μπορεῖ νὰ σῶμα μας νὰ γερνάει, ὡς φθαρτὸ ποὺ εἶναι, ὄχι ὅμως καὶ ἡ ψυχή μας, ἡ ὁποία συν­εχῶς καινοτομεῖ μὲ τὶς κάθετες κινήσεις τῆς μετανοίας, ποὺ τὴν ὁδηγοῦν στὰ οὐράνια, δηλαδὴ στὴ Βασιλεία τοῦ Θεοῦ.

*   *   *

Ἐξάλλου αὐτὴ ἡ συνεχὴς τάση ἀναζήτησης τοῦ καινούργιου, τί ἄλλο ἀποκαλύπτει παρὰ τὸ ὅτι αὐτὸ βρίσκεται τελικὰ ἔξω ἀπ’ ὅ,τι φθαρτό· Πώς καὶ τὸ καινούργιο εἶναι κι αὐτὸ μέγα προνόμιο Ἐκείνου ποὺ εἶναι ἄφθαρτος καὶ αἰώνιος· Κι Αὐτὸς δὲν εἶναι ἄλλος ἀπὸ τὸν Χριστό. Ὅπως καὶ νὰ τὸ κάνουμε ὁ Χριστὸς εἶναι ὁ αἰώνιος νέος. Ἡ ἁμαρτία εἶναι πάντοτε μάταιη καὶ φθαρτή, γι’ αὐτὸ καὶ μᾶς παλαιώνει, μᾶς γερνάει καὶ μᾶς πεθαίνει!

Γράφει ὁ Ἅγιος Ἰσίδωρος Πηλουσιώτης πὼς ὁ Χριστὸς «εἶναι ἀναλλοίωτος καὶ πάντοτε ἴδιος καὶ ἀπαράλλακτος, χωρὶς νὰ ἐπιδέχεται πρόοδο πρὸς τὸ καλύτερο (γιατί εἶναι ἡ ὑψηλοτάτη ἀρετή), οὔτε καὶ μεταβολὴ πρὸς τὸ χειρότερο (γιατί δὲν εἶναι δυνατόν). Ἀντίθετα, μεταβάλλει καὶ ἀλλοιώνει αὐτὰ ποὺ ἔχουν ἀνάγκη βελτίωσης… Δὲν μεταβάλλεται, γιατί εἶναι ἀνώτερος ἀπὸ κάθε μεταβολή. Ὅμως ἀλλοιώνει καὶ μεταβάλλει καὶ βελτιώνει καὶ ὁδηγεῖ σὲ καλύτερη κατάσταση αὐτοὺς ποὺ χρειάζονται μεταβολὴ»

Γι’ αὐτὸ καὶ ὁ Ἀπ. Παῦλος μᾶς ζητᾶ νὰ ἀποβάλλουμε καὶ νὰ ἐγκαταλείψουμε τὸν «παλαιὸ ἄνθρωπο σὺν ταῖς πράξεσιν αὐτοῦ» (Κολ.3,10). Καὶ τότε, ὅπως μᾶς λέει ὁ ἴδιος, γινόμαστε «νέο δημιούργημα».

Μὴ ξεχνᾶμε πὼς ἅγιος εἶναι ἀκριβῶς αὐτὸς ὁ ἀναγεννημένος ἄνθρωπος. Καὶ ὁ Χριστὸς κοντὰ Του θέλει μόνο νέους, δηλαδὴ ἁγίους.

*   *   *

Δὲν θὰ πρέπει νὰ μᾶς διαφεύγει, παιδιά, καὶ τὸ ἑξῆς γεγονός. Ὅπως παρατηρεῖ ὁ Ἅγιος Νικόλαος Βελιμίροβιτς, στὴν ἐποχὴ μας ἰδιαίτερα, ἀντὶ οἱ γέροι νὰ γίνονται παιδιά, ἡ προσπάθεια πλέον εἶναι νὰ γίνουν τὰ παιδιὰ γέροι! Γι’ αὐτὸ καὶ μᾶς μπουχτίζουν ὅλο καὶ πιὸ νωρὶς μὲ κάθε ἁμαρτία. Δηλαδὴ μὲ κάθε ματαιότητα, παλαιότητα καὶ φθορά. Καὶ τὸ πετυχαίνουν αὐτὸ σὲ ποιούς; Μὰ σὲ ὅσους ἀπὸ μᾶς πείσουν νὰ ἀπομακρυνθοῦν ἀπ’ τὸν Αἰώνιο Νέο, τὸν Χριστό. Καλὴ χρονιὰ μὲ ἀποφάσεις γιὰ μία τέτοια ἀνανέωση…

 

 

(Πηγή: orthodoxostypos.gr)

[Ψήφοι: 4 Βαθμολογία: 5]